Σάββατο, 30 Ιουνίου 2012

Παλιές αλλά διαχρονικές αναφορές στο Ευρωπαϊκό ζήτημα . (Μέρος Τρίτο)

Η δεύτερη σταθερά είναι η απουσία συλλογικής ευρωπαϊκής ταυτότητας σε αντίθεση με ότι επιχειρείται να υποστηριχθεί από πολλούς κύκλους.[1].
  Η ιδέα ότι υπάρχει μια «ευρωπαϊκή» ταυτότητα είναι πολύ πρόσφατη: αρχίζει να διαμορφώνεται με τον Διαφωτισμό και εδραιώνεται στον 19ο αιώνα. Πριν από την εποχή μας και για ολόκληρους αιώνες, οι Ευρωπαίοι αναγνώριζαν ως κοινό χαρακτηριστικό τους μόνο τον χριστιανισμό. Μάλιστα , διαστρεβλώνοντας ουσιαστικά τον χριστιανισμό. Με τις ευλογίες χριστιανικών θεσμών, ενίοτε υπό την ηγεσία τους, έγιναν οι αγριότεροι και μισανθρωπότεροι πόλεμοι της πρώιμης ευρωπαϊκής ιστορίας. Οι σταυροφορίες, οι «εκχριστιανικές» κατακτήσεις των βορείων σλαβικών χωρών, οι πόλεμοι κατά των «βαρβάρων», όταν η ήπειρος δοκιμαζόταν από τις βαρβαρικές επιδρομές, όταν οι Άραβες κατακτούσαν την Ισπανία και τη Σικελία, όταν αργότερα οι Οθωμανοί απειλούσαν την Κεντρική Ευρώπη.
Οι πόλεμοι των Ευρωπαίων δεν ήταν μόνο σταυροφορίες και εκστρατείες κατά βαρβάρων , ήταν και πόλεμοι ενδοχριστιανικοί και ενδο-ευρωπαϊκοί. Για τους χριστιανούς κατοίκους της Ευρώπης, ο Έτερος, ο εχθρός, δεν ήταν μόνο ο αντίχριστος, ο άπιστος, ο βάρβαρος ήταν και ο οποιοσδήποτε άλλος χριστιανός, ο οποιοσδήποτε άλλος ευρωπαίος.
Στο μεταξύ, με τις επιστημονικές ανακαλύψεις και εφαρμογές, οι μορφωμένοι και πλούσιοι Ευρωπαίοι απέκτησαν συνείδηση της τεχνολογικής (και πολεμικής) υπεροχής τους. Με την Αναγέννηση, είχαν αποκτήσει και την αίσθηση μιας υπεροχής στα γράμματα και τις τέχνες.
Έτσι, η χριστιανική τους αυτοσυνειδησία άρχισε να εμβολιάζεται με την ιδέα ενός κοινού ευρωπαϊκού πολιτισμού. Έτσι μέχρι και τον 18ο αιώνα, δεν θα ήταν μόνο η χριστιανικότητα που θα τις ξεχώριζε από τον υπόλοιπο κόσμο, θα ήταν επιπλέον η γνώση, η υπεροχή στις επιστήμες και στις τέχνες, ο πλούτος και η υπεροχή στην οικονομία. Η συνείδηση που δημιουργήθηκε πλέον στους Ευρωπαίους ήταν κάτι που βασιζόταν τώρα στον πολιτισμό, την οικονομική δύναμη και πρόοδο καθώς και στον Χριστιανισμό.
Όμως αν προσεκτικά παρατηρήσουμε τα βάθρα της κοινής ευρωπαϊκής συνείδησης εύκολα θα αντιληφθούμε ότι πρόκειται για κοινά στοιχεία όχι όμως για στοιχεία συνεκτικά και ενωτικά για τη δημιουργία ενότητας στην Ευρώπη. Το αντίθετο θα υποστήριζα δεδομένου ότι :
α)    Ο ευρωπαϊκός πολιτισμός της εποχής αυτής στήριξε γερά τους αλλεπάλληλους ενδο – ευρωπαϊκούς πολέμους.. Η τέχνη τους εξύμνησε.
β)     Οικονομικά ήταν τα σημαντικότερα αίτια των περισσοτέρων ενδο-ευρωπαϊκών πολέμων.
γ)     Οι χριστιανικοί θεσμοί υποδαύλιζαν τους θρησκευτικούς πολέμους με τους οποίους οι Ευρωπαίοι αλληλοσπαράζονταν.

Το ερώτημα που προκύπτει είναι το πως συμβιβάζονται οι τακτικότατοι αυτοί πόλεμοι με την συλλογική ταυτότητα που υποτίθεται πως οι Ευρωπαίοι αναπτύσσουν εδώ και δύο περίπου αιώνες και την οποία όλοι οι ηγέτες της Ε.Ε. υποστηρίζουν με τόσο πάθος.
Γιατί άραγε, παρά την υποτιθέμενη συλλογικότητα τους αλληλοσφάζονται τόσο συστηματικά;
Σίγουρα γιατί στην Ευρώπη δεν υπήρχε μία, υπήρχαν και υπάρχουν ακόμη πολλές συλλογικές ταυτότητες, αλληλοσυγκρουόμενες, σοβινιστικές, ρατσιστικές, δημοκρατικές, εθνικιστικές κ.λ.π.
Σήμερα βρισκόμαστε μπροστά στο φαινόμενο της δημιουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Χωρίς να ξεχνούμε ότι οι ρίζες αυτής της προσπάθειας προδίδουν τη θεμελίωση της διακρατικής συνεργασίας στην Ευρώπη πάνω σε πρακτικές σκοπιμότητας, θα πρέπει να πούμε ότι πολλοί είναι αυτοί που πιστεύουν πως το πρωταρχικό κίνητρο της ευρωπαϊκής ενοποίησης ήταν εξαρχής πολιτικό ή ακόμα και στρατιωτικό: η απόρριψη του πολέμου ως εργαλείου άσκησης της κρατικής πολιτικής και μια ανάγνωση της πρόσφατης Ευρωπαϊκής ιστορίας ως ανώφελη εμφύλια σφαγή που εξαπολύθηκε από τις τυφλές δυνάμεις του αχαλίνωτου εθνικισμού, με αποκορύφωμα το ναζιστικό Ολοκαύτωμα.
Σύμφωνα με αυτή την ερμηνεία η Ευρωπαϊκή Ένωση πρόκειται να αντιπροσωπεύσει το θρίαμβο του πολιτικού ορθολογισμού επί των εθνικών παθών και των ιδιοτελών συμφερόντων. Ο πολιτικός φιλελευθερισμός εγκαθίσταται στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή.
Όμως όπως σημειώνει ο Κ. Βεργόπουλος[2]μέχρι σήμερα η ιδέα της Ε.Ε. βασίσθηκε σε αρνητικό πρόταγμα: προωθήθηκε ως φραγμός στο σοβιετικό επεκτατισμό μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ως οχυρό κατά του θρησκευτικού ανορθολογισμού, του φονταμελισμού και των μεταναστών, ως άμυνα στις διεισδύσεις Αμερικής, Ιαπωνίας, Κίνας, Άπω Ανατολής.
Είναι ανάγκη να διατυπωθεί θετικό πρόταγμα εκ μέρους της Ε.Ε.( αν μπορεί να υπάρξει) για τι είδους κοινότητα και κουλτούρα ενδέχεται να δημιουργήσει το σχέδιο των ηγετών της Ε.Ε.
Πέραν της απλής μεθοδολογίας του ξύλινου ορθολογισμού και του άοσμου προοδευτισμού, ενόσω η Ευρώπη δεν διατυπώνει θετικό πρόταγμα με στόχους κοινωνικού περιεχομένου θα παρουσιάζει έλλειμμα ευρωπαϊκού πνεύματος των λαών, της κοινής γνώμης και των διανοουμένων. Χωρίς αυτό το πνεύμα η Ευρώπη θα παραμείνει κενό γράμμα. Παράλληλα θα πρέπει να πείσει τους πολίτες της ότι έχουν μια ενιαία ευρωπαϊκή ταυτότητα.
Με τον τρόπο που επιχειρείται σήμερα να οικοδομηθεί η κοινή ευρωπαϊκή ταυτότητα παραμερίζεται ουσιαστικά η ευρωπαϊκή ιστορία[3] Χρειάζεται η διαμόρφωση μιας ρεαλιστικής ευρωπαϊκής ταυτότητας, στηριγμένη στην ιστορία και όχι στην προκατάληψη, χρειάζεται ιστορική αλήθεια, όχι ιστορικοί μύθοι.
Χρειάζεται να στηριχθεί στην επίγνωση μιας ιστορίας διχασμών, πολέμων, φρίκης και δυστυχίας.
Μόνο μια βαθιά ιστορική αυτογνωσία θα ωθούσε ίσως τους Ευρωπαίους να απορρίψουν για πάντα αυτό το τραυματικό παρελθόν και να οικοδομήσουν ένα ενιαίο ευρωπαϊκό μέλλον στη βάση των κοινωνικών προταγμάτων.
Χωρίς ενότητα ιστορικού παρελθόντος και μέλλοντος είναι αδύνατον να συγκροτηθεί ιστορική και πολιτική έννοια «Ευρωπαϊκός λαός» και επομένως η ιδέα της «ευρωπαϊκής πατρίδος». Παρότι δεν μπορούμε να αποκλείσουμε μια τέτοια προοπτική στην ανάλυσή μας , στην πραγματικότητα φαντάζει αν όχι ακατόρθωτο , τουλάχιστον μακρινό και εξαιρετικά δύσκολο λαμβανομένου υπόψη  του πλήθους των κρατών που συμπεριλαμβάνονται στη σημερινή ΕΕ.


 Η πορεία της ΕΕ είναι εκ των προτέρων διαγεγραμμένη. Η επιλεχθείσα διαδικασία κτισίματος εμπεριέχει τόσες πασιφανείς αντιφάσεις που καθιστούν αδύνατη την ολοκλήρωσή της . Είναι ορατές δια γυμνού οφθαλμού οι εγγενείς αδυναμίες του θεωρητικού υποδείγματος ,του πολιτικού και οικονομικού φιλελευθερισμού , που έχει υιοθετηθεί , για την οικοδόμηση της ΕΕ. Το συγκεκριμένο υπόδειγμα αποτελεί την κατ’εξοχήν αντιπολιτική σύλληψη  στην ιστορία της πολιτικής φιλοσοφίας και ως εκ τούτου οδηγεί ευθέως τις ευρωπαϊκές δυνάμεις αλλά κυρίως τους ευρωπαϊκούς λαούς στην υποταγή και στην ολοσχερή καταστροφή. Απαραίτητη προϋπόθεση η γρηγορότερη απαλλαγή από το συγκεκριμένο πολιτικό δόγμα. Η επαναφορά του Πολιτικού  στο εσωτερικό των εθνικών κρατών  είναι η  πρώτη πράξη που απαιτούν οι καιροί. Η Πολιτική θα πρέπει να απεμπλακεί από τα συμφέροντα των ομάδων και των επιχειρηματιών. Σιγά –σιγά χρειάζεται να τύχουν επεξεργασίας νέες προτάσεις περιορισμού της αχαλίνωτης «ελεύθερης αγοράς» και να εκπονηθούν προγράμματα προσανατολισμένα στη διαφοροποίηση των υφιστάμενων καθεστώτων του διεθνούς νομισματικού συστήματος και του διεθνούς εμπορίου. Πρέπει να περιορίσουμε τις οικονομικές δυνάμεις μέσα σ’ένα καινούργιο θεσμικό πλαίσιο ,πράγμα που μόνο η επαναφορά της Πολιτικής στο επίκεντρο των εξελίξεων  μπορεί να επιτύχει. Τα ζητήματα ήταν ,είναι και θα είναι πάντοτε ΠΟΛΙΤΙΚΑ. Ο Γαλλογερμανικός άξονας ως ο βασικός φορέας της  συγκεκριμένης πολιτικής φέρει ολόκληρο το βάρος μιας αποτυχίας που εξ αρχής φαινόταν η κατάληξή της. Ειδικότερα μετά τα δημοψηφίσματα της Γαλλίας και της Ολλανδίας οι πιέσεις για απαλλαγή από την ακολουθούμενη πολιτική είναι αφόρητες. Παρότι οι έντονες πιέσεις προέρχονται από τους λαούς των δύο χωρών  και ως εκ τούτου εμμέσως  και από τους υπόλοιπους  ευρωπαϊκούς λαούς , δεν είναι καθόλου βέβαιον ότι οι εξελίξεις θα καθορισθούν από αυτούς. Η  εγκατάλειψη της συγκεκριμένης πολιτικής θα προκύψει αφενός  την ημέρα που η Γερμανία  θα έχει οδηγηθεί σε πλήρες αδιέξοδο σχετικά με τα έντονα οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει ,τα οποία θα μετατραπούν σε  γεωπολιτικά και αφετέρου θα έχει τη δυνατότητα να αρθρώσει λόγω στα διεθνή προβλήματα ως ανεξάρτητη μεγάλη δύναμη. Το μέλλον της Ευρώπης ουσιαστικά ταυτίζεται με τις εξελίξεις των μεγάλων ευρωπαϊκών χωρών. Ως τέτοιες  μόνο η Γερμανία ,η Γαλλία και η Μεγάλη Βρετανία μπορούν να θεωρηθούν. Είναι τουλάχιστον αφελές να πιστεύει κανείς ότι χώρες όπως η Λιθουανία , η Λετονία ,η Εσθονία, η Μάλτα , το Λουξεμβούργο ,η Κύπρος , η Δανία ,η Ελλάδα αλλά και η Ολλανδία και η Ιταλία μπορούν να επηρεάσουν τις παγκόσμιες εξελίξεις και τις αποφάσεις των μεγάλων δυνάμεων. Ανέκαθεν οι μεγάλες παγκόσμιες δυνάμεις καθόριζαν τις εξελίξεις και δεν υπάρχει κανένας λόγος αυτό να μεταβληθεί σήμερα αλλά και στο προσεχές μέλλον. 



[1] Για παράδειγμα δες : Ε.Αρβελέρ –M.Aymard  , Oι Ευρωπαίοι , Δύο Τόμοι ,Εκδόσεις Σαββάλας 2000.
[2] Κ.Βεργόπουλος ,Ποιος φοβάται την Ευρώπη , Λιβάνης 2001 , σελ. 77-78.
[3] Γ.Δερτιλής , Ευρώπη , Καστανιώτης 2000.