Σάββατο, 30 Ιουνίου 2012

Παλιές αλλά διαχρονικές αναφορές στο Ευρωπαϊκό ζήτημα . (Μέρος Τρίτο)

Η δεύτερη σταθερά είναι η απουσία συλλογικής ευρωπαϊκής ταυτότητας σε αντίθεση με ότι επιχειρείται να υποστηριχθεί από πολλούς κύκλους.[1].
  Η ιδέα ότι υπάρχει μια «ευρωπαϊκή» ταυτότητα είναι πολύ πρόσφατη: αρχίζει να διαμορφώνεται με τον Διαφωτισμό και εδραιώνεται στον 19ο αιώνα. Πριν από την εποχή μας και για ολόκληρους αιώνες, οι Ευρωπαίοι αναγνώριζαν ως κοινό χαρακτηριστικό τους μόνο τον χριστιανισμό. Μάλιστα , διαστρεβλώνοντας ουσιαστικά τον χριστιανισμό. Με τις ευλογίες χριστιανικών θεσμών, ενίοτε υπό την ηγεσία τους, έγιναν οι αγριότεροι και μισανθρωπότεροι πόλεμοι της πρώιμης ευρωπαϊκής ιστορίας. Οι σταυροφορίες, οι «εκχριστιανικές» κατακτήσεις των βορείων σλαβικών χωρών, οι πόλεμοι κατά των «βαρβάρων», όταν η ήπειρος δοκιμαζόταν από τις βαρβαρικές επιδρομές, όταν οι Άραβες κατακτούσαν την Ισπανία και τη Σικελία, όταν αργότερα οι Οθωμανοί απειλούσαν την Κεντρική Ευρώπη.
Οι πόλεμοι των Ευρωπαίων δεν ήταν μόνο σταυροφορίες και εκστρατείες κατά βαρβάρων , ήταν και πόλεμοι ενδοχριστιανικοί και ενδο-ευρωπαϊκοί. Για τους χριστιανούς κατοίκους της Ευρώπης, ο Έτερος, ο εχθρός, δεν ήταν μόνο ο αντίχριστος, ο άπιστος, ο βάρβαρος ήταν και ο οποιοσδήποτε άλλος χριστιανός, ο οποιοσδήποτε άλλος ευρωπαίος.
Στο μεταξύ, με τις επιστημονικές ανακαλύψεις και εφαρμογές, οι μορφωμένοι και πλούσιοι Ευρωπαίοι απέκτησαν συνείδηση της τεχνολογικής (και πολεμικής) υπεροχής τους. Με την Αναγέννηση, είχαν αποκτήσει και την αίσθηση μιας υπεροχής στα γράμματα και τις τέχνες.
Έτσι, η χριστιανική τους αυτοσυνειδησία άρχισε να εμβολιάζεται με την ιδέα ενός κοινού ευρωπαϊκού πολιτισμού. Έτσι μέχρι και τον 18ο αιώνα, δεν θα ήταν μόνο η χριστιανικότητα που θα τις ξεχώριζε από τον υπόλοιπο κόσμο, θα ήταν επιπλέον η γνώση, η υπεροχή στις επιστήμες και στις τέχνες, ο πλούτος και η υπεροχή στην οικονομία. Η συνείδηση που δημιουργήθηκε πλέον στους Ευρωπαίους ήταν κάτι που βασιζόταν τώρα στον πολιτισμό, την οικονομική δύναμη και πρόοδο καθώς και στον Χριστιανισμό.
Όμως αν προσεκτικά παρατηρήσουμε τα βάθρα της κοινής ευρωπαϊκής συνείδησης εύκολα θα αντιληφθούμε ότι πρόκειται για κοινά στοιχεία όχι όμως για στοιχεία συνεκτικά και ενωτικά για τη δημιουργία ενότητας στην Ευρώπη. Το αντίθετο θα υποστήριζα δεδομένου ότι :
α)    Ο ευρωπαϊκός πολιτισμός της εποχής αυτής στήριξε γερά τους αλλεπάλληλους ενδο – ευρωπαϊκούς πολέμους.. Η τέχνη τους εξύμνησε.
β)     Οικονομικά ήταν τα σημαντικότερα αίτια των περισσοτέρων ενδο-ευρωπαϊκών πολέμων.
γ)     Οι χριστιανικοί θεσμοί υποδαύλιζαν τους θρησκευτικούς πολέμους με τους οποίους οι Ευρωπαίοι αλληλοσπαράζονταν.

Το ερώτημα που προκύπτει είναι το πως συμβιβάζονται οι τακτικότατοι αυτοί πόλεμοι με την συλλογική ταυτότητα που υποτίθεται πως οι Ευρωπαίοι αναπτύσσουν εδώ και δύο περίπου αιώνες και την οποία όλοι οι ηγέτες της Ε.Ε. υποστηρίζουν με τόσο πάθος.
Γιατί άραγε, παρά την υποτιθέμενη συλλογικότητα τους αλληλοσφάζονται τόσο συστηματικά;
Σίγουρα γιατί στην Ευρώπη δεν υπήρχε μία, υπήρχαν και υπάρχουν ακόμη πολλές συλλογικές ταυτότητες, αλληλοσυγκρουόμενες, σοβινιστικές, ρατσιστικές, δημοκρατικές, εθνικιστικές κ.λ.π.
Σήμερα βρισκόμαστε μπροστά στο φαινόμενο της δημιουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Χωρίς να ξεχνούμε ότι οι ρίζες αυτής της προσπάθειας προδίδουν τη θεμελίωση της διακρατικής συνεργασίας στην Ευρώπη πάνω σε πρακτικές σκοπιμότητας, θα πρέπει να πούμε ότι πολλοί είναι αυτοί που πιστεύουν πως το πρωταρχικό κίνητρο της ευρωπαϊκής ενοποίησης ήταν εξαρχής πολιτικό ή ακόμα και στρατιωτικό: η απόρριψη του πολέμου ως εργαλείου άσκησης της κρατικής πολιτικής και μια ανάγνωση της πρόσφατης Ευρωπαϊκής ιστορίας ως ανώφελη εμφύλια σφαγή που εξαπολύθηκε από τις τυφλές δυνάμεις του αχαλίνωτου εθνικισμού, με αποκορύφωμα το ναζιστικό Ολοκαύτωμα.
Σύμφωνα με αυτή την ερμηνεία η Ευρωπαϊκή Ένωση πρόκειται να αντιπροσωπεύσει το θρίαμβο του πολιτικού ορθολογισμού επί των εθνικών παθών και των ιδιοτελών συμφερόντων. Ο πολιτικός φιλελευθερισμός εγκαθίσταται στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή.
Όμως όπως σημειώνει ο Κ. Βεργόπουλος[2]μέχρι σήμερα η ιδέα της Ε.Ε. βασίσθηκε σε αρνητικό πρόταγμα: προωθήθηκε ως φραγμός στο σοβιετικό επεκτατισμό μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ως οχυρό κατά του θρησκευτικού ανορθολογισμού, του φονταμελισμού και των μεταναστών, ως άμυνα στις διεισδύσεις Αμερικής, Ιαπωνίας, Κίνας, Άπω Ανατολής.
Είναι ανάγκη να διατυπωθεί θετικό πρόταγμα εκ μέρους της Ε.Ε.( αν μπορεί να υπάρξει) για τι είδους κοινότητα και κουλτούρα ενδέχεται να δημιουργήσει το σχέδιο των ηγετών της Ε.Ε.
Πέραν της απλής μεθοδολογίας του ξύλινου ορθολογισμού και του άοσμου προοδευτισμού, ενόσω η Ευρώπη δεν διατυπώνει θετικό πρόταγμα με στόχους κοινωνικού περιεχομένου θα παρουσιάζει έλλειμμα ευρωπαϊκού πνεύματος των λαών, της κοινής γνώμης και των διανοουμένων. Χωρίς αυτό το πνεύμα η Ευρώπη θα παραμείνει κενό γράμμα. Παράλληλα θα πρέπει να πείσει τους πολίτες της ότι έχουν μια ενιαία ευρωπαϊκή ταυτότητα.
Με τον τρόπο που επιχειρείται σήμερα να οικοδομηθεί η κοινή ευρωπαϊκή ταυτότητα παραμερίζεται ουσιαστικά η ευρωπαϊκή ιστορία[3] Χρειάζεται η διαμόρφωση μιας ρεαλιστικής ευρωπαϊκής ταυτότητας, στηριγμένη στην ιστορία και όχι στην προκατάληψη, χρειάζεται ιστορική αλήθεια, όχι ιστορικοί μύθοι.
Χρειάζεται να στηριχθεί στην επίγνωση μιας ιστορίας διχασμών, πολέμων, φρίκης και δυστυχίας.
Μόνο μια βαθιά ιστορική αυτογνωσία θα ωθούσε ίσως τους Ευρωπαίους να απορρίψουν για πάντα αυτό το τραυματικό παρελθόν και να οικοδομήσουν ένα ενιαίο ευρωπαϊκό μέλλον στη βάση των κοινωνικών προταγμάτων.
Χωρίς ενότητα ιστορικού παρελθόντος και μέλλοντος είναι αδύνατον να συγκροτηθεί ιστορική και πολιτική έννοια «Ευρωπαϊκός λαός» και επομένως η ιδέα της «ευρωπαϊκής πατρίδος». Παρότι δεν μπορούμε να αποκλείσουμε μια τέτοια προοπτική στην ανάλυσή μας , στην πραγματικότητα φαντάζει αν όχι ακατόρθωτο , τουλάχιστον μακρινό και εξαιρετικά δύσκολο λαμβανομένου υπόψη  του πλήθους των κρατών που συμπεριλαμβάνονται στη σημερινή ΕΕ.


 Η πορεία της ΕΕ είναι εκ των προτέρων διαγεγραμμένη. Η επιλεχθείσα διαδικασία κτισίματος εμπεριέχει τόσες πασιφανείς αντιφάσεις που καθιστούν αδύνατη την ολοκλήρωσή της . Είναι ορατές δια γυμνού οφθαλμού οι εγγενείς αδυναμίες του θεωρητικού υποδείγματος ,του πολιτικού και οικονομικού φιλελευθερισμού , που έχει υιοθετηθεί , για την οικοδόμηση της ΕΕ. Το συγκεκριμένο υπόδειγμα αποτελεί την κατ’εξοχήν αντιπολιτική σύλληψη  στην ιστορία της πολιτικής φιλοσοφίας και ως εκ τούτου οδηγεί ευθέως τις ευρωπαϊκές δυνάμεις αλλά κυρίως τους ευρωπαϊκούς λαούς στην υποταγή και στην ολοσχερή καταστροφή. Απαραίτητη προϋπόθεση η γρηγορότερη απαλλαγή από το συγκεκριμένο πολιτικό δόγμα. Η επαναφορά του Πολιτικού  στο εσωτερικό των εθνικών κρατών  είναι η  πρώτη πράξη που απαιτούν οι καιροί. Η Πολιτική θα πρέπει να απεμπλακεί από τα συμφέροντα των ομάδων και των επιχειρηματιών. Σιγά –σιγά χρειάζεται να τύχουν επεξεργασίας νέες προτάσεις περιορισμού της αχαλίνωτης «ελεύθερης αγοράς» και να εκπονηθούν προγράμματα προσανατολισμένα στη διαφοροποίηση των υφιστάμενων καθεστώτων του διεθνούς νομισματικού συστήματος και του διεθνούς εμπορίου. Πρέπει να περιορίσουμε τις οικονομικές δυνάμεις μέσα σ’ένα καινούργιο θεσμικό πλαίσιο ,πράγμα που μόνο η επαναφορά της Πολιτικής στο επίκεντρο των εξελίξεων  μπορεί να επιτύχει. Τα ζητήματα ήταν ,είναι και θα είναι πάντοτε ΠΟΛΙΤΙΚΑ. Ο Γαλλογερμανικός άξονας ως ο βασικός φορέας της  συγκεκριμένης πολιτικής φέρει ολόκληρο το βάρος μιας αποτυχίας που εξ αρχής φαινόταν η κατάληξή της. Ειδικότερα μετά τα δημοψηφίσματα της Γαλλίας και της Ολλανδίας οι πιέσεις για απαλλαγή από την ακολουθούμενη πολιτική είναι αφόρητες. Παρότι οι έντονες πιέσεις προέρχονται από τους λαούς των δύο χωρών  και ως εκ τούτου εμμέσως  και από τους υπόλοιπους  ευρωπαϊκούς λαούς , δεν είναι καθόλου βέβαιον ότι οι εξελίξεις θα καθορισθούν από αυτούς. Η  εγκατάλειψη της συγκεκριμένης πολιτικής θα προκύψει αφενός  την ημέρα που η Γερμανία  θα έχει οδηγηθεί σε πλήρες αδιέξοδο σχετικά με τα έντονα οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει ,τα οποία θα μετατραπούν σε  γεωπολιτικά και αφετέρου θα έχει τη δυνατότητα να αρθρώσει λόγω στα διεθνή προβλήματα ως ανεξάρτητη μεγάλη δύναμη. Το μέλλον της Ευρώπης ουσιαστικά ταυτίζεται με τις εξελίξεις των μεγάλων ευρωπαϊκών χωρών. Ως τέτοιες  μόνο η Γερμανία ,η Γαλλία και η Μεγάλη Βρετανία μπορούν να θεωρηθούν. Είναι τουλάχιστον αφελές να πιστεύει κανείς ότι χώρες όπως η Λιθουανία , η Λετονία ,η Εσθονία, η Μάλτα , το Λουξεμβούργο ,η Κύπρος , η Δανία ,η Ελλάδα αλλά και η Ολλανδία και η Ιταλία μπορούν να επηρεάσουν τις παγκόσμιες εξελίξεις και τις αποφάσεις των μεγάλων δυνάμεων. Ανέκαθεν οι μεγάλες παγκόσμιες δυνάμεις καθόριζαν τις εξελίξεις και δεν υπάρχει κανένας λόγος αυτό να μεταβληθεί σήμερα αλλά και στο προσεχές μέλλον. 



[1] Για παράδειγμα δες : Ε.Αρβελέρ –M.Aymard  , Oι Ευρωπαίοι , Δύο Τόμοι ,Εκδόσεις Σαββάλας 2000.
[2] Κ.Βεργόπουλος ,Ποιος φοβάται την Ευρώπη , Λιβάνης 2001 , σελ. 77-78.
[3] Γ.Δερτιλής , Ευρώπη , Καστανιώτης 2000.

Παρασκευή, 29 Ιουνίου 2012

Παλιές αλλά διαχρονικές αναφορές στο Ευρωπαϊκό Ζήτημα (Δεύτερο)

 Ανατρέχοντας στην ιστορική διαδρομή των ευρωπαϊκών δυνάμεων από τον 17ο αιώνα  μέχρι και το τέλος του Β’Παγκοσμίου Πολέμου αντιλαμβανόμαστε ότι η ιστορική αυτή περίοδο χαρακτηρίζεται από ορισμένες σταθερές που για λόγους που θα επιχειρήσουμε να εξηγήσουμε στη συνέχεια εγκαταλείπονται (;) με την απόφαση του κτισίματος της ΕΕ.
Η πρώτη σταθερά είναι οι συνεχείς και αιματηροί πόλεμοι  καθ’όλη την περίοδο από την  μεταμεσαιωνική  περίοδο , δηλαδή όλη την περίοδο που όλοι γνωρίζουν ως  νεωτερικότητα μέχρι και πρόσφατα ,τον Β’Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι ευρωπαϊκές δυνάμεις σε τακτά χρονικά διαστήματα εμπλέκονται σε πολέμους με αποτέλεσμα ,ο πόλεμος να θεωρείται ως ο θεμελιώδης κοινωνιογενετικός παράγων της εργαλειακής ορθολογικότητας των Νέων Χρόνων[1]. Παρά τα αντιθέτως θρυλούμενα , ο βασικός συντελεστής της «τάξης» ,σε διεθνή κλίμακα, ήταν κατά τους Νέους Χρόνους  ο πόλεμος , η πολεμική παρουσία των αντιπάλων, η απειλή για πόλεμο  ή για κυριαρχία , εντέλει η υποταγή του Εχθρού.Ο αστικός πολιτισμός , ίσως το σημαντικότερο επίτευγμα της ανθρώπινης δράσης μέχρι σήμερα, αρδεύτηκε από τα νερά του πολέμου  και της στρατιωτικής πολεμικής μηχανής. Το οικονομικό  το οποίο στον καπιταλιστικό κόσμο καταλαμβάνει την πρωτοκαθεδρία στις κοινωνικές στιγμές, σε όλες τις εκφάνσεις του ανεξαιρέτως , τράφηκε και ανδρώθηκε στη σκιά της πολεμικής μηχανής , αντιγράφοντας κατά γράμμα όλους τους οργανωτικούς μηχανισμούς και τις θεωρητικές της προσεγγίσεις. Η Ευρώπη μέχρι και το 1945 λειτούργησε πολιτικά με την εχθρικότητα μεταξύ των  κυρίαρχων κρατών της για τον πολύ απλό λόγο ότι οι ευρωπαϊκές δυνάμεις ήσαν και παγκόσμιες δυνάμεις. Τα συμφέροντά τους ήταν παγκόσμια και ως εκ τούτου οι κινήσεις τους ,οι ενέργειές τους ,οι πόλεμοι στους οποίους εμπλέκονταν είχαν επιπτώσεις σε ολόκληρη την υφήλιο. Αυτό που συνέβαινε στον ευρωπαϊκό χώρο αφορούσε ολόκληρη την υφήλιο. Μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο οι ευρωπαϊκές δυνάμεις υποβιβάστηκαν σχεδόν σε δευτερευούσης σημασίας δυνάμεις. Η αδυναμία τους να διαδραματίσουν ρόλο παγκόσμιας δύναμης και η ανάδειξη των ΗΠΑ σε ηγεμονεύουσα δύναμη του δυτικού κόσμου τις οδήγησε να αποδεχθούν την ομπρέλα ασφαλείας που τους προσέφεραν οι ΗΠΑ να ενταχθούν στο άρμα τους και να διαφοροποιήσουν την έννοια του Πολιτικού αποδεχόμενες τις αρχές του Πολιτικού Φιλελευθερισμού, μετατρέποντας τον Πολιτικό Εχθρό σε Πολιτικό Ανταγωνιστή  και τον Πόλεμο μεταξύ των κρατών σε Συνεργασία και Οικονομική Αλληλεξάρτηση. Ουσιαστικά εγκατέλειψαν την Πολιτική και στράφηκαν στη διαχείριση της διαπραγμάτευσης και του συμβιβασμού. Το παζάρι μεταξύ εταίρων προήχθη σε βασική «πολιτική» πρακτική.  Το Πολιτικόν αποπυκνώνεται και προβάλει παντοδύναμο το Οικονομικόν .Η πολιτική αγορά γίνεται με αυτό τον τρόπο οικονομική αγορά. Ο Εχθρός μεταμορφώνεται σε οικονομικό ανταγωνιστή. Η ΕΕ λόγω της έλλειψης ισχύος αποποιείται τον ρόλο της κυρίαρχης δύναμης και την ανάγκη ποιούμενη φιλοτιμία , θεωρητικοποιεί την αδυναμία της προφασιζόμενη την εγγενή ειρηνικότητα της , την   απόφασή της να μην εμπλακεί ποτέ πλέον σε πόλεμο , άλλωστε δεν αναγνωρίζει κανέναν ως Εχθρό, και την εμμονή της στον οικονομικό ανταγωνισμό αλλά και τη  συνεργασία συγχρόνως μεταξύ όλων των κρατών  στο πεδίο του ελεύθερου εμπορίου και γενικά των αρχών της φιλελεύθερης οικονομίας.. Όμως και αυτή η στενή αντίληψη που διακατέχει του ιθύνοντες της ΕΕ, ακόμη και εάν θεωρήσουμε λανθασμένα τα όσα προηγουμένως υποστηρίξαμε αποτελεί μια τεράστια φενάκη. 
Η αναφορά στο πρόσφατο και απώτερο παρελθόν μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι μορφές διεθνούς ρύθμισης, πάσης φύσεως, απορρέουν από την κυριαρχία της ηγεμονεύουσας μεγάλης δύναμης. Για τη Μ. Βρετανία του 19ου αιώνα και τις Η.Π.Α. του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα ο διεθνής ρόλος τους δεν θεμελιωνόταν σε κάποια αμφισβητούμενη «δι – εθνή κυριαρχία», αλλ’ απέρρεε ως προέκταση της δικής τους εσωτερικής ισχύος και κυριαρχίας.
Γίνεται λοιπόν σαφές ότι η οικονομική ρύθμιση πάντοτε προϋποθέτει την έννοια της κυριαρχίας. Για να δύναται το Κράτος να επιβάλλει φόρους, μεταβιβάσεις πόρων, να προβεί σε ανακατανομή εισοδήματος και να ασκήσει γενικά οικονομική πολιτική προαπαιτείται jus imperium, που απορρέει από την «εθνική κυριαρχία».
Η οικονομική «αναρχία» της φιλελεύθερης παγκόσμιας αγοράς πρέπει σε κάθε ιστορική περίοδο να έρχεται σε σχέση ισορροπίας με το πολιτικό καθεστώς του διεθνούς συστήματος, που χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη (και επομένως και τα ιδιαίτερα συμφέροντα) ενός πλήθους εθνικών κρατών.
Τούτο σημαίνει απλά: η διεθνής σταθερότητα μπορεί να επιτευχθεί μόνο στο βαθμό που επέρχεται μια σχέση λειτουργικής αντιστοιχίας μεταξύ των διαφορετικών λογικών λειτουργίας οι οποίες καθορίζουν τις σχέσεις της παγκόσμιας αγοράς και την πολιτική των εθνικών κρατών.
Στο διεθνές καπιταλιστικό σύστημα, αυτή η οργάνωση πραγματοποιείται από μια ηγεμονική δύναμη, «η οποία με τα μέσα της προσπαθεί να ρυθμίσει σφαιρικά τη λειτουργία οικονομικών και πολιτικών διαδικασιών».
Η ηγεμονία δεν πραγματοποιείται, ούτε στην εθνική ούτε στη διεθνή πολιτική, αποκλειστικά με την άμεση εφαρμογή καταναγκασμού ή βίας.
Η σταθερότητα της βασίζεται πολύ περισσότερο στην εξασφάλιση κανόνων και ρυθμίσεων που αναγνωρίζονται (από την άποψη της νομιμοποίησης της πολιτικής κυριαρχίας) μέσα σε μια «ηγεμονική συμμαχία».
Στο διεθνές σύστημα όλα τα μέσα για την εξασφάλιση της ηγεμονίας είναι συγχρόνως εθνικά μέσα της ηγεμονικής δύναμης – π.χ το εθνικό νόμισμα της ηγεμονικής δύναμης είναι συγχρόνως και παγκόσμιο νόμισμα. Γι’ αυτό και συμβαίνει η κρίση του εθνικού νομίσματος της ηγεμονικής δύναμης  να μετατρέπεται αναγκαστικά σε κρίση του παγκόσμιου νομίσματος και αντιστρόφως.
Η ηγεμονική δύναμη μπορεί να υπάρξει μόνο αν, αφ’ ενός, αναπαράγει συνεχώς στο εσωτερικό της τις πηγές της υπεροχής της και αν, αφ’ ετέρου, ξέρει να εκμεταλλευτεί τη διεθνή ρύθμιση του παγκόσμιου συστήματος σαν πηγή της ηγεμονίας της. Η ηγεμονική δύναμη  αποκαλύπτεται ολοκληρωτικά διαμέσου κάποιου πολέμου ή ότι δεν περιμένει να αναγνωριστεί, αλλά παρουσιάζεται μόνη της.. Έχει γενικά συμφέροντα, δηλαδή πλατιά όσο και του ίδιου του συστήματος κρατών, πράγμα που σήμερα σημαίνει παγκόσμια.
Εκλογικεύοντας τα χαρακτηριστικά της ηγεμονεύουσας δύναμης , στο ζήτημα που μας αφορά καταλήγουμε στο ότι μια ισχυρή οικονομία θα πρέπει να στηρίζει την ύπαρξη της στην πολιτική κυριαρχία του συγκεκριμένου κράτους, στην στρατιωτική ισχύ, στην οικονομική ευρωστία αλλά και στην ιδεολογική του πειθώ.
Εκ των σημείων αυτών θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι η πολιτική κυριαρχία νοούμενη όχι ως εσωτερική κυριαρχία σ’ όλο το έδαφος της χώρας, αλλά ως (dominant) δεσπόζουσα περισσότερο από άλλες στη διεθνή κονίστρα και η στρατιωτική ισχύς καθορίζουν τους διεθνείς ρυθμιστικούς κανόνες μέσω των οποίων λειτουργεί απρόσκοπτα η οικονομία. Συμπερασματικά η  οικονομική διάσταση είναι αδύνατον να μετουσιωθεί σε ΙΣΧΥ δίχως την Πολιτική Αυτοδύναμη Ύπαρξη της Ευρώπης. Σε περιόδους πύκνωσης του Πολιτικού , όπως συμβαίνει σήμερα υπό το βάρος των  διαδικασιών της παγκοσμιοποίησης , είναι προφανές ότι η ΕΕ υφίσταται συνεχώς απώλειες ευημερίας οι οποίες μέχρι χθες φάνταζαν σίγουρες και στο απυρόβλητο των όποιων εξελίξεων –ομιλώ για τις κοινωνικές κατακτήσεις των ευρωπαίων εργαζομένων – ενώ δεν είναι καθόλου απίθανο ,αυτή η πύκνωση και η επιστροφή του Πολιτικού να προκαλέσει ,όπως άλλωστε ήδη προκαλεί ακόμη περισσότερο αίμα.[2]



[1] R .Nisbet, Κοινωνική αλλαγή και Ιστορία, Γνώση 1995.
[2] Μια πραγματικά συγκλονιστική πρόβλεψη που επιβεβαιώνεται κατά τραγικό τρόπο δες : 0.Spengler : Η παρακμή της Δύσης , Τυποθήτω  ,Δύο Τόμοι ,  2003.

Πέμπτη, 28 Ιουνίου 2012

Παλιές αλλά διαχρονικές αναφορές στο Ευρωπαϊκό ζήτημα[1].

Ο ορισμός της Ευρώπης, [ανεξάρτητα και χωρίς αναφορά στα Κράτη – Έθνη που μετέχουν σ’ αυτήν] κατά την άποψή μου, προϋποθέτει δύο πολύ συγκεκριμένες ενέργειες οι οποίες βεβαίως δεν είναι ανεξάρτητες η μία από την άλλη.
Η πρώτη αφορά στην αναζήτηση σειράς κριτηρίων στη βάση των  οποίων  θα συγκροτηθεί ή μπορεί να συγκροτηθεί η έννοια «ευρωπαϊκός λαός» ο οποίος οφείλει να αναγνωρίζεται όχι μόνο ως συγχρονικό Είναι, αλλά και ως αέναο, διαρκές και δομημένο εξουσιαστικό Γίγνεσθαι. Λαός υπάρχει και νοείται μόνον όταν το συνολικό συμπαγές πλήθος συγκροτείται σ’ένα ήδη δεδομένο σώμα ,το οποίο δρα ως συλλογικός φορέας λήψης αποφάσεων που δεσμεύουν το σύνολο.  Ως μόνη πηγή της νέας εξουσίας, ο κυρίαρχος λαός θα πρέπει λοιπόν να μην είναι δυνατόν να εμφανίζεται ως φαντασιακά  υποκαταστάσιμος από «άλλους» κυρίαρχους λαούς ή διασπάσιμος ή κατακερματίσιμος σε περισσότερους «υπό-λαούς». Ως ήδη δηλαδή συγκροτημένος στον ενικό, ο λαός θα κληθεί να συντάσσεται εσαεί στον ίδιο αριθμό και ο οποίος για να δράσει πρέπει να αναγνωρίζει ως τέτοιον τον εαυτό του. Η απόφαση για τα ποια κριτήρια θα χρησιμοποιηθούν για τη συγκρότηση της έννοιας Λαός ,δεν μπορούν να θεωρηθούν αυτόδηλα.[2] Αποτελούν κατ’εξοχήν πολιτικά κριτήρια  εκφράζοντας κατά τρόπο αποφασιστικό τις εξουσιαστικές δυνάμεις της ιστορικής «στιγμής». Τα κριτήρια αυτά ποτέ δεν εμφανίζονται ως προερχόμενα από συγκεκριμένες εξουσιαστικές βουλήσεις. Ενδύονται εξ’αρχής με τον ηθικοκανονιστικό μανδύα νοηματοδοτώντας πράξεις με νέους συμβολισμούς. Μέχρι σήμερα η  ΕΕ , έχει αρνηθεί να προβεί σε τέτοιες διευθετήσεις αρνούμενη τον ουσιαστικό ρόλο του  Πολιτικού.
   Η δεύτερη προϋπόθεση αφορά τον ορισμό των γεωγραφικών συνόρων της Ευρώπης εντός των οποίων θα δημιουργηθεί η Πολιτεία – Ευρώπη (με όποια μορφή διακυβέρνησης επιλεγεί) θα συγκροτηθεί ο λαός ως μοναδική πηγή κυρίαρχης εξουσίας.
Εάν η συλλογική ταυτότητα θεωρηθεί ότι είναι σήμερα ,αυτό που ενώνει τους ανθρώπους ώστε να δεχθούν να συγκροτήσουν την έννοια «Ευρωπαϊκός Λαός» είναι η ψυχή του όλου εγχειρήματος, η ύπαρξη συγκεκριμένων ορίων και εδάφους αποτελεί το σώμα εντός του οποίου θα κατοικήσει η ψυχή και θα δημιουργηθεί ο «ευρωπαϊκός πατριωτισμός» νοούμενος ως προσπάθεια ανύψωσης διεύρυνσης και υπεράσπισης των όποιων κατακτήσεων έχουν υπάρξει, υπάρχουν ή θα υπάρξουν για τον Ευρωπαϊκό Λαό. Μέχρι σήμερα η ΕΕ έχει αποφύγει  να ορίσει τα σύνορα της επιμελώς. Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι αυτό γίνεται για λόγους σκοπιμότητας ή για λόγους εύλογης διπλωματίας. Θεωρώ ότι αυτό γίνεται λόγω πολιτικής αδυναμίας  και καταφανούς διαστρέβλωσης του ρόλου του Πολιτικού.
Οι δύο αυτές προϋποθέσεις οδηγούν ευθέως στους βασικούς λόγους ύπαρξης του Πολιτικού. Το οριοθετούν και το θεμελιώνουν κατά τρόπο στέρεο και απρόσβλητο. Το Πολιτικόν ορίζεται ως η διαδικασία οριοθέτησης ενός γεωγραφικού χώρου με απόφαση  των κατοίκων αυτού του χώρου και με την κοινή βούληση τους να τον υπερασπισθούν έναντι οποιουδήποτε εχθρού τον επιβουλεύεται.. Ουσιαστικά πρόκειται για ορισμό του Πολιτικού ως διάκριση Φίλου και Εχθρού.[3] Η αντίθεση  Φίλου και Εχθρού είναι πρωτεύουσα προϋπόθεση κάθε κοσμοκατασκευής, είναι η αναγκαία συνθήκη του ανθρώπινου τίθεσθαι εν τω κόσμω.[4] «Η διάκριση Φίλου – Εχθρού , ως εμπειρικό ανθρωπολογικό δεδομένο και κατά τούτο θεμελιακός μηχανισμός αυτοσυντήρησης , περιλαμβάνει την ειδικά πολιτική αντίθεση Εχθρού-Φίλου , δίκην ακρότατης πύκνωσής της , στο απώτατο όριο μιας κατά τα λοιπά συνεχούς κλίμακας»[5] . Υπάρχει συνεπώς ένα είδος διανύσματος η αρχική βαθμίδα του οποίου συνίσταται από την καθαρή ενόρμηση της αυτοσυντήρησης και στην απώτατη η πολιτική διάκριση Εχθρού – Φίλου ως γενεσιουργός του Πολιτικού .Το Πολιτικόν αποτελεί βαθμίδα του δημοσίου βίου συγκροτημένη εν είδει οργανωμένης αξίωσης βουλητικής κατίσχυσης , όπου η υπαρξιακή εχθρότητα είναι πυκνότατη .Μεταξύ των δύο ακραίων καταστάσεων αναδύονται άλλες όπου η πύκνωση του Πολιτικού είναι μικρότερη λόγω των πολιτισμικών παρεμβάσεων και των λοιπών κοινωνικών λειτουργιών. Όμως το Πολιτικόν ως διάκριση μεταξύ Φίλου και Εχθρού παραμένει ανεξίτηλον.[6]  Τούτο σημαίνει ότι όλες οι ενδιάμεσες καταστάσεις δεν έχουν αυτοδύναμη ύπαρξη αλλά νοηματοδοτούνται και υπάρχουν λόγω της ύπαρξης του Πολιτικού. Έτσι και κάθε είδους νομιμότητα δεν είναι προϋπόθεση αλλά προϊόν του πολιτικού αγώνα.  «…Η πολιτική αντίθεση , ως υπαρξιακή και ταυτοχρόνως δημόσια αντίθεση , παραμένει αμαγάριστη στην καθαρότητα και επιτακτικότητά της. Απαβλύνσεις ή παροξύνσεις επιδέχεται μόνο στο εσωτερικό της , αφότου έχει ήδη καθιδρυθεί στην αυτονομία της. Τούτες οι αυξομειώσεις έντασης της εχθρότητας είναι οντολογικά πλέον ετερογενείς, λόγω της έτσι και αλλιώς μεγάλης πυκνότητας προς όσες θα συνεπάγονταν διολίσθηση προς εξωπολιτικές σφαίρες της ύπαρξης, δηλαδή το οικονομικό , το πολιτισμικό και τα συναφή πεδία. Εμφανίζεται  δε εντός του κράτους , του υπέρτατου οργανωμένου Όλου ,κλειδοκράτορα  της αρμοδιότητας για την κατάταξη των Άλλων σε Φίλους και Εχθρούς – εφ’όσον κατέχει το μονοπώλιο της έννομης άσκησης βίας. Εδώ μέσα , όσα μορφώματα πολιτικής αντιστοιχούν σε τούτες τις μεταβολές υπαρξιακής έντασης , δεν συνιστούν παρά δευτερεύουσες έννοιες ,η επιπτώσεις του Πολιτικού και είτε αφορούν επιμέρους ακολουθητέες στρατηγικές είτε προκύπτουν ως φαλκιδεύσεις του Πολιτικού, όπως οι ίντριγκες , οι ραδιουργίες , οι οικονομικές δοσοληψίες  κτλ. Σήμερα θα προσθέταμε αυτονοήτως  ό,τι ονομάζεται «επικοινωνιακή πολιτική» των κομμάτων , πολιτικό star system , διεξαγωγή δημοσκοπήσεων και συναφείς εμπορικού χαρακτήρα, παραπολιτικές δραστηριότητες»[7]. Το παραπάνω απόσπασμα δείχνει με απλότητα και σαφήνεια το αυτόνομο  του Πολιτικού και το ετερώνυμο των λοιπών ενδιαμέσων καταστάσεων. 
Το ότι  το ζήτημα του Πολιτικού εκλείπει παντελώς από τη σημερινή συζήτηση για το πολιτικόν μέλλον της Ενωμένης Ευρώπης είναι πασιφανές και σε όλους γνωστόν.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, όχι μόνο στερείται στη μέχρι σήμερα πορεία της πολιτικής ολοκλήρωσης το πλέον βασικό, δηλαδή μιας αυτοδύναμης «πολιτικής ύπαρξης» αλλά αρνείται ευσχήμως την όποια συζήτηση περί αυτού. Η όποια «πολιτική» έκφραση υπάρχει σήμερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αποτελεί τη συνισταμένη των «διακυβερνητικών» βουλήσεων των εθνικών κυβερνήσεων. Οι βουλήσεις αυτές ουσιαστικά συνίστανται σε μια διεύρυνση της εσωτερικής πολιτικής σε ευρωπαϊκό επίπεδο, και οι εθνικές κυβερνήσεις δρουν πρωτίστως και αποκλειστικώς ως εκφραστές των εθνικών συμφερόντων. Η «κοινή υπόθεση» της Ευρώπης δεν μπορεί να είναι στόχος «διακρατικών» συμφωνιών, αλλά το κοινό αγαθόν μιας ενιαίας πολιτικής βούλησης. Μέχρι τώρα υπάρχει υπεραπασχόληση με την οικονομική οργάνωση της ενώ ουδόλως απασχολεί η πολιτική της υπόσταση. Το θέμα της κοινής εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας που αφορά στην καθαυτή «πολιτική» ύπαρξη της Ενωμένης Ευρώπης, σιωπηρά παραπέμπεται εις «τας  ελληνικάς καλένδας».
Η πολιτική υπόσταση της, κυριολεκτικά έχει «ανατεθεί» στις ΗΠΑ. Παρότι τα κράτη που συμμετέχουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτουν στρατό, τούτος βρίσκεται ενταγμένος στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, την ηγεσία του οποίου ασκούν με απόλυτο και αδιαμφισβήτητο τρόπο οι ΗΠΑ. Στο διαμορφούμενο νέο διεθνές σκηνικό, κανένας λόγος δεν γίνεται για τον πολιτικό ρόλο της Ενωμένης Ευρώπης και αν γίνεται, αφορά σε συζητήσεις περιθωριακές, αντιφατικές και ελάχιστα πειστικές.
Σιωπηρώς ισχύει η αρχή της «υποταγής» και μέσω της «υποταγής» εξασφαλίζεται η πολιτική προστασία από την υπερδύναμη της αντίπερα όχθης του Ατλαντικού. Ενώ στο οικονομικό πεδίο επανειλημμένως οριοθετούνται ως ανταγωνιστές, οι ΗΠΑ και η Ιαπωνία και μάλιστα πλείστα όσα αναφέρονται για τους επερχόμενους «οικονομικούς πολέμους», στο Πολιτικό επίπεδο που αποτελεί το ΛΟΓΟ ΥΠΑΡΞΗΣ κάθε Οντότητας , η Ενωμένη Ευρώπη αναζητεί ακόμη τον υποτιθέμενο ΕΧΘΡΟ της σε χώρους όπως η τρομοκρατία , η μετανάστευση  και τη διακίνηση των ναρκωτικών , δηλώνοντας απερίφραστα ότι η «ευημερία» αποτελεί το ύψιστον πολιτικόν αγαθό. Γιατί όμως υπάρχει η συγκεκριμένη συμπεριφορά ;


Κώστας  Μελάς


[1] Κ. Μελάς, Η Σαστισμένη Ευρώπη, Εξάντας 2009.
[2] Κ. Τσουκαλάς , «Η εξουσία ως Λαός και ως Έθνος» Θεμέλιο  1999.
[3] C.Schmitt, Η Έννοια του Πολιτικού .Κριτική 1988. Π .Κονδύλης , Ισχύς και Απόφαση , Θεμέλιο 1992. 

[4]  Για μια ενδελεχή όσο σφαιρική ανάλυση της έννοιας του πολιτικού βλέπε : Αιμ. Μεταξόπουλος ,    Αυτοσυντήρηση , Πόλεμος , Πολιτική , Λιβάνης 2005.

[5] Ο.π. , σελ. 97.
[6] Δ. Μαρκής , Η κατασκευή της Ευρώπης , Κριτική , 2000 σελ. 55.
[7] Αιμ. Μεταξόπουλος , Ο. π , σελίδα  99.

Τρίτη, 26 Ιουνίου 2012

Η κρίση της Κεντρικής Ευρώπης το 1931.



Η εμπειρία της Κεντρικής Ευρώπης το 1931 δείχνει σε ποιο  βαθμό οι χρηματοπιστωτικοί κλονισμοί μπορούν να επιδεινώσουν την ύφεση στην πραγματική οικονομία και πόσο πολύ σημαντική είναι η λειτουργία του χρήματος  κατά την υφεσιακή περίοδο. Είναι γνωστό ότι στην Κεντρική Ευρώπη, οι κρίσεις του χρηματοπιστωτικού συστήματος προκάλεσαν γενικότερες οικονομικές και πολιτικές καταρρεύσεις. Συνδυάστηκαν δύο είδη προβλημάτων : η αστάθεια του χρηματοπιστωτικού συστήματος και η δημοσιονομική αδυναμία να εκπληρωθεί με κάθε τρόπο η απαίτηση του οικονομικού δόγματος της εποχής που απαιτούσε τον πλήρη ισοσκελισμό των κρατικών προϋπολογισμών.
Μετά την άνοιξη του 1931 η παγκόσμια οικονομική κρίση πέρασε σε μια καινούργια φάση , με βασικό της χαρακτηριστικό την κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος.   
Το χρηματοπιστωτικό σύστημα των κεντροευρωπαϊκών χωρών , γνωστό ως Universallbanken , ήταν δομημένο πάνω στη στενή του σχέση με την βιομηχανία. Δέχονταν βραχυπρόθεσμες καταθέσεις , χορηγούσαν μακροχρόνια δάνεια στις επιχειρήσεις , των οποίων κατείχαν μεγάλο αριθμό μετοχών.  Η μορφή αυτή των τραπεζικών δραστηριοτήτων επικρατούσε στην αυτοκρατορία των Αψβούργων , στο Βέλγιο, στη Σκανδιναβία, στην Ολλανδία, στην Ελβετία και στην Ιταλία αλλά και στην Ελλάδα.  Η μορφή αυτή λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος ήταν διακριτή και δημιούργησε ένα πολύ συγκεκριμένο καπιταλιστικό υπόδειγμα ανάπτυξης.  Το χρηματοπιστωτικό σύστημα είχε πληγεί σοβαρά από τους μεταπολεμικούς υπερπληθωρισμούς. Μετά την σταθεροποίηση του νομίσματος το τραπεζικό σύστημα παρουσιάστηκε με ισολογισμούς μειωμένους από το ένα τρίτο έως το ένα δέκατο πέμπτο των προπολεμικών επιπέδων. Οι τράπεζες επιχειρούσαν να επεκτείνουν το ενεργητικό τους στο προπολεμικό επίπεδο  κυρίως μέσω ξένων δανείων , διότι η οικονομία των χωρών τους δεν παρήγαγε ακόμα τους απαιτούμενους αποταμιευτικούς πόρους. Δημιουργήθηκαν στην συγκεκριμένη περίπτωση , χώρες – εξαγωγείς και χώρες –εισαγωγείς  κεφαλαίων στην Κεντρική Ευρώπη.  Τα ποσοστά δανειακής επιβάρυνσης των επιχειρήσεων της Αυστρίας , της Ουγγαρίας και της Γερμανίας  αυξήθηκαν σημαντικά μέσω εισροών ξένων κεφαλαίων. Τέτοιες πιστωτικές δομές ήταν ευάλωτες σε δύο ενδεχόμενα: αν η εισροή κεφαλαίου από το εξωτερικό  σταματούσε, και αν η πτώση των τιμών οδηγούσε σε κατάρρευση της αξίας του επενδυτικού χαρτοφυλακίου κάτι που θα αύξανε την επισφάλεια των δανείων τους προς τις επιχειρήσεις.
Την Άνοιξη και το Καλοκαίρι του 1931 , είχαμε την εμφάνιση κρίσης σε τρεις κεντροευρωπαϊκές χώρες,: στην Αυστρία εμφανίστηκε ως τραπεζική κρίση για να εξελιχθεί σε συναλλαγματική και δημοσιονομική. Στην Ουγγαρία εμφανίστηκε ως δημοσιονομική εξελίχθηκε σε συναλλαγματική κρίση  και κατέληξε σε χρηματοπιστωτική. Στη Γερμανία συνέπεσαν μια δημοσιονομική και μια τραπεζική κρίση για να εξελιχθεί και εκεί σε συναλλαγματική κρίση.
Θα αναφερθούμε κατ’ αρχάς στην αυστριακή κρίση .
Τη δεκαετία του 1920 η Αυστρία είχε πληθώρα τραπεζών , λόγω του ότι η Βιέννη ήταν η τραπεζική πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας των Αψβούργων . Από το 1926 μέχρι το 1929 , είχαμε σημαντικές συγχωνεύσεις στον τραπεζικό τομέα , λόγω των προβλημάτων που παρουσίαζαν διάφορες  τράπεζες, με αποτέλεσμα  να δημιουργηθεί ένας χρηματοπιστωτικός κολοσσός η Creditanstalt , κατά υπόδειξη της κυβέρνησης.  Ο γίγαντας αυτός στηριζόταν σε γυάλινα πόδια. Η συγχώνευση πολλών και αφερέγγυων τραπεζών δεν δημιουργεί μια υγιή τράπεζα.
Το πρόβλημα ξέσπασε όταν η  Creditanstalt ανάγγειλε μια καθυστέρηση στη δημοσίευση του ισολογισμού και των αποτελεσμάτων χρήσης  . Μεταξύ 11ης και 12ης Μαΐου αποκαλύφθηκαν ζημιές 140 εκατομμυρίων σελινίων που αποδόθηκαν στις δαπάνες για τις συγχωνεύσεις. Οι καταθέτες έχασαν την εμπιστοσύνη τους. Αποσύρθηκαν  πάνω από 200 εκατομμύρια σε καταθέσεις . Το ¼ κατατέθηκαν σε άλλες τράπεζες ενώ τα υπόλοιπα πήραν το δρόμο του εξωτερικού.  Το τελικό αποτέλεσμα μετά από διάφορες ενδιάμεσες στάσεις ήταν η Αυστρία να προβεί σε έκκληση για διεθνή βοήθεια.
Το μόνο που κατάφερε η διεθνής κοινότητα ήταν δοθούν δύο δάνεια κεντρικών τραπεζών οργανωμένα από την ΤΔΔ . Αυτά τα δάνεια αποτελούσαν έκφραση της κλασικής περίπτωσης  «πολύ λίγο και πολύ αργά».  Δεν κάλυπταν ούτε στοιχειώδεις ανάγκες της   Creditanstalt.  Η τσιγκουνιά και η καθυστέρηση απέβησαν καταστροφικές[1] .
Η  Creditanstalt αποτελούσε τεράστιο πρόβλημα και για την Αυστρία. Η διάσωση έγινε με ομόλογα της ΚΤ της Αυστρίας.  Τον Ιούνιο οι ζημιές ήταν της τάξεως των 500 εκατομμυρίων σελινίων ενώ η ΚΤ κατείχε ομόλογα της Creditanstalt ύψους 690 εκατομμυρίων σελινίων.
Στο τέλος του 1931 οι ζημιές έφθασαν στα 923 εκατομμύρια σελίνια. Επίσης είχε απαιτήσεις προς τις επιχειρήσεις πολύ υψηλές, πάνω από 1339 εκατομμύρια σελίνια.
Την άνοιξη του 1932 έγινε φανερό ότι ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα της Αυστρίας είχε σοβαρά προβλήματα.  Το 1934 (25 Μαΐου)  η Creditanstalt συγχωνεύτηκε με δύο άλλες τράπεζες. Η καταστροφή της  Creditanstalt αποτέλεσε μια κατάσταση έκτατης ανάγκης. Μόνο το κόστος της διάσωσης της  Creditanstalt ισοδυναμούσε με το 9,0% του ετήσιου ΑΕΠ. Όμως το συνολικό κόστος ξεπέρασε το 15,0% του ΑΕΠ  αγγίζοντας το κόστος διάσωσης των κρίσεων της δεκαετίας του 1990.
Ο αυστριακός προϋπολογισμός διογκώθηκε εξαιτίας των δημοσίων δαπανών για τη διάσωση των τραπεζών.  Επίσης η επιβολή σταθεροποιητικού προγράμματος μείωνε το ΑΕΠ, ενώ αυξάνονταν οι δαπάνες για συντάξεις (απολυμένοι δημόσιοι υπάλληλοι) , για την κοινωνική πρόνοια( λόγω των απολύσεων και της ανεργίας).  Τα ελλείμματα συνέχιζαν να αυξάνουν. Η σοβαρότητα της οικονομικής κρίσης στην Αυστρία ήταν, όμως και αποτέλεσμα των μεγάλων κυβερνητικών δαπανών: υψηλά επιδόματα λόγω του μεγάλου βαθμού συνδικαλιστικής οργάνωσης που διατηρούσαν τους μισθούς υψηλούς , παρά τη μικρή αύξηση της παραγωγικότητας στα τέλη της δεκαετίας του 1920.
Το σταθεροποιητικό πρόγραμμα που επέβαλε η Δημοσιονομική Επιτροπή της ΚτΕ , περιελάμβανε , αύξηση της φορολογίας, περικοπή των δημόσιων υπηρεσιών, των μισθών, τις συντάξεις. Παρά το σταθεροποιητικό πρόγραμμα  την 1η Ιουλίου 1932 η Αυστρία σταμάτησε την εξυπηρέτηση του δανείου που είχε λάβει και οι ξένοι πιστωτές δέχτηκαν μια καινούργια συμφωνία (Πρωτόκολλο Λωζάννης) που συμπεριλάμβανε ένα άλλο δάνειο σε αντικατάσταση του προηγουμένου , που ασφαλίστηκε βάσει των μικτών εισπράξεων των αυστριακών τελωνείων και του μονοπωλίου καπνού .
ΥΓ.
Τα γεγονότα της περιόδου 1931- 1934 φαίνεται να προσομοιάζουν με τα σημερινά γεγονότα των νοτίων χωρών της ΕΕ. Ας ευχηθούμε οι μελλοντικές εξελίξεις να μην προσομοιάζουν με ότι επακολούθησε στην Αυστρία και στις άλλες χώρες της Κεντρικής Ευρώπης.

ΚΩΣΤΑΣ ΜΕΛΑΣ  26.06.2012   



[1] Ch. P. Kindlebergfr,  The World in Depression, Berkley 1986,s.147.

Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2012

Η απομόχλευση του ευρωπαϊκού συστήματος προκαλεί μεγάλα προβλήματα στον τραπεζικό τομέα των αναδυομένων ευρωπαϊκών χωρών.


Η εξάρτηση του τραπεζικού συστήματος των αναδυομένων χωρών της Ευρώπης από το αντίστοιχο της Δ. Ευρώπης είναι πάρα πολύ μεγάλη.  Τα στοιχεία της Γραφικής Παράστασης 1, δείχνoυν με σαφήνεια  την συγκεκριμένη πραγματικότητα.


Γραφική Παράσταση 1.

Οι ξένες τράπεζες ελέγχουν περισσότερο από το μισό του τραπεζικού συστήματος στις περισσότερες χώρες της Κ,Α και ΝΑ Ευρώπης. Το μερίδιο τους υπερβαίνει το 80,0% στη Βοσνία, Τσεχία, Κροατία, Εσθονία, Ρουμανία και Σλοβακία. Το ποσοστό είναι πολύ μικρότερο στις Ρωσία, Ουκρανία, Λευκορωσία, Μολδαβία, Σλοβενία και Τουρκία [1].
Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία οι ξένες τράπεζες έχουν δανείσει πάνω από το 60,0% του ΑΕΠ, σε χώρες της περιοχής. Ο μέσος όρος ανέρχεται περίπου στο 27,0% του ΑΕΠ. Χονδρικά ο μισός δανεισμός είναι προς τις τράπεζες και το υπόλοιπο μέσω του διασυνοριακού δανεισμού ευθέως στα νοικοκυριά και στις επιχειρήσεις (Γραφική Παράσταση 2). Η μεγάλη αυτή αλληλεξάρτηση  δείχνει με μεγάλη ακρίβεια ότι το πρώτο θύμα των μεγάλων  προβλημάτων του τραπεζικού συστήματος της αναπτυγμένης Ευρώπης  είναι το αντίστοιχο των αναδυομένων ευρωπαϊκών χωρών.  Ήδη η συντελούμενη απομόχλευση των δυτικών ευρωπαϊκών τραπεζών προκαλεί προβλήματα στα τραπεζικά συστήματα των αναδυομένων χωρών[2]



Γραφική Παράσταση 2




.



Επίσης ένα μεγάλο πρόβλημα που εμφανίζεται επίσης στα τραπεζικά συστήματα των χωρών αυτών είναι η μεγάλη αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Σύμφωνα με τα στοιχεία (Γραφική Παράσταση 3), στις χώρες αυτές παρουσιάζουν μια εκρηκτική άνοδο και από το 3,0% πριν την κρίση έφθασαν στο 13,0%. Η σταθερότητα του εγχωρίου χρηματοπιστωτικού συστήματος  αποτελεί το ζητούμενο σε αυτές τις περιπτώσεις ώστε να συνεχίζει να υπάρχει η απαιτούμενη ροή καταθέσεων. Εδώ η ύπαρξη της Κεντρικής Τράπεζας ως έσχατος δανειστής αποτελεί βασικό παράγοντα διάσωσης.


Γραφική Παράσταση 3.






[1] Η κατάσταση του τραπεζικού συστήματος των χωρών αυτών , θέτει επί τάπητος το σημαντικό ζήτημα  της ιδιοκτησίας του χρηματοπιστωτικού τομέα ως βασικού παράγοντα ανάπτυξης της οικονομίας  σε κάθε χώρα.  Η ξένη ιδιοκτησία ενέχει όλους τους κινδύνους που ενέχει και η εγχώρια ιδιοκτησία συν όμως τον κίνδυνο άμεσης εγκατάλειψης της συγκεκριμένης επένδυσης όταν υπάρχει  κατάσταση κρίσης προκειμένου να διασωθεί η μητρική εταιρία . Αδιάψευστο παράδειγμα  η συμπεριφορά των ελληνικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων στην παρούσα κρίση.
[2] Την ίδια συμπεριφορά δεικνύουν και οι ελληνικές τράπεζες με τις θυγατρικές τους στην περιοχή. Σχεδόν όλες οι ελληνικές τράπεζες έχουν προχωρήσει σε πώληση στοιχείων του ενεργητικού τους  που αφορούν σε συμμετοχές σε θυγατρικές ή παρεμφερείς εταιρίες προκειμένου να επιτύχουν την απαιτούμενη κεφαλαιακή επάρκεια.

Η Παγκόσμια Οικονομία και οι G-20.


Η ανάδειξη των G-20 σε forum διαβούλευσης μεταξύ των μεγαλύτερων δυτικών οικονομικών δυνάμεων αλλά και των ανερχόμενων οικονομικών δυνάμεων , σχετικά με την κατάσταση της παγκόσμιας οικονομίας , πιστοποιεί κατά τον καλύτερο τρόπο την μεταβατικότητα της κατάστασης που επικρατεί στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας.. Μια μεταβατικότητα με κύριο χαρακτηριστικό την σχετική μετατόπιση του συσχετισμού δύναμης στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα προς την μεριά των αναδυομένων περιφερειακών οικονομικών δυνάμεων. Η Κίνα , Βραζιλία, Ινδία, Ρωσία και άλλες φαίνεται ότι σιγά –σιγά αλλά σταθερά ενσωματώνονται στο παγκόσμιο οικονομικό σκηνικό, επιχειρώντας να μετατρέψουν την παραγωγική ,οικονομική τους δύναμη, σε δύναμη παγκόσμιας ισχύος . Αυτό πιστοποιείται και από τη συμφωνία των χωρών αυτών να αυξήσουν τη συμμετοχή τους στο ΔΝΤ κατά 420 δις δολάρια.
Είναι απολύτως παραδεκτό από όλους τους διεθνείς οργανισμούς αλλά και από τις δηλώσεις των ηγετών των  G-20 που συμμετείχαν στην πρόσφατη σύνοδο στο Λος Κάμπος του Μεξικού, ότι η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με σοβαρά προβλήματα και υψηλούς κινδύνους .
Σίγουρα ο μεγαλύτερος ασθενής κατά γενική ομολογία ,αυτήν την περίοδο της παγκόσμιας οικονομίας, είναι δίχως άλλο η ΕΕ και τα προβλήματα χρέους που ταλανίζουν κυρίως τις νότιες – περιφερειακές χώρες. Επίσης είναι τα μεγάλα προβλήματα του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού  τομέα   που αποτελούν εξίσου ένα τεράστιο κίνδυνο με σημαντικές επιπτώσεις λόγω αλληλεξάρτησης στην παγκόσμια οικονομία. Η χθεσινή υποβάθμιση σειράς μεγάλων ευρωπαϊκών  χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων ,  μεταξύ των οποίων η Deutsche Bank και πολλές μεγάλες αμερικανικές τράπεζες,  από τον  οίκο αξιολόγησης Moody's, με την δικαιολογία  ότι κλιμακώνεται η αναστάτωση στις κεφαλαιαγορές, λόγω της κρίσης στην Ευρώπη δείχνει με τον καλύτερο τρόπο την αλήθεια των ισχυρισμών μας.
Σύμφωνα με τον οίκο Moody's, οι τράπεζες και οι εταιρείες που υποβαθμίστηκαν είναι: Barclays (Βρετανία), Citigroup (ΗΠΑ), Credit Suisse Group AG (Ελβετία), HSBC Holdings (Βρετανία), Morgan Stanley (ΗΠΑ), Royal Bank of Scotland Group (Βρετανία), BNP Paribas (Γαλλία), Citibank (ΗΠΑ), Credit Agricole (Γαλλία), Royal Bank of Canada (Καναδάς), Societe Generale (Γαλλία) και UBS AG (Ελβετία).
Είναι χαρακτηριστικό ότι σχεδόν το σύνολο των ηγετών των κρατών που συμμετείχαν αναφέρθησαν σε αυτό το ζήτημα. Αναφέρουμε χαρακτηριστικά :
Ως «ζήτημα γενικής ανησυχίας», χαρακτήρισε τις εξελίξεις στην ευρωζώνη, ο πρόεδρος της Κίνας Χου Τζιντάο, καλώντας τους G20 να υποστηρίξουν την Ευρώπη στις προσπάθειές της να περιορίσει την οικονομική κρίση. Με αυτό το περιεχόμενο, δημοσιεύτηκε άρθρο του Κινέζου ηγέτη στη μεξικάνικη εφημερίδα Reforma.
 Σύμφωνα με τον πρόεδρο της Κίνας: «Η G20 θα πρέπει να το αντιμετωπίσει με έναν εποικοδομητικό τρόπο, με συνεργασία, ενθαρρύνοντας και υποστηρίζοντας τις προσπάθειες που έχουν γίνει από την Ευρώπη για να επιλυθεί η κρίση]και να στείλει μηνύματα αποκατάστασης της ασφάλειας στις αγορές. Πρέπει να αντιμετωπιστούν «οι παράγοντες ανασφάλειας και αστάθειας που απειλούν την ανάκαμψη και συμβάλλουν στην ανεπάρκεια της παγκόσμιας ζήτησης, την ασθενή ανάπτυξη των μεγαλύτερων οικονομιών και οι μεγάλες δυσκολίες σε διάφορες χώρες σε ό,τι αφορά τον συντονισμό των μακροοικονομικών πολιτικών τους. Πρέπει να γίνουν προσπάθειες για να επιτευχθεί μια σθεναρή ανάπτυξη, διαρκής και ισόρροπη στην παγκόσμια οικονομία».
Σε ανάληψη δράσης κάλεσε  ο Βρετανός πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον, τις κεντρικές τράπεζες, αλλά και τις μεγαλύτερες οικονομίες της ΕΕ, ώστε να επιλυθούν τα προβλήματα που απειλούν την παγκόσμια οικονομία.
Σύμφωνα με τον Βρετανό πρωθυπουργό : «Δεν μπορούμε να αντέξουμε οι κεντρικές τράπεζες σε διεθνές επίπεδο να παραμένουν άπραγες στο περιθώριο εάν θέλουμε να επιτύχουμε την ανάπτυξη την οποία χρειαζόμαστε. Γίνεται όλο και πιο σαφές στην ευρωζώνη ότι ο πυρήνας της, περιλαμβανομένης της ΕΚΤ, πρέπει να κάνει περισσότερα για να υποστηρίξει την ζήτηση και να μοιραστεί το βάρος της προσαρμογής. Οι εναλλακτικές οδοί πέραν της ανάληψης δράσης για την δημιουργία μιας πιο συνεκτικής ευρωζώνης είναι είτε μια μόνιμη αποτελμάτωση από την κρίση στην ευρωζώνη που δεν θα επιλυθεί ποτέ--ή μια διάλυσή της, αυτό θα είχε χρηματοοικονομικές συνέπειες που θα έπλητταν πολύ σοβαρά την παγκόσμια οικονομία».
Υπενθυμίζεται ότι η Βρετανία είναι εκτός της ευρωζώνης, την οποία έχει κατηγορήσει στο παρελθόν για ευθύνες στην ήδη διαμορφωθείσα οικονομική κατάσταση, στοχεύοντας κυρίως τις επιλογές της Γερμανίας. Όμως είναι τουλάχιστον παράδοξο  να κατηγορεί  ο κ. Κάμερον, την κ. Μέρκελ  για το πρόγραμμα λιτότητας που επιβάλει στις ευρωπαϊκές οικονομίες όταν ο ίδιος εφαρμόζει  πρόγραμμα επταετούς λιτότητας  ώστε να μειώσει το έλλειμμα.  Ήδη η κεντρική τράπεζα και η βρετανική κυβέρνηση, ανακοίνωσαν ότι θα χρηματοδοτήσουν με δισεκατομμύρια λίρες το τραπεζικό σύστημα, με στόχο να το αναζωογονήσουν, μέσα σε συνθήκες ύφεσης.
Η σταθεροποίηση του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος, αποτελεί βασική προτεραιότητα των ΗΠΑ, ώστε να προωθηθεί η οικονομική ανάπτυξη, σύμφωνα με τον Αμερικανό πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα. Σε δηλώσεις του ο κ. Ομπάμα, από τη σύνοδο κορυφής των G20, στο Λος Κάμπος του Μεξικού, τόνισε ότι: «Τώρα είναι ο καιρός, όπως είπαμε, να διασφαλίσουμε ότι όλοι μας θα κάνουμε ό,τι είναι απαραίτητο για να σταθεροποιήσουμε το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα και να αποφύγουμε τον προστατευτισμό».     
Η καγκελάριος της Γερμανίας Άγκελα Μέρκελ εξέφρασε  την επιδοκιμασία της για το ρόλο που διαδραματίζει η Κίνα στις προσπάθειες για την επίλυση της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους. Κατά τη συνάντησή της με τον Κινέζο ηγέτη Χου Τζιντάο στο περιθώριο της συνόδου της G20 στο Λος Κάμπος του Μεξικού, η Μέρκελ τόνισε ότι η Κίνα έχει κατ' επανάληψη εκφράσει την εμπιστοσύνη της στο ευρώ. Σύμφωνα με πηγές της γερμανικής κυβέρνησης, η καγκελάριος παρουσίασε επίσης τις απόψεις της για τις απαραίτητες ενέργειες που πρέπει να γίνουν εντός της ευρωζώνης. Όμως κανείς δεν καταλαβαίνει τι στην ουσία σημαίνει αυτό με δεδομένη την συστηματική άρνηση της Κίνας να εμπλακεί στο πρόβλημα χρέους της ΕΕ.
 Όμως δεν είναι μόνο τα προβλήματα της ΕΕ που προκαλούν ανησυχία. Παρατηρείται σαφέστατη επιβράδυνση στις οικονομίες των ΗΠΑ , της Κίνας και της Ινδίας. Το γενικότερο  περιβάλλον της παγκόσμιας οικονομίας χαρακτηρίζεται  πολύ κρίσιμο.
Συμπερασματικά δίχως καμία αμφιβολία η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται σε κρίσιμη κατάσταση, η κρίση βαθαίνει και το κυριότερο φαίνεται ότι δεν είναι εύκολη μια έξοδος με αποφασιστικό τρόπο. Οι αλλεπάλληλες σοβαρότατες κρίσεις των τελευταίων 15 χρόνων , χωρών της Α. Ασίας, Ρωσία, κρίση των εταιριών Dot-Com, κρίση των subprime loans, κρίση χρέους χωρών της ΕΕ  δείχνουν με αρκετή σαφήνεια  την υψηλή αληθοφάνεια της παραπάνω εκτίμησης.

Κώστας  Μελάς. 22.06.2012.