Σάββατο, 21 Απριλίου 2012

Η ανακεφαλαιοποίηση των Τραπεζών

 
 Αργά χθες το απόγευμα  ανακοινώθηκαν , μετά από τη σύμφωνη γνώμη της ελληνικής κυβέρνησης τα αποτελέσματα χρήσης των μεγαλύτερων ελληνικών τραπεζών . Παράλληλα είχε προηγηθεί η ανακοίνωση  - δέσμευση του   Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ) μέσω βεβαιώσεων κάλυψης των απαραίτητων αυξήσεων, θα αναπληρώσει προσωρινά το κεφαλαιακό έλλειμμα που προκύπτει, ώστε οι δείκτες συνολικής κεφαλαιακής επάρκειας όλων των τραπεζών να ξεπεράσουν το ελάχιστο όριο του 8%.
Σύμφωνα με αυτά σημαντικές ζημιές 28 δισ. ευρώ εμφάνισαν στη χρήση του 2011 οι τέσσερις μεγάλες ελληνικές τράπεζες, μετά την εφαρμογή του PSI+.  Συγκεκριμένα : - η Εθνική Τράπεζα παρουσίασε ζημιές 12,35 δισ. ευρώ ως αποτέλεσμα των απομειώσεων του PSI και της εξυγίανσης μέσω επιπρόσθετων προβλέψεων του δανειακού της χαρτοφυλακίου για το 2011.
-Καθαρές ζημιές 3,81 δισ. ευρώ εμφάνισε στη χρήση του 2011 η Alpha Bank, ως αποτέλεσμα των απομειώσεων ύψους 3,83 δισ. ευρώ από τη συμμετοχή της στο πρόγραμμα αναδιάταξης του ελληνικού δημόσιου χρέους.
- Συνολικές ζημιές μετά από φόρους ύψους 5,5 δισ. ευρώ εμφάνισε ο όμιλος της Eurobank EFG στη χρήση του 2011.
-Στα 6,3 δισ. ευρώ διαμορφώθηκαν οι ζημιές που εμφάνισε η Τράπεζα Πειραιώς στη χρήση του 2011, ως αποτέλεσμα της συμμετοχής στο PSI+.
- Ζημιά 249,8 εκατ. ευρώ, έναντι κερδών 3 εκατ. ευρώ στο αντίστοιχο δωδεκάμηνο του 2010 εμφάνισε ο όμιλος της Attica Bank στη χρήση του 2011.
Τα αποτελέσματα αυτά δεν είναι τα τελικά, καθώς ακόμη δεν έχουν συμπεριληφθεί τυχόν πρόσθετες προβλέψεις για τα επισφαλή δάνεια που ενδεχομένως να προκύψουν από την έκθεση της Blackrock, ενώ από την άλλη πλευρά περιορισμός των απωλειών θα υπάρξει με τη νομοθετική ρύθμιση για τον αναβαλλόμενο φόρο.
Θα ακολουθήσει η δημοσιοποίηση των τελικών αποτελεσμάτων και των οριστικών σχεδίων κεφαλαιακής ενίσχυσης, μετά τις εκλογές, από την Τράπεζα της Ελλάδος.

Σύμφωνα με τις προβλέψεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) οι συνολικές κεφαλαιακές ανάγκες των ελληνικών τραπεζών, έτσι ώστε να καλύψουν τις ζημιές από το PSI και τις διαγραφές των επισφαλών δανείων όπως αυτές προσδιορίζονται στο διαγνωστικό έλεγχο που διενήργησε η Black Rock εκτιμώνται σε 50 δις. ευρώ. Ήδη στο Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας έχει πιστωθεί περίπου 1,5 δισ. ευρώ. Τις επόμενες ημέρες θα διατεθούν για το σκοπό αυτό άλλα 25 δισεκατομμύρια ενώ 23,5 δισ. ευρώ θα είναι διαθέσιμα τον Ιούνιο.
Σημαντική επίσης είναι η απόφαση να αναβληθεί για μετά τις εκλογές της 6ης Μαΐου , ο καθορισμός των όρων της ανακεφαλαιοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος  και
ειδικότερα τα κίνητρα για τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα.  Η απόφαση αυτή πάρθηκε κατά την άποψή μας  κάτω από το βάρος  δύο αποφάσεων οι οποίες βεβαίως σχετίζονται μεταξύ τους.
Ο πρώτος λόγος είναι ότι οι προτάσεις που μέχρι σήμερα έχει παρουσιάσει ο σύμβουλος του ελληνικού δημοσίου (Deutsche Bank) έχουν κριθεί από τα  2/3 της  Τρόικας , ΕΕ και ΔΝΤ, ως πολύ φιλικές έως αρεστές , προς τους ιδιώτες μετόχους των ελληνικών τραπεζικών ιδρυμάτων.  Είναι βέβαιον ότι και οι δύο επιθυμούν τη διατήρηση του ιδιωτικού  χαρακτήρα των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων  όμως  φαίνεται , νομίζω σε αντίθεση με την ελληνική κυβέρνηση, ότι προβληματίζονται κατά το πόσο είναι εφικτή η διατήρηση της  ιδιωτικής φυσιογνωμίας του ελληνικού τραπεζικού συστήματος όταν θα υπάρξει τόσο μεγάλη συνεισφορά εκ μέρους του δημοσίου τομέα για την ανακεφαλαιοποίηση του συστήματος   . Εδώ αναπτύσσεται  από τη μεριά των ελλήνων τραπεζιτών το αντεπιχείρημα περί αφελληνισμού των ελληνικών τραπεζών μέσω της ακολουθουμένης τακτικής από τη μεριά των δανειστών .
Ο δεύτερος λόγος της αναβολής της απόφασης συνδέεται ευθέως με τον πρώτο και αφορά στις πολιτικές δυνάμεις που υποστηρίζουν την κυβέρνηση Παπαδήμου , οι οποίες με δεδομένα τα δημοσκοπικά ευρήματα εν όψει εκλογών , προτίμησαν να μην επιβαρύνουν περαιτέρω το εις βάρος τους  ήδη επιβαρυμένο κλίμα με ενέργειες που θα φανούν ότι για μια ακόμα φορά λαμβάνουν αποφάσεις ευνοϊκές για το χρηματοπιστωτικό σύστημα.

ΚΩΣΤΑΣ  ΜΕΛΑΣ  19.04.2012  

Τρίτη, 17 Απριλίου 2012

Ο Κυρίαρχος Λαός αποφασίζει στις Δημοκρατίες.



Η σκληρή πραγματικότητα της ελληνικής οικονομίας  θα βρίσκεται στο προσκήνιο των επερχόμενων εκλογών. Μια πραγματικότητα που ορίζεται ολοκληρωτικά από την  οικονομική κρίση που τείνει να εξουθενώσει μεγάλο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας ,   απειλώντας με διάρρηξη τον κοινωνικό  ιστό. Μπροστά σε αυτή την κατάσταση ,είναι  αληθές ότι η προσφυγή στις κάλπες συνιστά  το μοναδικό  αποτελεσματικό φάρμακο για μια πολιτική και οικονομική κρίση. Η αυτονόητη αυτή ,για τη δημοκρατία αλήθεια , δεν αποτελεί  αλήθεια αποδεκτή από  το σύνολο των ατόμων που απαρτίζουν την κοινωνία μας.  Δεν θεωρείται δηλαδή ότι  η προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία παραμένει  η ασφαλέστερη διαδικασία εξόδου από την κρίση. Κυρίως πρόκειται για πρόσωπα που εκμεταλλευόμενα τη δυνατότητα του επαγγέλματός τους έχουν καθημερινά τον τρόπο να εκφράζουν τις απόψεις τους. Προσπαθούν να επιχειρηματολογήσουν ποικιλοτρόπως. Ας δούμε συγκεκριμένα πως:  
 
Στην παρούσα φάση διατυπώνεται διαρκώς το ερώτημα αν ήταν αναγκαίο κατ’ αρχάς η προσφυγή στις εκλογές εν μέσω μιας σφοδρής οικονομικής θύελλας που πλήττει την χώρα και επιπλέον όταν η χώρα έχει συμφωνήσει στην εφαρμογή ενός συγκεκριμένου οικονομικού προγράμματος με την Τρόϊκα το οποίο χρειάζεται χρόνο για την εφαρμογή του στηριζόμενο κυρίως όμως στα δύο κόμματα εξουσίας- ΠΑΣΟΚ και ΝΔ- τα οποία κινδυνεύουν να μην μπορέσουν να επανακτήσουν τη απαιτούμενη πλειοψηφία για το σχηματισμό νέας κυβέρνησης. Συνεπώς  το επιχείρημα ενάντια στην προσφυγή σε εκλογές έχει σχέση με τον κίνδυνο να ανατραπεί η κοινοβουλευτική πλειοψηφία που στηρίζει το Μνημόνιο και να μπουν εμπόδια στη συνέχιση της εφαρμογή του.  Έχει νόημα όμως σε ένα δημοκρατικό καθεστώς να εγείρονται τέτοιου είδους επιχειρήματα; Νομίζω πως όχι. Σε καμιά περίπτωση. Στη δημοκρατία αποφασίζει ο κυρίαρχος Λαός.  Προσέξτε . Αποφασίζει ο Λαός.  Η κρίση του Λαού δεν είναι σοφή ούτε μη-σοφή. Δεν είναι λανθασμένη ούτε μη λανθασμένη. Δεν είναι δίκαια ή άδικη. Δεν υπάρχει κριτήριο ή κριτής που θα αποφανθεί για τα συγκεκριμένα θέματα. Στη Δημοκρατία απλά αυτά τα ζητήματα δεν τίθενται, δεν υπάρχουν, δεν υφίστανται. Η πολιτική είναι δόξα ,με την αρχαιοελληνική σημασία της λέξεως, έκφραση δηλαδή γνώμης . Αν συνοδεύεται και από φρόνησιν η οποία αριστοτελικά αποτελεί σπουδαία και καθοδηγητική  αρετή θα κριθεί εκ του ιστορικού αποτελέσματος του οποίου όμως  την αξιολόγηση  δύσκολα  μπορεί να λάβει μορφή ξ αντικειμενικής κρίσης.   
Συνεπώς η επικρατούσα άποψη ότι «ο ελληνικός λαός είναι σοφός», ότι ψηφίζει σωστά και ότι η κρίση του είναι δίκαιη, ότι κάθε φορά αποδίδει τα δέοντα, τόσο στα κόμματα όσο και στα πρόσωπα δεν αποδίδει επι ουδενί το σαφές και εγγενές χαρακτηριστικό του δημοκρατικού πολιτεύματος. Βεβαίως το ίδιο ισχύει και την ακριβώς αντίθετη άποψη που υποστηρίζει τα ακριβώς αντίθετα.
Ότι γράφεται εκ μέρους των κομμάτων και των διαφόρων εκπροσώπων τους αποτελεί ως εκ τούτου έκφραση της δικής τους γνώμης την οποία επιχειρούν να επιβάλλουν στον κυρίαρχο λαό. Αυτό αποτελεί και την τέχνη της πολιτικής. Δίνω ακόμα ένα παράδειγμα:
Στην παρούσα εκλογική αναμέτρηση τα ως τώρα ευρήματα των δημοσκοπήσεων παραπέμπουν σε μια εκλογική αναμέτρηση στην οποία τείνουν να κυριαρχήσουν ο θυμός, η αγανάκτηση και η ψήφος τιμωρίας. Ρωτώ : δεν είναι ανθρώπινα χαρακτηριστικά όλα τα παραπάνω; Όλα τα παραπάνω δεν μπορούν να συντεθούν και να εκφραστούν λογικά σε συγκεκριμένη ψήφο;  Επίσης δεν είναι συναισθήματα που εκφράζουν έστω και  in senso lato τη σημερινή  πραγματικότητα;  Ποιος είναι αυτός που θα επιβάλλει στο λαό να αποφανθεί με ένα  υποτιθέμενο «ορθό λόγο» που το περιεχόμενό του θα το έχει εκ των προτέρων ο ίδιος ορίσει;  
Προχωρώ παρακάτω με τη  διατύπωση μιας ακόμα  άποψης:
Αν διατηρηθούν οι σημερινές διαθέσεις η χώρα θα οδηγηθεί με μαθηματική βεβαιότητα σε καταστάσεις ακυβερνησίας ή, στην καλύτερη περίπτωση, θα επικρατήσουν ετερόκλητα θνησιγενή πολυκομματικά σχήματα, τα οποία δεν θα δύνανται όχι μόνο να υπερασπίσουν την παραμονή της χώρας στην ευρωζώνη αλλά ούτε τη στοιχειώδη λειτουργία της να διατηρήσουν ζωντανή δεν θα είναι σε θέση.
Ιδού  λοιπόν ο προκατασκευασμένος «ορθός λόγος» που λανσάρεται ως αντικειμενική αλήθεια. Ο πολυκερματισμός , η ακυβερνησία , τα θνησιγενή πολυκομματικά σχήματα, η παραμονή της χώρας στο ευρώ, οι ξένοι δανειστές κτλ.
Η αξιολογική κρίση ενός υποκειμένου επιζητεί  να λάβει θέση αντικειμενικής αλήθειας. Η απάντηση ως εκ τούτου δεν μπορεί να είναι παρά μια άλλη εξίσου αξιολογική κρίση που κινείται σε διαφορετική κατεύθυνση, και θα υποστήριζε  πχ. ναι στον πολυκερματισμό διότι ο μη –πολυκερματισμός των τελευταίων 40 ετών μας οδήγησε στη σημερινή κατάσταση, δεν μπορεί να υπάρξει ακυβερνησία στη δημοκρατία, πάντα θα βρεθεί λύση, γιατί δεν μπορεί να αποφανθεί ο λαός και το εκλογικό σώμα για τη σχέση του με το ενιαίο νόμισμα και μάλιστα όταν ο αρχιτεκτονικός  του σχεδιασμός  έχει αποδειχθεί ανεπαρκείς και η οικονομική πολιτική που το στηρίζει αδυνατεί να επιτύχει τη σύγκλιση των οικονομιών όπως ήταν το αρχικό σχέδιο κτλ.
  Αυτό είναι το παιχνίδι της δημοκρατίας. Η έκφραση γνώμης . Ακόμα και σε μια εποχή τεχνολογικά περίπλοκη όπως η σημερινή  , όπου τα υπάρχοντα προβλήματα απαιτούν εξειδικευμένες γνώσεις για να γίνουν αντιληπτά και κατανοητά , η ψήφος του κάθε ανθρώπου είναι αυτή που θα αποφασίσει για τα τεκταινόμενα.     
Συνεπώς στη δημοκρατία δεν υπάρχουν θέματα ταμπού, δεν υπάρχουν περιορισμοί, και κάθε είδους δίλημμα ή ακόμα κάθε εκβιαστική παρέμβαση λύνεται με την ψήφο του κυρίαρχου λαού δεδομένου ότι στην ιστορία της ανθρωπότητας δεν ανακαλύφθηκε τίποτε δικαιότερο που να μπορεί να την υποκαταστήσει.

ΚΩΣΤΑΣ  ΜΕΛΑΣ   17/04/2012

Δευτέρα, 16 Απριλίου 2012

Οι εγγενείς αντιφάσεις του οικονομικού προγράμματος του Μνημονίου .


Θα ήταν χρήσιμη μια αναφορά στην πρόσφατη συζήτηση για την ασκούμενη δημοσιονομική πολιτική. Από την αρχή εκδήλωσης της κρίσης , η συζήτηση εξελίχθηκε σε διακριτά στάδια. Στο πρώτο στάδιο (2008) κυριάρχησε η άποψη για την ανάγκη δημοσιονομικών κινήτρων , ώστε να αποφευχθεί μια άλλη Ύφεση. Μετά το 2010, το επίκεντρο έγινε η δημοσιονομική σταθεροποίηση , καθώς το υψηλό ΔΧ άρχισε να διευρύνεται περαιτέρω. Η αλλαγή της πολιτικής πραγματοποιήθηκε σε ένα περιβάλλον όπου η παγκόσμια οικονομία δεν είχε επανέλθει ολοκληρωτικά στην ανάκαμψη, ενώ η νομισματική πολιτική με επιτόκια κοντά στο μηδέν φαίνεται να είχε ελάχιστες δυνατότητες «να σπρώξει» την ανάκαμψη. Πρόσφατα, η επίκληση της λιτότητας έρχεται πάλι στο προσκήνιο.
Μεγάλος αριθμός αναπτυγμένων ευρωπαϊκών  κρατών  έχουν αρχίσει να εφαρμόζουν την τελευταία περίοδο , πολιτικές σταθερής και δραστικής δημοσιονομικής προσαρμογής. Οι πολιτικές αυτές εντάσσονται ή σωστότερα απορρέουν από μια θεωρητική προβληματική , σύμφωνα με την οποία , θεωρούνται άκρως απαραίτητες έτσι ώστε οι Χρηματοπιστωτικές Αγορές (ΧΠΑ) να εκτιμήσουν  με θετικό τρόπο ότι το Δημόσιο Χρέος (ΔΧ) των χωρών αυτών είναι διαχειρίσιμο. Βεβαίως οι σκληρές αυτές δημοσιονομικές πολιτικές φαίνεται να συμβαδίζουν με υποχωρήσεις του ρυθμού μεγέθυνσης του ΑΕΠ και σε πολλές χώρες και σε αρνητικούς ρυθμούς ανάπτυξης.  Τα γεγονότα αυτά έχουν δώσει λαβή σε δηλώσεις πολλών αναλυτών της οικονομικής συγκυρίας, σύμφωνα με τις οποίες υποστηρίζεται ότι η επιβαλλόμενη και ασκούμενη  συγκεκριμένη οικονομική πολιτική προκαλεί αυτοτροφοδοτούμενο καθοδικό φαύλο οικονομικό  κύκλο , δεδομένου ότι η αρνητική επίδραση στο ρυθμό μεγέθυνσης του ΑΕΠ προκαλεί αναπόφευκτα , μέσω των δημοσιονομικών πολλαπλασιαστών , χειροτέρευση της δημοσιονομικής θέσης , ως εκ τούτου απαιτούνται νέα μέτρα τα οποία οδηγούν σε νέο κύκλο παρόμοιο με τον προηγούμενο κτλ.
Όμως σύμφωνα ακόμα και με τον Υπεύθυνο Οικονομολόγο του ΔΝΤ, Olivier Blanchard[1], αλλά και τον Δ/ντή του Δημοσιονομικού Τομέα του ΔΝΤ, Carlo Cottareli[2]  , η συμπεριφορά των ΧΠΑ  είναι περισσότερο σύνθετη ως προς την αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας των χωρών που υποφέρουν από την αύξηση του ΔΧ/ΑΕΠ ,  από την παρακολούθηση απλά της προσπάθειας  δημοσιονομικής προσαρμογής , όπως επιχειρείται στην παρούσα κρίση  . Είναι σίγουρο ότι οι ΧΠΑ δεν αγαπούν    τα μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα ή τα υψηλά ΔΧ/ΑΕΠ.  Όμως δεν αρέσκονται συγχρόνως  σε χαμηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης του ΑΕΠ και κυριολεκτικά απεχθάνονται  αντίστοιχα τους αρνητικούς ρυθμούς  μεγέθυνσης [3]. Μάλιστα για να είμαστε περισσότερο ακριβείς επιθυμούν ρυθμούς μεγέθυνσης του ΑΕΠ , τέτοιους ώστε να δημιουργείται ικανή λειτουργική πηγή για την αποπληρωμή του ΔΧ. Απόδειξη αυτής της συμπεριφοράς των ΧΠΑ είναι η πρόσφατη υποβάθμιση αρκετών ευρωπαϊκών χωρών , ακριβώς για το λόγο ότι οι εκτιμήσεις για τη μεγέθυνση του ΑΕΠ ήταν χαμηλή έως αρνητική. Οι φράσεις που χρησιμοποίησε η Standard and Poors  ήταν : «μια μεταρρυθμιστική  διαδικασία βασισμένη  μόνο στον πυλώνα της δημοσιονομικής προσαρμογής (λιτότητας) , κινδυνεύει να μεταβληθεί σε μια αυτό-διαψευδόμενη διαδικασία , καθώς η εγχώρια ζήτηση πέφτει δραστικά μαζί με την αυξανόμενη ανησυχία των καταναλωτών σχετικά με την εξασφάλιση των θέσεων εργασίας και του διαθέσιμου εισοδήματος , μειώνοντας τα έσοδα του δημοσίου από φόρους».  Όλες οι υπάρχουσες αναλύσεις δείχνουν ότι όταν οι χώρες «σκληραίνουν» τη δημοσιονομική πολιτική και η οικονομία επιβραδύνεται , μερικά από τα κέρδη που προέρχονται από τα καλύτερα δημοσιονομικά αποτελέσματα θα μπορούσαν να χαθούν μέσω της χαμηλότερης μεγέθυνσης του ΑΕΠ. Εμπειρικά έχει επιβεβαιωθεί η άποψη ότι τα spreads των κρατικών ομολόγων αυξάνονται όταν η μεγέθυνση του ΑΕΠ είναι χαμηλή και η στενή δημοσιονομική πολιτική γίνεται περισσότερο στενή και βίαιη (αυτό που συμβαίνει σήμερα στην Ισπανία). Συνεπώς εξ αυτού συνάγεται , ότι η συνεχώς στενότερη δημοσιονομική πολιτική δεν μπορεί να αποτελέσει το μοναδικό εργαλείο που θα επιτρέψει την επανάκτηση της εμπιστοσύνης των ΧΠΑ. Το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα από το επιδιωκόμενο επιτυγχάνεται.
Το δεύτερο σημείο στη λογική του υποδείγματος του ΔΝΤ που χρειάζεται να υπογραμμισθεί είναι η λεγόμενη υπόθεση της  δημοσιονομικής συστολής(προσαρμογή) ως εμπεριέχουσας εγγενώς αναπτυξιακές δυνατότητες που  προβλέπει ότι, υπό ορισμένες περιστάσεις, μια σημαντική μείωση των κρατικών δαπανών που αλλάζει τις μελλοντικές προσδοκίες σχετικά με τους φόρους και τις δαπάνες της κυβέρνησης θα δώσει ώθηση στην επέκταση της ιδιωτικής κατανάλωσης, με αποτέλεσμα την επίτευξη  συνολικής οικονομικής ανάπτυξης[4]. Βασίζεται στην  παραδοσιακή υπόθεση ότι η μείωση των κρατικών δαπανών ως ποσοστό του ΑΕΠ θα μειώσει  την εκτόπιση (crowding out) που προκαλεί η παρέμβαση του δημόσιου τομέα , δημιουργώντας χώρο στον ιδιωτικό τομέα να επεκταθεί[5]  κάτι που  λειτουργεί μόνο όταν η οικονομία είναι κοντά στην πλήρη απασχόληση. Παράλληλα υπάρχουν πολλές προϋποθέσεις που χρειάζεται να λειτουργήσουν όπως: μια σημαντική υποτίμηση του νομίσματος πριν από την ανάληψη μιας πρόσδεση σε ένα σταθερό νόμισμα, τη βελτίωση του προϋπολογισμού μέσω σημαντικών  αυξήσεων φόρων και περικοπών δαπανών καθώς και την εξασφάλιση επαρκούς ρευστότητας επειδή το ύψος του  τρέχοντος  διαθέσιμου εισοδήματος δεν πρέπει να περιορίζουν την κατανάλωση. 
Τρίτο σημείο , οι διαρθρωτικές αλλαγές οι οποίες υπό προϋποθέσεις θα μπορούσαν να σπρώξουν την ανταγωνιστικότητα και τη μεγέθυνση της οικονομίας είναι κρίσιμες , αλλά χρειάζονται χρόνο για να αποδώσουν. Όμως και εδώ χρειάζεται προσεκτική και συστηματική μελέτη των ειδικών συνθηκών που ισχύουν σε κάθε συγκεκριμένη χώρα.
Σε πρόσφατο άρθρο του ο Υπεύθυνος Οικονομολόγος του ΔΝΤ, Olivier Blanchard[6]υποστηρίζει με απόλυτο τρόπο  το οικονομικό σχέδιο που έχει επιβληθεί στην ελληνική οικονομία , παρότι δια γυμνού οφθαλμού φαίνονται οι αποτυχίες  και οι εγγενείς αδυναμίες του. Στο συγκεκριμένο άρθρο αποκλείει κατηγορηματικά επίσης ότι έχει προβληθεί ως εναλλακτικό –συμπληρωματικό σχέδιο . Συγκεκριμένα για τον Olivier Blanchard   : όσοι υποστηρίζουν[7] ότι η κατασκευή μεγάλων έργων υποδομής μπορούν να «σπρώξουν» τη μεγέθυνση, να αυξήσουν την παραγωγικότητα και να καλυτερέψουν τα  δημοσιονομικά ελλείμματα αλλά και τα ελλείμματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών λένε πράγματα φανταστικά. Όλα αυτά, η μεταφορά πόρων από τις Βρυξέλλες , μπορούν να είναι χρήσιμα ώστε να προκαλέσουν αύξηση της ζήτησης. Όμως το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας δεν είναι πρωταρχικά πρόβλημα φυσικών υποδομών. Τα προγράμματα τέτοιου είδους που  χρηματοδοτούνται από κρατικούς πόρους (sic) μπορούν να έχουν ελάχιστη επίδραση στη μεγέθυνση βραχυχρονίως, ενώ χειροτερεύουν τη δημοσιονομική κατάσταση. Παράλληλα  μόνο η δραστική μείωση των μισθών , (περαιτέρω μείωση 20,0%) μπορεί να έχει θετικά αποτελέσματα στην ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας.  
Αν θέλουμε να εξάγουμε ορισμένα συμπεράσματα αυτά θα ήσαν:
Στην Ελλάδα εφαρμόζεται ένα οικονομικό πρόγραμμα οι συντάκτες του οποίου δεν έχουν  λάβει σοβαρά υπόψη   τους  ούτε το θεωρητικό περίβλημα του υποδείγματος που υποστηρίζεται από το ίδιο το ΔΝΤ. Καμιά από τις προϋποθέσεις που υποτίθεται ότι θα έπρεπε να ισχύουν δεν ισχύουν για την ελληνική οικονομία. Οι διαρθρωτικές αλλαγές που επιβάλλονται και με τον τρόπο που επιβάλλονται πριονίζουν τον κορμό στον οποίο στηρίζεται επί 160 χρόνια η ελληνική οικονομία (εδώ η ιστορία κατισχύει  οποιασδήποτε θεωρητικής οικονομικής επιστημονικής επίφασης) .  Δεν υποδεικνύεται απολύτως κανένας τρόπος διεξόδου που μπορεί τουλάχιστον να ψηλαφιστεί.  Το πρόγραμμα δεν θα αποτύχει στην περίπτωση που συμβούν απρόβλεπτες καταστάσεις , όπως υποστηρίζει το ΔΝΤ, αλλά θα αποτύχει λόγω των εγγενών  θεωρητικών και ιστορικών αντιφάσεων του.

ΚΩΣΤΑΣ ΜΕΛΑΣ   16.04.2012.


[1] Blanchard O (2011), “2011 in review: Four hard truths”, IMF.org.  
Blanchard, Olivier and Carlo Cottarelli (2010) “Ten commandments for fiscal adjustment in advanced economies”, VoxEU.org, 28 June.
[2] Cottarelli, Carlo (2012), "Fiscal Adjustment: too much of a good thing?", VoxEU.org, 8 February.
[3] Σκεφτείτε λίγο σας παρακαλώ τον τρόπο που οι ΧΠΑ αντιμετωπίζουν το ελληνικό παράδειγμα.

[4] Δες:Κ. Μελάς, Η υπόθεση της "αναπτυξιακής δημοσιονομικής συστολής". http://www.kostasmelas.gr/2012/04/blog-post_11.html

 


[5] Giavazzi, Fransesco; Pagano, Marco (1990). "Can Severe Fiscal Contractions Be Expansionary? Tales of Two Small European Countries" . NBER Macroeconomics Annual 5 : 75–111 . http://www.jstor.org/stable/3585133 .  Retrieved 16 December 2011

[6]  Olivier Blanchard   The logic and fairness of Greece’s programme http://www.voxeu.org/index.php?q=node/7759


[7] Όπως τελευταία το ΠΑΣΟΚ του κ. Βενιζέλου.

Τετάρτη, 11 Απριλίου 2012

Η υπόθεση της "αναπτυξιακής δημοσιονομικής συστολής" (Μέρος Πρώτο).

Η υπόθεση της  δημοσιονομικής συστολής(προσαρμογή) ως εμπεριέχουσας εγγενώς αναπτυξιακές δυνατότητες  προβλέπει ότι, υπό ορισμένες περιστάσεις, μια σημαντική μείωση των κρατικών δαπανών που αλλάζει τις μελλοντικές προσδοκίες σχετικά με τους φόρους και τις δαπάνες της κυβέρνησης θα δώσει ώθηση στην επέκταση της ιδιωτικής κατανάλωσης, με αποτέλεσμα την επίτευξη  συνολικής οικονομικής ανάπτυξης. Η υπόθεση εισήχθη από τον Francesco Giavazzi  και τον Marco Pagano το 1990 σε μια εργασία  στην οποία χρησιμοποιήθηκαν   οι φορολογικές αναδιαρθρώσεις της Δανίας και της Ιρλανδίας τη δεκαετία του 1980 ως παραδείγματα.[1]
Η ιδέα ότι η δημοσιονομική συστολή μπορεί να οδηγήσει σε ανάπτυξη είναι κοινώς γνωστό ως «επεκτατική δημοσιονομική πολιτική λιτότητας». Η θεωρητική της βάση εδράζεται
 Θεωρητική Βάση
Οι συγγραφείς περιγράφουν αυτή την υπόθεση  ως «γερμανική άποψη της μείωσης του  προϋπολογισμού (budget-cutting  Η γερμανική άποψη περιλαμβάνει επίσης την πιο παραδοσιακή υπόθεση ότι η μείωση των κρατικών δαπανών ως ποσοστό του ΑΕΠ θα μειώσει  την εκτόπιση (crowding out) που προκαλεί η παρέμβαση του δημόσιου τομέα , δημιουργώντας χώρο στον ιδιωτικό τομέα να επεκταθεί[2]  κάτι που  λειτουργεί μόνο όταν η οικονομία είναι κοντά στην πλήρη απασχόληση. Οι συγγραφείς, επίσης δεν παρέχουν ένα μοντέλο για την Αναπτυξιακή Διάσταση της  Οικονομικής και Δημοσιονομικής  Συστολής, αλλά μάλλον περιγράφουν  συνθήκες που παρατηρήθηκαν στη Δανία το  1983 - 84 και στην Ιρλανδία το 1987-89, μια περίοδος που ο κόσμος βρισκόταν σε ταχεία πτώση των επιτοκίων και σε ευρεία  παγκόσμια ανάπτυξη. Οι όροι αυτοί περιελάμβαναν μια σημαντική υποτίμηση του νομίσματος πριν από την ανάληψη μιας πρόσδεση σε ένα σταθερό νόμισμα ( το γερμανικό μάρκο στην περίπτωση της Δανίας), τη βελτίωση του προϋπολογισμού μέσω σημαντικών  αυξήσεων φόρων και περικοπών δαπανών καθώς και την εξασφάλιση επαρκούς ρευστότητας επειδή το ύψος του  τρέχοντος  διαθέσιμου εισοδήματος δεν πρέπει να περιορίζουν την κατανάλωση.  Οι συγγραφείς ανέφεραν ότι όταν  το τρέχον διαθέσιμο εισόδημα περιορίζει την κατανάλωση, «οι κεϋνσιανές προτάσεις  φαίνεται να ανακτούν την προφητική δύναμη τους, όπως αποδεικνύεται από την πτώση 7% σε πραγματικούς κατανάλωσης το 1982 κατά το πρώτο ιρλανδικό πρόγραμμα σταθεροποίησης." [3]

Έρευνες Υποστήριξης  και Διαφωνίες
Μια μελέτη[4] του 2009 σχετικά με την περίπτωση της δημοσιονομικής «αναπτυξιακής» προσαρμογής της  Δανίας το 1983-86  εφάρμοσε την μεθοδολογία  διαρθρωτικής Var  στη  μελέτη των γεγονότων  για τον έλεγχο της συγκεκριμένης  υπόθεση («structural Var /event study methodology to test the EFC hypothesis»).
 Η μελέτη κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η συγκεκριμένη δημοσιονομική συστολή-προσαρμογή   όπως εφαρμόστηκε στη Δανία  δεν είχε υπό μιαν έννοια, βλαπτικές επιδράσεις στην οικονομική επέκταση, ότι η συγκεκριμένη υπόθεση , EFC, μπορεί να λειτουργήσει, αλλά μόνο για  μεγάλες και αξιόπιστες (;) προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης, και επίσης  ότι  άλλες (;) μεταρρυθμίσεις στην ίδια περίοδο , ενδέχεται να έχουν παίξει παράλληλα  έναν σημαντικό ρόλο στην όλη κατάσταση . Οι συγγραφείς προειδοποίησαν ότι η οικονομική συρρίκνωση, όπως προβλέπεται από την παραδοσιακή κεϋνσιανή οικονομική, θα είναι το  πιθανότατα αποτέλεσμα αν η  συρρίκνωση της κυβέρνησης ήταν σταδιακή και όχι  μεγάλη και έντονα  διαρθρωτικού χαρακτήρα. Η ανάλυση της EFC με   νεο-κεϋνσιανή μοντελοποίηση κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, ενώ υπήρξαν περιπτώσεις στις οποίες η κατανάλωση θα μπορούσε να αυξηθεί μέσω της δημοσιονομικής συρρίκνωση,  σε όλες τις περιπτώσεις ήταν αρνητικά ή ουδέτερη  για την απασχόληση, κάτι που δημιουργεί την ανάγκη περαιτέρω διερεύνησης  επιπλέον παραγόντων  στο χώρο της αγοράς  εργασίας για να καταστεί δυνατή η εξήγηση  της μείωσης της ανεργίας στη Δανία και στην Ιρλανδία τη δεκαετία του 1980.
 Η μελέτη κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ιρλανδική μεγέθυνση  ήταν στην πραγματικότητα χαμηλότερη  από αυτή που θα αναμενόταν χωρίς την εφαρμογή της  δημοσιονομικής  συστολής,  χρησιμοποιώντας  τη μεγέθυνση  του Ηνωμένου Βασιλείου  την ίδια περίοδο, ως συγκριτική περίπτωση.
Πάνω από το μέσο όρο ανάπτυξης στη Δανία ήταν πιθανό να οφειλόταν  σε σοκ προσφοράς, με τη μορφή της κατάργησης των μηχανισμών τιμαριθμικής αναπροσαρμογής των μισθών και προσωρινή πάγωμα των μισθών η οποία είχε ως αποτέλεσμα οι πραγματικοί μισθοί να μειωθούν  κατά 4% μεταξύ 1982 και 1986.[5]
Ένα έγγραφο εργασίας του ΔΝΤ[6]  για την «επεκτατική λιτότητα» και την υπόθεση  επεκτατικής δημοσιονομικής συστολής  που εξέτασε τις προτεινόμενες  αλλαγές στην οικονομική πολιτική με σκοπό να μειωθούν τα ελλείμματα διαπίστωσε ότι η  επιβολή λιτότητας είχε  συσταλτικές  επιπτώσεις στην εγχώρια ιδιωτική ζήτηση και το ΑΕΠ. Η έκθεση κατέληξε στο συμπέρασμα ότι άλλες μελέτες φάνηκε να μεροληπτούν υπερεκτιμώντας τις  επεκτατικές  επιπτώσεις της λιτότητας στη μεγέθυνση του ΑΕΠ.


Βιβλιογραφικές Αναφορές
  1. Giavazzi, Fransesco - Pagano, Marco (1990). "Can Severe Fiscal Contractions Be Expansionary? Tales of Two Small European Countries" . NBER Macroeconomics Annual 5 : 75–111 . http://www.jstor.org/stable/3585133 .  Retrieved 16 December 2011 .   
  2.  Bergman, U. Michael; Hutchinson, Michael (2010). "Expansionary Fiscal Contractions: Re-evaluating the Danish Case" . International Economic Journal (Korean International Economic Association) 24(1) : 71–93 . http://people.ucsc.edu/~hutch/expansionaryfiscalcontractions.pdf . Retrieved 16 December 2011 .   
  3.  Barry, Frank; Devereux, Michael B. (April 1995). "The 'Expansionary Fiscal Contraction' Hypothesis: A Neo-Keynesian Analysis" . Oxford Economic Papers, New Series (Oxford University Press) 47 (2): 249–264 . http://www.jstor.org/stable/2663558 . Retrieved 16 December 2011 .  
  4. Guajardo, Jaime; Leigh, Daniel; Pescatori, Andrea (July 2011). "Expansionary Austerity: New International Evidence" . International Monetary Fund . http://www.imf.org/external/pubs/ft/wp/2011/wp11158.pdf .  Retrieved 22 December 2011 .


[1] Giavazzi, Fransesco; Pagano, Marco (1990). "Can Severe Fiscal Contractions Be Expansionary? Tales of Two Small European Countries" . NBER Macroeconomics Annual 5 : 75–111 . http://www.jstor.org/stable/3585133 .  Retrieved 16 December 2011
[2] Οπ παρ.
[3]  ΟΙ  απαιτούμενες προϋποθέσεις δείχνουν με σαφήνεια και απλότητα γιατί το εφαρμοζόμενο πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής στην ελληνική οικονομία  εκτός του ότι είναι βίαιο ,εκδικητικό και μη αλληλέγγυο , είναι εντελώς έξω και από το «αμφισβητούμενο» αλλά σε κάθε περίπτωση  υποστηριζόμενο από το ΔΝΤ γενικό υπόδειγμα. Θα επανέλθουμε σε αυτή την πλευρά της κριτικής μας σε επόμενα άρθρα .       
[4] Bergman, U. Michael; Hutchinson, Michael (2010). "Expansionary Fiscal Contractions: Re-evaluating the Danish Case" . International Economic Journal (Korean International Economic Association) 24(1) : 71–93 . http://people.ucsc.edu/~hutch/expansionaryfiscalcontractions.pdf . Retrieved 16 December 2011 . 


[5] Barry, Frank; Devereux, Michael B. (April 1995). "The 'Expansionary Fiscal Contraction' Hypothesis: A Neo-Keynesian Analysis" . Oxford Economic Papers, New Series (Oxford University Press) 47 (2): 249–264 . http://www.jstor.org/stable/2663558 . Retrieved 16 December 2011 .  

[6] Guajardo, Jaime; Leigh, Daniel; Pescatori, Andrea (July 2011). "Expansionary Austerity: New International Evidence" . International Monetary Fund . http://www.imf.org/external/pubs/ft/wp/2011/wp11158.pdf .  Retrieved 22 December 2011 .