Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2012

Το Μνημόνιο και άλλα ζητήματα.

 Δεν νομίζω ότι χρειάζονται και πάρα πολλά για να αναδείξουμε το αδηφάγο της πολιτικής των μνημονίων.  

 Ήμουνα “κάθετα” αντίθετος στη λογική του μνημονίου ως οικονομικού, κατ’ αρχήν, προγράμματος προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας, ως προς την αποτελεσματικότητά του σε σχέση με τους στόχους που το ίδιο έθετε. Ήταν αδύνατο να έχει “επιτυχία”, αν λάβουμε υπόψη το πώς λειτουργεί μια οικονομία θεωρητικά και η ελληνική ειδικά. Ως οικονομικό πρόγραμμα είχε μια απλή αλλά σαφή λογική: η ελληνική οικονομία –ας μου επιτραπεί η αυτονόμησή του οικονομικού  από το κοινωνικό – έχει τεράστια ελλείμματα, μεγάλο πρόβλημα χρέους και ανταγωνιστικότητας.
Το ζήτημα είναι πως μπορούσαμε να “γιατρέψουμε” αυτά τα προβλήματα. Υπάρχουν δύο λογικές. Η μία είναι να μπορέσουμε να διατηρήσουμε, όσο το δυνατόν, το επίπεδο ευημερίας του ελληνικού λαού, το οποίο  είχε επιτευχθεί τα τελευταία 20 χρόνια και σε ένα βάθος χρόνου μέσω της ανάπτυξης και  του πληθωρισμού του χρέους, να μπορέσουμε να τα αντιμετωπίσουμε. Αυτό ήταν το πιο λογικό. Έπρεπε να ιδούμε και διαρθρωτικά προβλήματα της οικονομίας π.χ. –η Αριστερά το θέτει ανέκαθεν– το πρόβλημα της τεράστιας φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής, αλλά και της συρρίκνωσης της παραγωγικής βάσης , που θα έλυνε το πρόβλημα σ’ ένα μεγάλο βαθμό. Η άλλη είναι λογική των Γερμανών, μια σταθερή νεοφιλελεύθερη –αν και η γερμανική εκδοχή της έχει στοιχεία που την κάνουν σκληρότερη. Βάση της ήταν η ελληνική οικονομία να “κατέβει” τόσο ώστε τα ελλείμματα να εκλείψουν, να γίνουν διαχειρίσιμα. Και μάλιστα αυτό να γίνει με τρία χρόνια! Ήταν αδύνατο, κρίνοντάς το και μόνο από την πλευρά της οικονομικής επιστήμης, όχι ως κοινωνικό ζήτημα. Αποτέλεσμα είναι σήμερα να μειώνονται, μισθοί, συντάξεις, ευημερία, το κοινωνικό, κράτος. Να σημειώσουμε εδώ ότι το κοινωνικό κράτος δεν είναι δώρο είναι κάτι που το έχουμε πληρώσει, και μας το αφαιρούν, αφαιρούν εισόδημα και εξ αυτού.

Η έμφαση τώρα είναι στους μισθούς, στις σχέσεις εργασίας

Προσέξτε. Υπάρχουν μελέτες, από ΔΝΤ, Επιτροπή, ΕΚΤ, Τράπεζας της Ελλάδος, οι οποίες λένε ότι η διεθνής ανταγωνιστικότητα εξαρτάται πολύ λίγο από τις αμοιβές. Πρόκειται για έναν ιδεολογικό όρο που χρησιμοποιείται τα τελευταία 20 χρόνια αντί του όρου οικονομική ανάπτυξη. Υποκρίπτει έναν ιδεολογικό προσδιορισμό διότι το μοντέλο που λειτουργεί σήμερα είναι το νεοφιλελεύθερο, μ’ αυτό καθορίζονται τα κριτήρια της ανάπτυξης. Όλοι οι δείκτες που μετρούν τη διεθνή ανταγωνιστικότητα μιας χώρας, τι λένε για την Ελλάδα; Ότι από τις τρεις συνιστώσες της, το μοναδιαίο κόστος εργασίας και την σταθμισμένη συναλλαγματική ισοτιμία, η τελευταία που επί της ουσίας είναι οι διακυμάνσεις του ευρώ, άρα δεν εξαρτάται από εμάς εξηγεί, για το διάστημα 2000 – 2008, το 70% της απώλειας ανταγωνιστικότητας! Αν την περίοδο αυτή οι μισθοί αυξάνονταν 4% δηλαδή όσο η παραγωγικότητα και όχι 6% τότε, οι ίδιες μελέτες λένε ότι η θετική επίπτωση στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών θα  ήταν μόλις 1% .
    Επιμένουν ωστόσο στη μείωση των μισθών
Είναι το ιδεολογικό. Ό,τι επιχειρήματα και να τους φέρεις δεν θα τα ακούσουν. Το σχέδιο είναι η ελληνική οικονομία –συνολικά– να λειτουργήσει 30% πιο κάτω. Αυτό σημαίνει εσωτερική υποτίμηση. Διότι θεωρούν ότι, ό,τι επιτεύχθηκε ήταν με δανεικά. Η οικονομία πρέπει να φτάσει εκεί που να μπορεί να λειτουργεί χωρίς χρέη. Φυσικά αν επιτευχθεί αυτό που θεωρούν σωστό οι Γερμανοί η Ελλάδα θα βρεθεί τουλάχιστον στο επίπεδο της δεκαετίας του 1970.

Ωστόσο αντιλαμβάνονται ότι, π.χ. το χρέος, δεν είναι διαχειρίσιμο. Προχώρησαν στο “κούρεμα”. Τι γίνεται με το περιβόητο PSI;
 Έχω την εντύπωση ότι η συμφωνία θα κλείσει με ένα κούρεμα 50%, ίσως και 55%. Ανάλογα βέβαια με το επιτόκιο –4%-5% λέγεται– διότι αν υπολογίσουμε τα ομόλογα με βάση την τρέχουσα παρούσα αξία – το κούρεμα μπορεί να φθάσει 65%-70%. Σημαίνει ότι οι κάτοχοι ομολόγων, το 2012 θα γράψουν στα βιβλία τους ζημιά με όρους, παρούσας αξίας, όχι του ονομαστικού κουρέματος. Βεβαίως, πρέπει να δούμε τα στοιχεία πρώτα. Στην προηγούμενη συμφωνία κουρέματος 21%, στην ουσία, λόγω υψηλών επιτοκίων που εμπεριείχαν τα νέα ομόλογα , το κούρεμα αναλογούσε σε απώλειες, σε όρους παρούσας αξίας , μόνο 2-3 % .

Τώρα γιατί δεν θα γίνει το ίδιο;

Καθώς φαίνεται, είναι ένα στοιχείο αυτό, το ΔΝΤ θέλει το χρέος να είναι διαχειρίσιμο. Από το καταστατικό του οφείλει να δίνει δάνεια όταν το χρέος είναι διαχειρίσιμο. Υπάρχει ήδη κριτική από χώρες-μέλη του. Φυσικά, υπάρχει, λοιπόν, μια πίεση. Το δεύτερο σημείο που πρέπει να ριχθεί το βάρος, να ασκηθεί πίεση και από τις πολιτικές δυνάμεις της Αριστεράς, είναι να συμπεριληφθούν στο κούρεμα και τα ομόλογα που κατέχει η ΕΚΤ, κάπου 45-50 δισ. Τα έχει αγοράσει γύρω στο 75% της αξίας τους –εγώ το υπολογίζω 55%-60%. Θέλει να τα πάρει εις ολόκληρον, δηλαδή να κερδοσκοπήσει! Ενώ υποτίθεται, ότι θέλει να βοηθήσει τη χώρα… Η Ελλάδα πρέπει οπωσδήποτε να τα επαναγοράσει στην τιμή που τα αγόρασε η ΕΚΤ, εξοικονομώντας έτσι περίπου 20 δισ. Το τρίτο είναι το δίκαιο που θα πρέπει να διέπει τα νέα ομόλογα. Κατά τη γνώμη μου αν επικρατήσει το Αγγλικό δίκαιο ( κάτι που θεωρείται δεδομένο) το κύριο είναι όχι, όπως λέγεται, ότι θα μας ζητήσουν υποθήκες με πιθανές κατασχέσεις κ.τ.λ. αλλά ότι θα δυσκολευθεί η ελληνική πλευρά στο μέλλον να ξαναβγάλει ομόλογο με βάση το ελληνικό δίκαιο.

Δημιουργεί, δηλαδή, ένα κακό προηγούμενο
 Ανέκαθεν όλα, σχεδόν, τα ομόλογα εκδίδονταν με το αγγλικό δίκαιο διότι οι χώρες δεν είχαν την απαιτούμενη πιστοληπτική ικανότητα. Και η Ελλάδα  πέτυχε τα τελευταία χρόνια, λόγω ένταξης στην ΕΕ κ.τ.λ.  να εκδίδει με βάση το ελληνικό δίκαιο. Όπως και η Πορτογαλία κ.ά. Δεν λέω ότι δεν θα είναι αρνητικό αυτό αλλά αναφέρω το ιστορικό του ζητήματος.

Πώς τίθεται το πρόβλημα των τραπεζών;
 Όπως είπαμε οι τράπεζες θα γράψουν στον ισολογισμό τους παρούσες  αξίες μειωμένες, άρα υπάρχει ζήτημα κεφαλαιακής επάρκειας, επανακεφαλαιοποίησης. Πρόβλημα, βέβαια, λυμένο με δημόσιο χρήμα. Ακόμη και στις τράπεζες που, όπως λέγεται, δεν είχαν πιεσθεί να πάρουν στο παρελθόν ομόλογα θα δοθούν μετοχές κοινές, δε θα χάσουν, υπό μία έννοια, δικαιώματα. Ενώ οι άλλες που “πιέστηκαν” –από ποιον άραγε; Γίνονταν όπως ξέρετε κερδοσκοπία– θα πάρουν κοινές αλλά χωρίς τα δικαιώματα των κοινών! Δηλαδή, χωρίς δικαιώματα ψήφου. Θα γίνει ένας συμβιβασμός, ως φαίνεται. Διότι το χρηματοπιστωτικό σύστημα παίζει σπουδαίο ρόλο, είναι αιχμή του δόρατος του νεοφιλελευθερισμού.

Ποια η κατάσταση των ελληνικών τραπεζών;
 Έχουν πολλά προβλήματα, ιδίως ρευστότητας, δηλαδή για την ικανότητα τους να “παράγουν” χρήμα να το δώσουν στην οικονομία, στην αγορά. Συνεχής ύπαρξη, όμως, προβλήματος ρευστότητας αντανακλά αμέσως στη φερεγγυότητα, δηλαδή στην κεφαλαιακή τους επάρκεια. Μάλιστα εάν οι τράπεζες μας υιοθετήσουν ως δείκτη επάρκειας το 10%, νομίζω ότι θα υπάρξει πρόβλημα. Το τραπεζικό σύστημα, βεβαίως, πρέπει να λειτουργεί σταθερά, είναι ένας πυλώνας. Όμως δεν μπορεί να λειτουργεί μ’ αυτούς τους όρους.

Γι’ αυτό τίθενται και από τον ΣΥΡΙΖΑ, και όχι μόνο, το ζήτημα της μετατροπής των τραπεζών σε ταμιευτήρια, δημόσιου συμφέροντος, και σε μικρά μεγέθη.
Σωστά, υπό μια έννοια, πολιτικά και θεωρητικά. Αλλά να δούμε ποια είναι η τάση. Ακόμη, να λάβουμε υπόψη πιο είναι και το ελληνικό δημόσιο. Εκεί που πρέπει να στηριχθεί η θέση της Αριστεράς είναι να φύγει από τη μέση ο μέτοχος και στη θέση του να υπάρξει ο πραγματικός μέτοχος που είναι ο καταθέτης. Οι εμπορικές τράπεζες έχουν το μετοχικό τους κεφάλαιο που είναι περίπου 2,5-4%, που φθάνει το 8% υπολογίζοντας μερικά ακόμη στοιχεία του επιτρέπει ο νόμος, διαχειρίζεται και δραστηριοποιεί ενεργητικά τεράστια πολύ πολλαπλάσια. Η Ντόιτσε Μπανκ, π.χ., έχει 40 δις. και διαχειρίζεται 800 δις! Άρα, κατά την άποψή μου εκεί είναι η αλλαγή του τραπεζικού συστήματος, ότι ο μέτοχος έγινε κυρίαρχος, το ΔΣ και εν τέλει ο Διευθύνων Σύμβουλος που αποφασίζουν για τα πάντα και φυσικά και το ποιος κερδίζει... Όμως η Τράπεζα είναι εντολοδόχος κατά βάση και κυρίως των καταθετών.

Η τράπεζα δεν είναι μια οποιαδήποτε επιχείρηση

 Αυτό είναι το δεύτερο μεγάλο ζήτημα. Παίζει ιδιαίτερο ρόλο, δεν είναι μια βιομηχανία που παράγει, π.χ., ποτήρια αλλά το αίμα του συστήματος. Άρα, πρέπει να έχει ιδιαίτερα κριτήρια. Να λειτουργεί με πολύ συγκεκριμένες μορφές και όρους που ευνοούν την ανάπτυξη της οικονομίας. Δουλειά της είναι να παίρνει από τους “πλεονάζοντες” και να δίνει στους “ελλειμματικούς” διατηρώντας συγχρόνως την φερεγγυότητά της και την ασφάλεια των καταθέσεων. Αν είναι ιδιαίτερη επιχείρηση που και γι’ αυτό διασώζεται ανά πάσα στιγμή, δεν μπορεί και να κάνει ό,τι θέλει. Άρα να την ελέγχει το Δημόσιο, άλλα μακράν από το ελληνικό, άλλο Δημόσιο. Είναι, λοιπόν, μια φιλοσοφία που πρέπει ν’ αλλάξει. Η Ελλάδα, επίσης, επειδή είναι στην ΕΕ, έχει και περιορισμούς που ορίζουν τη λειτουργία των τραπεζών. Μια τράπεζα που θα έχει δημόσια ή κοινωνική λειτουργία θα προσπαθούσε, στο βαθμό που της επιτρεπόταν, να επικεντρωθεί σε θέματα ανάπτυξης της χώρας. Τα περισσότερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τώρα οι τράπεζες, φυσικά, θα μεταφέρονταν και σε μια δημοσίου συμφέροντος. Τώρα, ουσιαστικά αδρανούν προσπαθώντας να καλύψουν τρύπες, δηλαδή εκπρόθεσμες υποχρεώσεις και να κερδίσουν ή να κερδοσκοπήσουν με τα κρατικά ομόλογα κ.τ.λ. Εάν δεν αλλάξει το γενικό κλίμα, δεν ανατραπεί η πορεία ύφεσης, αυτό θα συνεχισθεί.



Αυτές τις ημέρες για άλλη μια φορά τα χρηματοπιστωτικά κέντρα, ιδίως το ΔΝΤ ανησύχησαν πραγματικά για το ενδεχόμενο να καταρρεύσει η Ελλάδα. Άρα έχει πάντα χαρτιά στο χέρι.

Μα φυσικά, ούτε συζήτηση, παρότι η Μέρκελ “χειρίζεται” το όλον θέμα. Ακόμη και τώρα μια άλλη κυβέρνηση –διότι αυτές δεν είναι ουσιαστικά κυβερνήσεις, είναι ταυτισμένες με το μνημόνιο– μπορεί να διαπραγματευτεί. Πρώτα και κύρια θέτοντας στο τραπέζι το ότι η χώρα δεν μπορεί να προχωρήσει έτσι, μ’ αυτή την ύφεση.

Έχει φθάσει σε έναν κόμπο η ΕΕ. Η πρόβλεψή σου;

Νομίζω, ότι η Αριστερά πρέπει να κατανοήσει ότι τα προβλήματα στην Ευρώπη δεν είναι προβλήματα κοινωνικών δυνάμεων ή λαών. Κυρίως, αυτή τη στιγμή, που δεν υπάρχει ένας ευρωπαϊκός Δήμος, είναι προβλήματα μεταξύ κρατών. Υπάρχει ένα καρτέλ δυνάμεων το οποίο επιβάλλει πολιτικές οι οποίες κατά βάση είναι νεοφιλελεύθερες. Δεν μπορείς όμως να λύσεις μόνο κινηματικά αυτό το ζήτημα, όχι ότι δεν χρειάζονται τα κινήματα. Χρειάζεται όμως και η πολιτική άποψη της Αριστεράς, τα συνδικαλιστικά  αιτήματα τα θέτουν τα συνδικάτα. Το πολιτικό, λοιπόν προέχει και  αυτό είναι και το ζητούμενο, μιλώντας γκραμσιανά, η απόκτηση της ηγεμονίας. Αυτό είναι το δύσκολο. Διότι πρέπει να κατακτηθεί σε κάθε χώρα μέλος της ΕΕ. Από την άλλη μεριά όμως η ΕΕ όπως είναι δομημένη δεν έχει μέλλον. Τα τελευταία 30 χρόνια βρίσκεται σε καθοδική πορεία και σήμερα σε κρίση. Οι κίνδυνοι είναι σαφείς, μπορεί ακόμη και να διαλυθεί. Αλλά συγχρόνως και καθόλου εύκολο. Όταν θα φθάσει ο κόμπος στο χτένι θα εξαναγκαστούν σε πυροσβεστικά  μέτρα. Θα έχει μεγάλες επιπτώσεις στο παγκόσμιο σύστημα, γι’ αυτό υπάρχουν  παρεμβάσεις για  να αποτραπεί η διάλυση. Γι’ αυτό και το ενδιαφέρον των ΗΠΑ, το οποίο εκδηλώνεται όχι μόνο για οικονομικούς και πολιτικούς λόγους αλλά και γεωπολιτικούς.
Οι ΗΠΑ δρουν ως κυρίαρχη δύναμη στη Δύση, που πατάει πάνω στην ΕΕ, την Ιαπωνία και Αυστραλία. Αυτοί είναι οι πυλώνες του αγγλοσαξωνικού τόξου με το οποίο θα αντιμετωπίσουν τις ανερχόμενες δυνάμεις. Άρα είναι και γεωπολιτικά τα ζητήματα. Γι’ αυτό ενδιαφέρονται –με βάση και  τοπικές αβεβαιότητες– και για την Ελλάδα. Τα γεωπολιτικά πρέπει να τα μελετάμε και νομίζω η Αριστερά χωλαίνει εδώ.
 Σχετικά με το ζήτημα μέσα ή έξω από το ευρώ τι λέτε;

Η μέχρι σήμερα πορεία προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση πραγματοποιήθηκε χωρίς ποτέ να αντιμετωπισθούν οι θεμελιώδεις αντιθέσεις (όπως αναφέρθησαν παραπάνω) στο εσωτερικό της ΕΕ. Θεμελιώδεις και πάγιες αντιθέσεις , όχι απλές αποκλίσεις θέσεων , ποικιλία απόψεων ή έστω ιδεολογικές συγκρούσεις. Τις αντιθέσεις αυτές οι ευρωπαϊκές πολιτικές ελίτ με την μέχρι σήμερα ακολουθούμενη διαδικασία για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση δεν θέλησαν να αντιμετωπίσουν. Παραμερίστηκαν με επιμέλεια , κρύφτηκαν κάτω από το χαλί. Η προώθηση της ολοκλήρωσης ουσιαστικά στηρίχθηκε σε «μη-λύση» των βασικών προβλημάτων. Οι ευρωπαϊκές πολιτικές ελίτ αντελήφθησαν εγκαίρως ότι η επέκταση της ενοποίησης σε χώρους που παράγουν σύγκρουση και όχι συναίνεση , εκεί δηλαδή όπου διακυβεύεται η ίδια η αυτονομία των κρατών , όπως στους χώρους της «υψηλής πολιτικής» θα υπονόμευε την επιχειρησιακή ικανότητα της υπερεθνικής μεθόδου να ορίσει το κοινό συμφέρον και να το αναδείξει μέσα από συντονισμένες μορφές συλλογικής δράσης. 
Όμως ανεξάρτητα από τον τρόπο που πολιτεύθηκαν οι πολιτικές και οικονομικές εμείς οι πολίτες της Ελλάδος τι θέλουμε για την Ευρώπη σε σχέση με το ευρώ ; Επιθυμούμε την κατάρρευση του ευρώ;  Επιθυμούμε να διαλυθεί μέσω πολυμερούς συμφωνίας ; Επιθυμούμε να διαλυθεί και η ΕΕ; Επιθυμούμε απλά να αποχωρήσουμε μονομερώς αδιαφορώντας για τα τεκταινόμενα στην γηραιά ήπειρο με ένα ανασήκωμα του ώμου; Επιθυμούμε να αλλάξει η συγκρότηση της ΕΕ; 
Όπως γίνεται κατανοητό η συζήτηση δεν έχει καν ανοίξει και ούτε καλύπτεται από την όποια απάντηση  μέσα ή έξω από το ευρώ το οποίο επιχειρείται να αναχθεί σε πρωτεύον ζήτημα των σχέσεων μας με την Ευρώπη και με ότι αυτή συμβολίζει στο συλλογικό φαντασιακό μας.