Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2012

Οι αμφισβητήσεις του Wolfgang Schäuble σχετικά με το νέο πρόγραμμα βοήθειας προς την Ελλάδα.


Μετά την συμφωνία του νέου πακέτου βοήθειας προς την Ελλάδα στη σύνοδο των Υπουργών Οικονομικών της Ευρωζώνης() , η οποία βασίστηκε σε ένα συγκεκριμένο οικονομικό σχεδιασμό που περιελάμβανε σειρά δράσεων και μέτρων και πριν ακόμα κοπάσουν οι ενθουσιώδεις λόγοι του παλλόμενου από εθνική χαρά για τη διάσωση της χώρας υπουργού των Οικονομικών, Ε. Βενιζέλου, ο ίδιος ο πρωτεργάτης της συμφωνίας υπουργός των οικονομικών της Γερμανίας Wolfgang Schäuble,  σε δηλώσεις του αμφισβήτησε ευθέως την επιτυχία του προγράμματος υπογραμμίζοντας την αδυναμία επίτευξης των στόχων του και υποστήριξε την άποψη ότι πολύ σύντομα η Ελλάδα θα χρειαστεί νέο πακέτο βοήθειας ύψους περίπου 40-50 δις ευρώ. Στην ουσία υιοθέτησε το δεύτερο σενάριο που υπάρχει στη μελέτη του ΔΝΤ για την βιωσιμότητα του ελληνικού δημοσίου χρέους[1] .
 Οι δηλώσεις αυτές περιέπλεξαν περισσότερο τα ζητήματα. Τούτο γιατί , τα πρόγραμμα θα δημιουργήσει περαιτέρω μεγάλη αύξηση του ανοίγματος των φορολογούμενων της ευρωζώνης προς την Ελλάδα, χωρίς να μειώσει το συνολικό δανειακό βάρος της Ελλάδας σχεδόν καθόλου[2]. Έτσι, η συμφωνία θα γίνει ένα ακόμη μεγάλο βήμα προς την «κοινωνικοποίηση» του ελληνικού χρέους σε άλλες οικονομίες της ευρωζώνης, ενώ θα μειώσει την έκθεση του ιδιωτικού τομέα σε τυχόν ελληνική χρεοκοπία. Από εδώ και πέρα, το βάρος του ελληνικού χρέους θα αναλάβουν ή οι Έλληνες φορολογούμενοι ή οι φορολογούμενοι ευρωζώνης και ΔΝΤ, αναλόγως με το αν θα συμβεί χρεοκοπία στο μέλλον.
Επομένως γιατί ο γερμανός υπουργός των οικονομικών υιοθετεί ένα πρόγραμμα για το οποίο δηλώνει ότι θα αποτύχει και θα χρειαστεί πρόσθετη βοήθεια στο προσεχές μέλλον ενώ παράλληλα κοινωνικοποιεί το ελληνικό χρέος σε άλλες οικονομίες της ευρωζώνης; Γιατί επιλέγει την περαιτέρω έκθεση των φορολογουμένων πολιτών των χωρών της ευρωζώνης  ,εκτός της Ελλάδος, σε ένα κίνδυνο που προεξοφλεί ότι θα μετατραπεί σε σίγουρη ζημιά;
Πριν απαντήσουμε στο συγκεκριμένο ερώτημα που θέσαμε θα πρέπει να σημειώσουμε ότι ο   Wolfgang Schäuble έχει δίκιο στις εκτιμήσεις του . Άλλωστε δεν είναι ο μόνος . Πλήθος αναλυτών συμφωνούν μαζί του πιθανόν για διαφορετικούς λόγους ο καθένας αλλά αυτό λίγη σημασία έχει. Στη παραπάνω άποψη  συμφωνούμε άλλωστε και εμείς[3].
Τώρα σχετικά με το κύριο ερώτημα που έχει τεθεί, θεωρούμε ότι αυτό που επιχειρείται από την Γερμανική Κυβέρνηση είναι η δημιουργία ενός «τείχους προστασίας» των υπολοίπων χωρών, τραπεζών κτλ από μια μόλυνση που μπορεί να προέλθει από την ελληνική κρίση χρέους. Η απομόνωση αυτή παραλλήλως και  ουσιαστικά «επιχειρεί να αποκλείσει μια άτακτη χρεοκοπία» που θα μπορούσε να δημιουργήσει προβλήματα στον χώρο της ευρωζώνης αλλά και στο  ευρώ και βεβαίως μιαν έξοδο από το ευρώ που επίσης δημιουργεί εκ των ων ουκ άνευ προβλήματα σε ένα νόμισμα που έχει σχεδιαστεί με τρόπο αμετάκλητο για όσους εισέρχονται. Δεν είναι τυχαίες οι δηλώσεις του Γερμανού Υπουργού Εσωτερικών ότι χρειάζεται να βρούμε ένα τρόπο ώστε να καταστεί δυνατή η έξοδος από το ευρώ και επίσης ότι θα πρέπει να δώσουμε ορισμένα πράγματα στην Ελλάδα ώστε να μην μπορεί να αρνηθεί την εθελοντική της έξοδο από το ενιαίο νόμισμα.
Συνεπώς δεν επιτρέπεται  στην Ελλάδα να χρεοκοπήσει τυπικά , για τουλάχιστον ένδεκα έτη δεν θα χρειαστεί να καταβάλλει χρεολύσια λόγω της ανταλλαγής των ομολόγων, επομένως δεν υπάρχει θέμα προσφυγής στις χρηματοπιστωτικές αγορές,  απλά  θα υποστεί μια βίαιη δημοσιονομική προσαρμογή μέσω μιας δραστικής και άκαμπτης εσωτερικής υποτίμησης της τάξεως 40-50% ή όσο χρειαστεί, που θα περικόψει οριζόντια  μισθούς και συντάξεις, θα περιορίσει δραστικά τις αμοιβές του κεφαλαίου , θα απαξιώσει τα στοιχεία του ενεργητικού καθώς και όλη την ακίνητη ιδιωτική περιουσία, έτσι ώστε η οικονομία να προσγειωθεί ανώμαλα σε πολύ χαμηλότερο επίπεδο ισορροπίας[4] και να μπορεί να λειτουργεί μόνο με όσα μπορεί να παράγει αφού προηγουμένως ένα σημαντικό τμήμα του παραγομένου εισοδήματος θα συνεχίζει να οδηγείται εκτός εισοδηματικού κυκλώματος προς πληρωμή τόκων.
 Η ελληνική οικονομία θα πρέπει να ξεκινήσει πάλι από την αρχή. Να τα ξαναδεί όλα όπως την δεκαετία του 1950 – 1960. Μάλιστα να τα ξαναδεί όλα σε ένα διεθνές περιβάλλον που είναι  κάθε άλλο παρά ευνοϊκό.  Η επενδυτική βοήθεια  με τον τρόπο που την αντιλαμβάνονται οι γερμανοί ,φαίνεται να προϋποθέτει το άγγιγμα του πάτου , μόνο που κανένας δεν γνωρίζει σε ποιο σημείο βρίσκεται ο πάτος.
Το σενάριο αυτό που κατά την άποψή μου αντανακλά τη σκέψη των γερμανών , μία σκέψη που δεν άλλαξε από την ημέρα που δημιουργήθηκε ο μηχανισμός στήριξης[5], παρουσιάζει δύο μεγάλες αδυναμίες:
-πρώτον μια πιθανή απρόβλεπτη αντίδραση μιας ελληνικής κυβέρνησης
- την κατάσταση των άλλων χωρών που βρίσκονται στο μηχανισμό διάσωσης , ειδικά την Πορτογαλία, αλλά και την Ισπανία και την Ιταλία παρότι η ΕΚΤ με τις ενέργειές της επιχειρεί να βοηθήσει , και
- την πολύ άσχημη οικονομική κατάσταση που επικρατεί στο ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα.

    ΚΏΣΤΑΣ ΜΕΛΑΣ 27.02.2012 , SKY.TV / ΤΩΡΑ/ 27.02.2012.


[1] Δες: IMF,  Greece: Preliminary Debt Sustainability Analysis, February 15, 2012
[2] Σύμφωνα με την συγκεκριμένη έκθεση το συνολικό δημόσιο χρέος της Ελλάδος θα κυμανθεί ως ακολούθως (% του ΑΕΠ):  2011:164, 2012:163, 2013:168, 2014: 166, 2015: 160, 2016:154, 2017:147, 2018:141, 2019:135, 2020:129, 2030: 100.

[3] Δες, Κ. Μελάς, Η αποτυχία των μακροοικονομικών στόχων του Μνημονίου Β’ πρέπει να θεωρείται σχεδόν βέβαιη. Εφημερίδα ΕΠΟΧΗ  26. 02.2012.


[4] Το μεγάλο πρόβλημα είναι ότι είναι δύσκολο να προσδιορισθεί ποιο θα είναι αυτό το επίπεδο σε μια οικονομία όπως η ελληνική.
[5] Δες: Κ. Μελάς – Ν. Μπινιάρης,  Δημόσιο χρέος: αθέτηση πληρωμών, αναδιάρθρωση ή τι άλλο,Monthlyreview.gr 2010/12/07

Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2012

Ανεβαίνοντας στο ικρίωμα.


1.
Ανεβαίνοντας στο ικρίωμα , ο Λουδοβίκος ΙΣΤ φέρεται να είπε: «όλα τούτα διαφαίνονταν εδώ και δέκα χρόνια. Τι με οδήγησε στον εφησυχασμό;». Πόσοι άραγε των Ελλήνων σήμερα συλλογίζονται με παρόμοιο τρόπο με τον δυστυχή μονάρχη; Δεν το γνωρίζω. Όμως μέχρι να εκδηλωθεί η σημερινή κρίση είμαι σίγουρος ότι το σύνολο σχεδόν των ελλήνων ανεξαρτήτως κοινωνικών κατηγοριών και επιπέδου γνώσεων φαίνεται ότι τίποτε δεν είχαν αντιληφθεί : τόσο το πλατύ κοινό από τη μια, που δεν διέκρινε κανένα από τα γεγονότα που μεσολάβησαν , ζώντας ασυλλόγιστα, όσο και εκείνοι που αποτελούν την πολιτική και διανοητική αλλά και επιχειρηματική ηγεσία δεν προαισθάνθηκαν τη μοιραία τροπή των γεγονότων ,αλλά ο καθένας σύμφωνα με τη δική του οπτική δεν θέλησε ούτε μια στιγμή να μετριάσουν τον «οπτιμισμό»  τους , αλλά αντιθέτως τον περιέβαλαν με ψευδείς και απατηλούς ενθουσιαστικούς λόγους.
Όλοι ωστόσο, γρήγορα, ένοιωσαν το έδαφος να υποχωρεί κάτω από τα πόδια τους, ενώ μέσα τους ωριμάζει το βασανιστικό ερώτημα που τους κατατρύχει εδώ και καιρό, μέρα και νύχτα: πως ενέσκηψε αυτό το ύπουλο κακό στη χώρα «όπου ανθεί η φαιδρά πορτοκαλέα». Δηλαδή : Πως την πάθαμε εμείς;
Η κρίση της χώρας μας , όπως και ανάλογες κρίσεις του παρελθόντος , χαρακτηρίζεται από μια απότομη πτώση από ένα πρωτόγνωρο στάδιο ανάπτυξης που θεωρούσαμε απολύτως  ασφαλές . Λησμονήσαμε ότι ,ο θρίαμβος απέχει ένα βήμα από την ήττα, δείχνοντας απροκάλυπτα και προκλητικά σημεία επάρσεως. Η πτώση από το σημείο όπου όλοι μας αισθανόμαστε απολύτως ασφαλής είναι πραγματικά σφοδρή. Η συντελεσθείσα Ύβρις απαιτεί  τρόπους υπέρβασή της οι οποίοι δεν μπορεί να είναι δίχως κόστος και κόστος μεγάλο. Αλήθεια πως μπόρεσαν να δημιουργηθούν οι ολέθριες συνθήκες της κρίσης σε μια περίοδο ελεύθερης ανάπτυξης και γενικής ευημερίας; Από τη στιγμή που τίποτε δεν συμβαίνει χωρίς επαρκείς λόγους , πρέπει να αναζητήσουμε τις αιτίες αυτής της καταστροφής . Το κριτικό βλέμμα μας πρέπει να στραφεί στα σημεία όπου αρχίζει η πορεία που διαλέξαμε να ακολουθήσουμε τα τελευταία σχεδόν 40 χρόνια. Η απάντηση θα μας επιτρέψει όχι μόνο να κατανοήσουμε το παρόν, αλλά και να σχεδιάσουμε ένα καλύτερο μέλλον.
2.
Η κρίση της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας είναι καθολική και οι αιτίες της περισσότερο σύνθετες. Η εξήγηση επομένως της πνευματικής και ηθικής κρίσης δεν επαρκεί. Αντιθέτως πρέπει να συμπληρωθεί με την ανάλυση του κοινωνικού εκφυλισμού , για να μπορέσει να διαμορφώσει μια αποδεικτική θεωρία. Πρέπει να λάβουμε υπόψη αυτή την περιπλοκότητα , αν θέλουμε να μελετήσουμε τις πολιτικές , κοινωνικές και οικονομικές πλευρές της κρίσης. Τα δεινά που πλήττουν την ελληνική κοινωνία τούτη την περίοδο θα πρέπει πρωταρχικά να αναζητηθούν στο φαινόμενο της μαζικοδημοκρατίας και το οποίο δεν έχει καμία σχέση με τις απλοϊκές ιδέες του συρμού που εμφανίζονται τελευταία στην χώρα μας ως εξηγητική πλευρά της κρίσης και αναφέρονται στην υποτιθέμενη εισδοχή των μικροαστικών στρωμάτων στην εξουσία μέσω του ΠΑΣΟΚ.[1]  Δεν ερμηνεύει κανείς τίποτε υποστηρίζοντας ότι η πολιτική σκηνή εξελίχθηκε με τον συγκεκριμένο τρόπο απλά επειδή αυξήθηκε ο βαθμός του κομματισμού και του λαϊκισμού και επήλθε και κάποια άνοδος των μικρομεσαίων κομμάτων. Πρόκειται χωρίς δεύτερη σκέψη , για ταυτολογία και ηθικολογία διότι χαρακτηρίζεται κάτι ως «κακό και ανώριμο» στην προκειμένη περίπτωση το εκλογικό σώμα , με βάση κριτήρια που προσδιορίζουν ως ιδανικό  ένα άλλο εκλογικό σώμα που είναι ανύπαρκτο στην πραγματικότητα , δεν υφίσταται . Υπάρχει μόνο στη φαντασία μας. «Η δημαγωγία ή ο λαϊκισμός δεν είναι απλά συμπτώματα της μιας ή της άλλης περιόδου, είναι τα παροξυστικά σύνδρομα της ελληνικής δημοκρατίας, έτσι όπως λειτούργησε σε όλη τη διάρκεια της ζωής της μέχρι το τέλος του 20ου αιώνα αλλά και στις αρχές του 21ου . Είναι μια ιστορική σταθερά, με τους παροξυσμούς και με τις συγκυριακές της διακυμάνσεις. Η συχνότητα των παροξυσμών , το εύρος των διακυμάνσεων και, κυρίως τα πολιτικά αίτιά τους μπορούν να ερμηνευτούν  πληρέστατα μόνο αν συσχετισθούν με βαθύτερα «μακροκοινωνικά» αίτια: αν αναχθούν στην διάρθρωση των κοινωνικών σχέσεων και στις συνεχείς και μακροχρόνιες αναδιαρθρώσεις τους, σε συσχετισμό με την εξέλιξη του κράτους και του πλέγματος εξουσίας» [2]     Αλλά ούτε και με την κλασική έννοια της μαζοποίησης όπως αυτή αναδείχτηκε στη δεκαετία του 1920.  Η μαζικοδημοκρατική κοινωνία της μετανεωτερικής εποχής , είναι κάτι πολύ διαφορετικό και πολύ βαθύτερο από αυτό. Μόνο δύο λέξεις για αυτό:
Κατ’ αρχάς στο πλαίσιο της μαζικοδημοκρατίας εγκαταλείπονται ή καταστρέφονται οι ολοποιητικές εναρμονιστικές φιλοδοξίες της νεωτερικότητας. Η πράξη αυτή επιτρέπει την οργανική  συσχέτιση δύο ξεχωριστών διαδικασιών εντός των κόλπων της : την πολτοποίηση της συλλογικότητας – τα «πρόσωπα» καθίστανται άμορφη μάζα τυποποιημένων μονάδων , διασκορπισμένα εντός της ισοπεδωτικής εγκοσμιότητας- με τον ατομοκεντρικό υποκειμενισμό (καμία σχέση με αυτόν της νεωτερικής εποχής) μάλλον υπερφίαλων υπάρξεων που είναι πάντα πρόθυμες να αναγνωρίσουν ύψιστη σημασία και σπουδαιότητα στον άκεντρο και πολυδιασπασμένο εαυτό τους. Παράγεται ένα πολιτιστικό σύμπαν (ένας τρόπος συμπεριφοράς και κατανόησης της πραγματικότητας) του φρενήρη ατομισμού της κοινωνίας του χρηματιστηρίου, του υπερκαταναλωτισμού , του αγοραίου ευδαιμονισμού.  Η μάζα δεν είναι απλά μια αυθόρμητη σύναξη ατομικοτήτων , που χάνουν το λογαριασμό του Εγώ τους στιγμιαία σε μια κρίση συλλογικού πανικού. Είναι ο άνθρωπος που υφίσταται ως απόφυση του χρήματος, μονίμως . Είναι ο άνθρωπος που ταυτίζει την ύπαρξή του σε μια αργή και βασανιστική επανάληψη του ταυτού . Είναι ο άνθρωπος που κάνει συνεχώς ζάπινγκ μπροστά στην τηλεόραση ακολουθώντας φευγαλέες εικόνες . Είναι ο άνθρωπος- τουρίστας που επισκέπτεται διάφορες χώρες χωρίς συγκεκριμένο σκοπό και λόγο. Είναι ο άνθρωπος που επιχειρεί την αυτοπραγμάτωσή του σκηνοθετώντας ο ίδιος τον εαυτό του. Ας σταματήσω εδώ.   

3.
«Στην τελευταία εικοσαετία εμφανίστηκαν στην Ελλάδα έντονα ,παρότι νόθα , τα χαρακτηριστικά της μαζικής δημοκρατίας . Η απαξίωση των κλασικών τομέων της μαζικής παραγωγής όπως αυτή διαμορφώθηκε στη βιομηχανική περίοδο διέρρηξε σε ύψιστο βαθμό την όποια συλλογικότητα είχε διαμορφωθεί στους εργασιακούς χώρους.   Η κατάτμηση της κοινωνίας σε άτομα εντατικοποιήθηκε και αυξήθηκε η κοινωνική κινητικότητα  ως αποτέλεσμα  της εμφάνισης ευέλικτων μορφών υλικής παραγωγής που άρχισαν να εμφανίζονται κυρίως στο χώρο των υπηρεσιών και των συναφών δραστηριοτήτων ,αλλά και της εύκολης πρόσβασης στα καταναλωτικά αγαθά (απλά και διαρκή) που επιτρέπουν στα άτομα να κόψουν πιο εύκολα τους δεσμούς τους με τις παραδοσιακές οικογενειακές δομές. Στους χώρους της «νέας» υλικής παραγωγής  εκλείπουν οι παλιές πολυεπίπεδες και δαιδαλώδεις ιεραρχικές οργανωτικές δομές υποκαθιστούμενες από καινούργιες που εξακολουθούν να αποκρυσταλλώνονται ιεραρχικά αλλά με ελάχιστο αριθμό επιπέδων δίνοντας την εντύπωση της οριζόντιας επέκτασης και τη ψευδαίσθηση ότι ο κάθε συμμετέχων έχει το δικό του αυτόνομο και ισοδύναμο ρόλο. Η ισοδυναμία των ρόλων επιτρέπει να ορισθεί ως αξιολογικό κριτήριο αυτό της απόδοσης. Συνεπώς κάθε ρόλος είναι δυνητικά επιτεύξιμος από όλους γεγονός που δημιουργεί την εντύπωση «για δυνατότητα στην ισότητα» που ως φαντασιακή κατάσταση λειτουργεί απείρως ισχυρότερα από την πραγματικότητα που αφορά στην ισότητα. Στο παραπάνω πλαίσιο τα ανερχόμενα μεσαία στρώματα θεωρούν τον εαυτό τους  ως οικουμενική τάξη  διαμορφώνοντας την εν γένει συμπεριφορά τους σύμφωνα με τα πρότυπα της καταναλωτικής μαζικής δημοκρατίας. Τα πρότυπα αυτά διαμορφώνονται από την αριστοκρατία της μαζικής δημοκρατίας  της οποίας οι οικονομικές δυνατότητες είναι πολύ υψηλές αν όχι απεριόριστες.. Λειτουργούν ως πρότυπο και για τις υπόλοιπες καταναλωτικές ομάδες μόνο στο συμβολικό επίπεδο και μέσω μιας πλήρους διαστρεβλωτικής επιβαλλόμενης αντίληψης για την μόδα. Ενώ στο παρελθόν η μόδα αποτελούσε τον χώρο  ατομικών επιλογών και ως εκ τούτου το βασικό χώρο κοινωνικών διακρίσεων και οικονομικών ανισοτήτων στην σημερινή μαζικοδημοκρατία η μόδα  για το τεράστιο πλήθος των ανθρώπων δίνει την ψευδαίσθηση της συμμετοχής στο ιδιαίτερο καταναλωτικό σύμπαν επί ίσοις όροις ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για ατομικές επιλογές μαζικών υπερτιμημένων προϊόντων. Το μάρκετινγκ  επιβάλει στις  μάζες να προβούν «σε ατομική  και προσωπική επιλογή» ενός προϊόντος που την ίδια στιγμή αγοράζεται μαζικά από εκατομμύρια άλλους ανθρώπους. Το  πρόβλημα της Ελληνικής Κοινωνίας είναι ότι οδηγήθηκε σιγά – σιγά αλλά σταθερά στην υιοθέτηση της νοοτροπίας και της πρακτικής του παρασιτικού καταναλωτισμού και του κοινωνικού παρασιτισμού. Οι κοινωνικές και ατομικές συμπεριφορές που ευδοκίμησαν τη συγκεκριμένη περίοδο παρουσιάζονται περισσότερο οξυμένες σε σχέση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες  λόγω των ιστορικών καταλοίπων της Τουρκοκρατίας και του τρόπου λειτουργίας του Ελληνικού κράτους καθ’ όλη τη διάρκεια της ύπαρξής του.  Ο παρασιτικός καταναλωτισμός  θα μπορούσε να ορισθεί ως εκείνη η διαδικασία όπου η εθνική οικονομία μιας χώρας ρέπει προς ένα καταναλωτικό πρότυπο το οποίο δεν μπορεί να υποστηριχθεί μακροχρονίως από τις παραγωγικές της δυνατότητες. Η χρησιμοποίηση των διαθεσίμων πόρων γίνεται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να υποχρηματοδούνται  οι απαραίτητες επενδυτικές δαπάνες για την ανάπτυξη και τη μελλοντική επιβίωση της εθνικής οντότητας , ενώ αντιθέτως  χρηματοδοτείται και εξωραΐζεται καταναλωτικά η υφιστάμενη οικονομική υποπλασία..  Στην Ελλάδα η χρηματοδότηση των παραγωγικών υποδομών , της παιδείας , της υγείας , της δημόσιας διοίκησης , της έρευνας και ανάπτυξης στην επιστήμη και στην τεχνολογία όχι μόνο υποχρηματοδοτούνται αλλά και η αποτελεσματική χρησιμοποίηση των δαπανωμένων πόρων  είναι τραγελαφική. Παράλληλα η συνεχώς εξαπλούμενη διαφθορά στα μεσαία και χαμηλά υπαλληλικά στρώματα αλλά κυρίως η πολιτικό-οικονομική διαπλοκή των κυρίαρχων πολιτικών και οικονομικών ελίτ αποσπά σημαντικότατο τμήμα των διαθεσίμων πόρων διοχετεύοντάς το έξω από την πραγματική αναπαραγωγική διαδικασία  ( σε χρηματιστηριακές ,κερδοσκοπικές ή άλλου είδους αποταμιευτικές διαδικασίες) μειώνοντας αισθητά τις πολλαπλασιαστικές διαδικασίες της δαπάνης»[3]

4.
«Η  εντιμότητα προϋποθέτει την αναγνώριση της πραγματικότητας»[4]



[1] Θα πρέπει να γίνει απολύτως σαφές ότι οι κομματικές στρατηγικές ως προς τα εκλογικά σώματα δεν αποτελούν συγκυριακά φαινόμενα , αποτελούν χωρίς καμία αντίρρηση εγγενή στοιχεία του δημοκρατικού καθεστώτος. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο δεν αποτελούν συγκυριακά φαινόμενα ο κομματισμός, η δημαγωγία, η χειραγώγηση , ο λαϊκισμός, αλλά και η άνοδος των μικροαστικών στρωμάτων. Επίσης δεν είναι περίεργες ιδιομορφίες μόνο της ελληνικής πολιτικής σκηνής ούτε ενός μόνο κόμματος.
[2] Γ. Β. Δερτιλής, Ιστορία του Ελληνικού Κράτους, Εστία 2005, Τόμος Β’ , σ. 749.  
[3] Κ. Μελάς, Ελλάδα 1990-2005 : Οικονομική Πολιτική και Κοινωνικές Ανακατατάξεις. Monthly Review , Τεύχος 21, Σεπτέμβριος 2006.

[4] Η ρήση ανήκει στον Π. Κονδύλη.

Η αποτυχία των μακροοικονομικών στόχων του Μνημονίου Β’ πρέπει να θεωρείται σχεδόν βέβαιη.

Είναι περίεργο το ότι σε τακτά χρονικά διαστήματα , καλούμαστε όλοι εμείς που είχαμε εξ’ αρχής εκφράσει τις έντονες αντιρρήσεις μας   ως προς την αποτελεσματικότητα, του  οικονομικού  προγράμματος  που συμπεριλαμβανόταν στο Μνημόνιο 1 , και έχουμε παντελώς δικαιωθεί , να αποφανθούμε εκ νέου για την αποτελεσματικότητα ενός προγράμματος  που έχει διαφοροποιηθεί ,όχι στη βασική του φιλοσοφία , αλλά στην ποσότητα των χρησιμοποιουμένων μέσων για την επίτευξη των ίδιων και απαράλλακτων στόχων.  
Μέχρι σήμερα είμαστε μάρτυρες μιας παντελούς αποτυχίας του μνημονίου ως προς όλους σχεδόν τους μακροοικονομικούς στόχους που έχουν τεθεί και οι οποίοι αποτελούν το βασικό ζητούμενο του προγράμματος.  Εδώ υπάρχει η εύκολη απάντηση  εκ μέρους των θιασωτών του Μνημονίου , οι οποίοι υποστηρίζουν ότι δεν είναι λανθασμένο και αναποτελεσματικό το πρόγραμμα , αλλά η αδυναμία εκείνων που επιχείρησαν να το υλοποιήσουν . Δυστυχώς όμως για αυτούς , ένα οικονομικό πρόγραμμα θα πρέπει εξ αρχής να έχει συμπεριλάβει όλες τις παραμέτρους που αφορούν στην  πολιτική και  κοινωνική  διάσταση του προγράμματος τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο. Συνεπώς η αυτονόμηση του οικονομικού περιεχομένου του προγράμματος που επιχειρείται από το πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον αδυνατεί να αποδείξει την ορθότητά του εκτός αν το θέσει μόνο στο πλαίσιο μια απαγωγικής λογικής σκέψης (δηλαδή ως άσκηση μαθηματικού προβληματισμού). Όμως τα οικονομικά μεγέθη δεν λειτουργούν στο πλαίσιο της κοινωνίας ως αντικειμενικά μεγέθη μη επηρεαζόμενα από τον παρατηρητή , αλλά ως ανακλαστικά μεγέθη .
Όμως ακόμα και στο επίπεδο της απαγωγικής μαθηματικής λογικής, αν θελήσουμε να την δεχθούμε ως υπόθεση εργασίας,   υπάρχουν σοβαρότατοι λόγοι που καθιστούν το πρόγραμμα αίολο  με υψηλή αβεβαιότητα ως προς την επιτυχία των στόχων του. Συγκεκριμένα :
-          Παραβιάζεται καταφανώς η γενική οικονομική αρχή που υποστηρίζει θεωρητικά και εμπειρικά , ότι : Όταν ένα κράτος εφαρμόζει μέτρα λιτότητας, ενώ η οικονομία βρίσκεται σε ύφεση, οξύνεται η ύφεση, μειώνονται τα φορολογικά έσοδα και αυξάνεται το δημόσιο χρέος. Πρέπει να σπάσει αυτός ο φαύλος κύκλος. Σε πολύ δύσκολους καιρούς, η συγκεκριμένη  κυβέρνηση θα πρέπει να μπορεί να καταπολεμήσει την ύφεση με προγράμματα οικονομικής ανάπτυξης. Για να γίνει αυτό, χρειάζεται κανείς μεγάλο χρονικό περιθώριο. Η χώρα  θα έπρεπε να ετοιμάσει ένα δημοσιονομικό σχέδιο σε βάθος τουλάχιστον 15ετίας. Οι πολιτικοί και οικονομικοί ιθύνοντες της χώρας είναι αυτοί που πρέπει να πουν με τί ρυθμούς θα πρέπει να επιδιωχθούν  οι στόχοι της δημοσιονομικής εξυγίανσης  και πόσο αντικυκλική πρέπει να είναι η δημοσιονομική πολιτική της χώρας. Ακόμα και το ΔΝΤ στα τελευταία θεωρητικά κείμενά του ομιλεί για προσεκτική δημοσιονομική προσαρμογή που δεν θα πρέπει καθόλου να δρα ενάντια στην μεγέθυνση της χώρας.
-          Παρότι το συγκεκριμένο πρόγραμμα φαίνεται να παρουσιάζει εσωτερική συνοχή εν τούτοις τα ποσοτικά στοιχεία των μεταβλητών που χρησιμοποιούνται ως μέσα οικονομικής πολιτικής (ρυθμός μεγέθυνσης , πρωτογενές πλεόνασμα , και έσοδα από αποκρατικοποιήσεις) πόρρω απέχουν τόσο από τα αντίστοιχα ιστορικά στοιχεία της ελληνικής οικονομίας αλλά και από τις πιο αισιόδοξες εκτιμήσεις που οι περισσότεροι εκτιμητές κάνουν. Στον Πίνακα 1 φαίνονται οι εκτιμήσεις που κάνει το ΔΝΤ για το απαιτούμενο
πρωτογενές πλεόνασμα .

Πίνακας 1
 
-                      2011
-2,4
-                      2012
-1,0
-                      2013
+1,8
-                      2014
+4,5
-                      2015
+4,5
-                      2016
+4,5
-                      2017
+4,5
-                      2018
+4,5
-                      2019
+4,5
-                      2020
+4,5

   Δηλαδή από το  2013 η ελληνική οικονομία  θα παρουσιάσει  πρωτογενές πλεόνασμα περίπου 4 δις ευρώ και τα υπόλοιπα έτη αντίστοιχα πλεόνασμα περίπου 10 δις ευρώ. Πράγμα πολύ δύσκολο αν όχι ακατόρθωτο. Όμως το πλέον σημαντικό είναι ότι αυτό το πλεόνασμα θα αποσύρεται από την ελληνική οικονομία και θα κατευθύνεται στους δανειστές. Δηλαδή η όποια δημόσια αποταμίευση δεν θα επανέρχεται    στο εισοδηματικό κύκλωμα για να βοηθήσει μια χειμάζουσα οικονομία αλλά θα αποσύρεται.
-           Σχετικά με το ρυθμό μεγέθυνσης του ΑΕΠ σύμφωνα με τα στοιχεία του Πίνακα 2 υποστηρίζει ότι ,

Πίνακας 2
2009
-3,3
2010
-3,5
2011
-6,1
2012
-4,3
2013
0,0
2014
2,3
2015
2,9
2016
2,8
2017
2,8
2018
2,6
2019
2,5
2020
2,2



Τα επόμενα χρόνια από το 2013 θα έχουμε ρυθμούς μεγέθυνσης κατά μ.ο 2,7%. Νομίζω ότι ήδη από τώρα έχει πέσει έξω δεδομένου ότι για το έτος 2011 η ύφεση έχει ανέβει στο 7,1%. Μπορούμε να φανταστούμε για τα μελλούμενα.
Κλείνοντας το σύντομο αυτό σημείωμα θα πρέπει να υπογραμμίσουμε για ακόμα μια φορά τα αδιέξοδα του Μνημονίου ακόμα και ως οικονομικό πρόγραμμα.

ΚΩΣΤΑΣ  ΜΕΛΑΣ  Εφημερίδα ΕΠΟΧΗ  26. 02.2012