Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2011

Ευρωπαϊκή Ένωση :προβλήματα, αντιθέσεις και δομικά αδιέξοδα της πραγματοποιούμενης ενωσιακής διαδικασίας.




Αποσπάσματα από το βιβλίο του Κώστα Μελά , «Η Σαστισμένη Ευρώπη». Εκδόσεις  Εξάντας 2009.

Υπάρχουν κατ’ αρχάς,  ορισμένα βασικά ερωτήματα που χρειάζεται να τεθούν  αναφορικά με την δικαιολογητική επιχειρηματολογία που προβάλλεται  για τον επιλεχθέντα   τρόπο κτισίματος της  του μορφώματος που ονομάζεται ΕΕ.
Η μελέτη του ιστορικού χώρου Ευρώπη μας επιτρέπει να συνάγουμε στοιχεία ιστορικής ενότητας που να τα χρησιμοποιήσουμε ως συγκολλητικούς παράγοντες τις παρούσης ενωσιακής διαδικασίας ;  Είναι πράγματι αληθές ότι η επιχειρούμενη ενοποίηση αποτελεί αποτέλεσμα της κοινής συνείδησης των ευρωπαϊκών λαών;  του κοινού της αξιακού συστήματος ; Ότι οφείλεται στη συνείδηση , μετά το Β’ παγκόσμιο πόλεμο , η ανάγκη κατάργησης του πολέμου ως μέσου επίλυσης των διακρατικών διαφορών;  Ακόμα κι αν δεχτούμε ότι ισχύουν όλα αυτά  γιατί  δεν είναι ικανά να προκαλέσουν την πολυπόθητη υπέρβαση και να οδηγήσουν στη δημιουργία της «ευρωπαϊκής πολιτείας» ;
Σε αυτά χρειάζεται να δοθούν ορισμένες απαντήσεις με στόχο  την αποκατάσταση της  αλήθειας
……………


Η μέχρι σήμερα πορεία προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση πραγματοποιήθηκε χωρίς ποτέ να αντιμετωπισθούν οι θεμελιώδεις αντιθέσεις (όπως αναφέρθησαν παραπάνω) στο εσωτερικό της ΕΕ. Θεμελιώδεις και πάγιες αντιθέσεις , όχι απλές αποκλίσεις θέσεων , ποικιλία απόψεων ή έστω ιδεολογικές συγκρούσεις. Τις αντιθέσεις αυτές οι ευρωπαϊκές πολιτικές ελίτ με την μέχρι σήμερα ακολουθούμενη διαδικασία για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση δεν θέλησαν να αντιμετωπίσουν. Παραμερίστηκαν με επιμέλεια , κρύφτηκαν κάτω από το χαλί. Η προώθηση της ολοκλήρωσης ουσιαστικά στηρίχθηκε σε «μη-λύση» των βασικών προβλημάτων. Αυτή η λογική της ολοκλήρωσης ήταν απολύτως σύμφωνη με τη «μέθοδο Μονέ»  η οποία στηρίζεται ως γνωστό ,στην αλληλουχία κρίσεων. Με τα ίδια τα λόγια του Μονέ  «Η Ευρώπη θα συντίθεται μέσω κρίσεων και δεν θα είναι παρά το άθροισμα των λύσεων που η ίδια θα φέρει στις λύσεις αυτές» Η κρίση αποτέλεσε πάντοτε ανάγκη γιατί μόνο έτσι η λύση , ο τελικός συμβιβασμός επεκτεινόταν και σε άλλους τομείς , διευρύνοντας το φάσμα των τομέων της από κοινού δράσης , βαθαίνοντας την ολοκλήρωση[1]. Αποτέλεσμα αυτής της νεολειτουργικής λογικής ήταν και η διαμόρφωση των ευρωπαϊκών θεσμών κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο με προεξάρχουσα την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση υπήρξε προϊόν μιας συνωμοσίας των πολιτικών ελίτ[2][3].
Οι ευρωπαϊκές πολιτικές ελίτ αντελήφθησαν εγκαίρως ότι η επέκταση της ενοποίησης σε χώρους που παράγουν σύγκρουση και όχι συναίνεση , εκεί δηλαδή όπου διακυβεύεται η ίδια η αυτονομία των κρατών , όπως στους χώρους της «υψηλής πολιτικής» θα υπονόμευε την επιχειρησιακή ικανότητα της υπερεθνικής μεθόδου να ορίσει το κοινό συμφέρον και να το αναδείξει μέσα από συντονισμένες μορφές συλλογικής δράσης[4]. 
 Βασίσθηκε στην παθητική συναίνεση των πολιτών των ευρωπαϊκών χωρών , οι οποίοι θεώρησαν  κατ’ αρχάς αδιάφορα τα γενόμενα λόγω της σαφούς έλλειψης ενημέρωσης δεδομένου ότι οι διαδικασίες προώθησης της ολοκλήρωσης γίνονταν (και γίνονται ) «εξ’ υφαρπαγής»[5],   δευτερευόντως επειδή  φαίνεται ότι «πείσθηκαν» μέσω μιας βασικής υπόσχεσης εκ μέρους των ευρωπαϊκών πολιτικών ηγεσιών ότι η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση θα έχει θετικές οικονομικές επιδράσεις στην καθημερινότητά τους και στην γενικότερη ευημερία τους φθάνει να εγκαταλειφθεί κάθε είδος «λαϊκισμού» που δημιουργεί μόνο προβλήματα στην οικονομία.[6]


 Αυτή η «πειθώ» οφείλεται πρωταρχικά στα ΜΜΕ και στην ηγεμονία που αυτά ασκούν στη διαμόρφωση των επιθυμητών αντιλήψεων. Η αίσθηση αυτή    ήταν καταλυτικά κυρίαρχη στις νεοεισερχόμενες χώρες οι οποίες εμφανίζονται «βασιλικότερες του βασιλέως».[7] 
Όμως παρόλα αυτά , η ΕΕ , αυτό το ιδιαίτερο μόρφωμα, κατάφερε να δημιουργήσει, με το πέρασμα του χρόνου και παρά το τεράστιο δημοκρατικό έλλειμμα ,  ένα δικό του πολιτικό σύστημα , ιδιόμορφο, με τους δικούς του κανόνες και τα δικά του θεσμικά όργανα που νομοθετούν σ’ ένα εξαιρετικά ευρύ πεδίο, ξεκινώντας από την Οικονομία  και φθάνοντας μέχρι τον χώρο της Δικαιοσύνης , του Περιβάλλοντος και της Μετανάστευσης. Με τη διαδικασία αυτή και στα «μουλωχτά» δημιουργήθηκε ένα ευρύ θεσμικό πλαίσιο , ένα νομικό δίχτυ που απλώθηκε πάνω από τα εθνικά κράτη   υποτάσσοντας σημαντικά κομμάτια της κυριαρχίας τους. Επομένως είναι λίγο παράδοξο σήμερα να ομιλούμε για απουσία πολιτικής πρακτικής  εκ μέρους των πολιτικών ελίτ των ευρωπαϊκών χωρών.  Το Πολιτικόν αναπόφευκτα είναι πάντοτε παρών στις ανθρώπινες και ως εκ τούτου και στις κοινωνικές διεργασίες. Όμως όπως έχουμε αναλύσει[8] πρόκειται για το Πολιτικόν χαμηλής εντάσεως που κατευθύνεται σε    σφαίρες όπως η οικονομία και ο πολιτισμός. Αλλά και σε αυτά τα επίπεδα οι επιτυχίες ως προς τους αρχικούς σκοπούς δεν ήταν μεγάλες στον αριθμό αλλά ούτε και ουσιαστικές.
 Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου  η «πολιτική» έκφραση  στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αποτέλεσε τη συνισταμένη των «διακυβερνητικών» βουλήσεων των εθνικών κυβερνήσεων. Οι βουλήσεις αυτές ,παρότι διαθλούμενες σε ένα βαθμό από την ιστορικότητα του κάθε εθνικού κράτους, ουσιαστικά συγκλίνουν στην εγκαθίδρυση και στην   διεύρυνση της εσωτερικής αγοράς ως βασικού εργαλείου της ολοκλήρωσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο.[9]
Η «κοινή υπόθεση» της Ευρώπης αποτέλεσε μέχρι την περίοδο αυτή,  στόχο  «διακρατικών» συμφωνιών ελλείψει  μιας ενιαίας(;) πολιτικής βούλησης[10].

            Η         κατάσταση μεταβάλλεται τυπικά από την ημερομηνία ψήφισης της Ενιαίας Πράξης (1986).[11] Από την ημερομηνία αυτή ουσιαστικά βρισκόμαστε μπροστά στο φαινόμενο και της «πολιτειακής» δημιουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η έννομη συγκρότηση της – τυπικά- μετά τη συνθήκη του Μάαστριχ άρχισε να μη βασίζεται αποκλειστικά και μόνο στις κατηγορίες του διεθνούς δικαίου. Αυτό συνεχίστηκε με τις συνθήκες του Άμστερνταμ και της Νίκαιας. Επίσης και με το απορριφθέν Ευρωπαϊκό Σύνταγμα αλλά και την απορριφθείσα (;) Ευρωπαϊκή Συνθήκη[12] . «Εκείνο που αποτελεί  σημαντικό χαρακτηριστικό είναι ότι  η μορφή που λαμβάνει η ενωσιακή διαδικασία συνιστά (ειδικά μετά το Συμβούλιο Κορυφής  των Βρυξελλών 21/22.6.2007) μια νέα ιστορική φάση.  Η ύλη της ενωσιακής διαδικασίας παρουσιάζει πλέον, και μάλιστα σε εντεινόμενο βαθμό , χαρακτηριστικά πολιτειακής υφής…η ενωσιακή τάξη αποκτά μια μερική συνταγματική ποιότητα…Τούτο διαπιστώνεται από το γεγονός  της άμεσης υποταγής στις αποφάσεις της τόσο των κρατών μελών όσο και των πολιτών επιστρατεύοντας τις αρχές οι οποίες στο πλαίσιο του κράτους νομιμοποιούν την εξουσία. Γι’ αυτό ακριβώς και γίνεται δεκτό ότι η ευρωπαϊκή ενωσιακή τάξη αποκτά μια μερική συνταγματική ποιότητα. Έτσι εξηγείται η προσφυγή του ενωσιακού νομοθέτη σε έννοιες και ρυθμίσεις που ανάγονται σε κατηγορίες του κρατικογενούς ευρωπαϊκού συνταγματικού λόγου… »[13].
Το παρόν στάδιο , αν και παραμένει κρατικοκεντρικής έμπνευσης , στο βαθμό κατά τον οποίο τα κράτη , μέσα από συνεργατικές νόρμες διακυβέρνησης , διατηρούν το συνολικό πολιτικό έλεγχο σχετικά με τις εξελίξεις του κοινού συστήματος, θεωρείται ότι αποτελεί ένα στάδιο μετάβασης προς μια ευρωπαϊκή πολιτεία.
Από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 καθίσταται ολοένα και πιο εμφανές ότι η ΕΕ βρίσκεται εγγύτερα στη μορφή ενός πολιτικού συστήματος –παρά ενός , έστω και ιδιότυπου, διεθνούς οργανισμού, - με αξιοσημείωτη ικανότητα διακυβέρνησης , στα πλαίσια του οποίου διαμορφώνονται και εφαρμόζονται πολιτικές όπως συμβαίνει στο εσωτερικό των συστατικών μερών[14]. Προβάλλεται έτσι η θεώρηση της ΕΕ ως πολιτείας σε αντίθεση με τη μορφή της περιφερειακής ένωσης που ασχολείται κυρίως με τη ρύθμιση θεμάτων που εμπίπτουν στη σφαίρα της λειτουργικής διακυβέρνησης.

Η λειτουργία αυτού του μηχανισμού ουσιαστικά σηματοδοτεί  μια νέα διάσταση άσκησης της πολιτικής : το Συμβούλιο Αρχηγών (οι 27 πρωθυπουργοί των χωρών-μελών) αποτελεί ένα αυτονομημένο σώμα (από την εκλογική τους βάση)  το οποίο αποφασίζει πολιτικά και νομοθετεί μέσω της Ευρωπαϊκής Επιτροπής  και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στο όνομα του ήδη υπάρχοντος θεσμικού πλαισίου( που το ίδιο είχε θεσπίσει σε παλαιότερες διαδικασίες) ενδύοντας το βεβαίως με το ένδυμα ενός φυσικού νόμου που είναι δεδομένος και άτεγκτος. Οι ενέργειές του είναι ουσιαστικά ανεξέλεγκτες. Ούτε τα Εθνικά Κοινοβούλια ούτε και το Ευρωκοινοβούλιο μπορούν να ελέγξουν τις αποφάσεις αυτού του περίεργου μορφώματος το οποίο διαθέτει νομοθετικές , εκτελεστικές και δικαστικές αρμοδιότητες. Έτσι επί της ουσίας έχει δημιουργηθεί ένα ευρύ θεσμικό πλαίσιο που ορίζει εγγενώς , μονοδιάστατα και απαρέγκλιτα τις διαχειριστικές πολιτικές για την εκπλήρωση ενός στόχου , την πραγμάτωση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Στην πραγματικότητα η ΕΕ κυβερνάται υπό μιαν έννοια με ένα υπερεθνικό τρόπο , αλλά με καθοριστική συμμετοχή των αρχηγών των εθνικών κρατών , τα οποία αντιπροσωπεύουν ορισμένους κύκλους των ελίτ των κοινωνιών τους. Χωρίς να υφίστανται άμεσες πιέσεις , τα εθνικά κράτη της ΕΕ συγχωνεύονται απαλά από τους αρχηγούς τους σε μια «σχετικά ανεξέλεγκτη» πολιτεία. Παρατηρείται στην πράξη μια συνεχής διάδραση μεταξύ των πολιτικοοικονομικών σχέσεων των συστατικών κρατών , οι οποίες διευθύνονται όμως από τους κεντρικούς θεσμούς. Οι εθνικές κυβερνήσεις έχουν χάσει ένα σημαντικό μέρος του πολιτικού ελέγχου που διέθεταν παλαιότερα. Οι εκπορευόμενες διαδικασίες από το αυτονομημένο κέντρο, διαπερνά τα κρατικά σύνορα , διεισδύοντας στις εσωτερικές πτυχές της εθνικής πολιτικής.
 Η εγγενής αδυναμία ελέγχου αυτής της διαδικασίας λόγω απουσίας ενός ευρωπαϊκού «δήμου»[15] την καθιστά  όχι μόνο δημοκρατικά έωλη στα μάτια των ευρωπαίων πολιτών  αλλά ,  όπως υποστηρίζουν οι οπαδοί της θεωρίας της καρτελοποίησης της πολιτικής, την κατατάσσουν στην κατηγορία ενός καρτέλ το οποίο επικυριαρχεί στα πολιτικά συστήματα των εθνικών κρατών-μελών. Ελάχιστες δυνατότητες υπάρχουν να ασκηθούν άλλες πολιτικές από κυβερνήσεις που θα έχουν έναν διαφορετικό προσανατολισμό. Μάλιστα η επικυριαρχία επί των πολιτικών συστημάτων των εθνικών κρατών είναι καθοριστική και στο ποια κόμματα θα εκλεγούν στη διακυβέρνηση της χώρας. Η εναλλαγή των κομμάτων που αποδέχονται και εφαρμόζουν τις πολιτικές του «ευρωπαϊκού μορφώματος »» στην εξουσία, αποτελεί και την ασφαλιστική δικλείδα λειτουργίας του όλου συστήματος. Παράλληλα όμως αυτή η λειτουργία προπλάσματος του «ευρωπαϊκού κράτους» οδηγεί σε σοβαρούς περιορισμούς της δημοκρατίας – ακόμα και της μορφής που η τελευταία λαμβάνει μέσα στα πλαίσια των δυτικών μαζικοδημοκρατικών κοινωνιών.[16]
Είναι σημαντικό επίσης να σημειωθεί  ότι οι αλλαγές επεκτείνονται πλέον και σε επίπεδο λειτουργίας της ΕΕ  και του τρόπου λήψης των αποφάσεων. Με βάση τις αλλαγές αυτές τα μεγαλύτερα κράτη αποκτούν περισσότερη ισχύ ενώ τα μικρά και μεσαία κράτη βλέπουν να περιορίζεται η ισχύς τους  στη διαμόρφωση των νόμων της ΕΕ. Αυτό θα επιτευχθεί καθιστώντας το μέγεθος του πληθυσμού ένα βασικό στοιχείο στις αποφάσεις για τους ευρωπαϊκούς νόμους και επομένως μειώνοντας το σχετικό βάρος των ψήφων και την επιρροή των μικρών και μεσαίων κρατών σε σύγκριση με τα μεγάλα κράτη, εκ των οποίων η Γερμανία είναι το μεγαλύτερο. Προϋπόθεση επιτυχίας αυτής της προσπάθειας η κατάργηση του καθεστώτος ομοφωνίας σχεδόν σε όλα τα ζητήματα (εκτός της εισόδου νέου μέλους στην ένωση)[17].

Παράλληλα παύει το δικαίωμα του κάθε κράτους-μέλους να αντιπροσωπεύεται μονίμως στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το σώμα που έχει το μονοπώλιο στις προτάσεις νόμων της ΕΕ, κάνοντας τον αριθμό των επιτρόπων μικρότερο από αυτό των κρατών-μελών. Αυτό ενδιαφέρει λιγότερο τα μεγάλα κράτη γιατί το πολιτικό και οικονομικό τους βάρος εξασφαλίζει ότι μπορούν να υπερασπίσουν τα συμφέροντά τους μέσα στις διαδικασίες διαμόρφωσης της ευρωπαϊκής πολιτικής ακόμα και αν δεν διαθέτουν κατά καιρούς αντιπροσώπευση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή .
 Αυτές οι αλλαγές έχουν πολύ σοβαρές επιπτώσεις στη δυνατότητα των  μικρότερων χωρών να υπερασπισθούν ισότιμα τα ζητήματα των λαών τους.
Το συμπέρασμα  που αβίαστα συνάγεται είναι ότι στην ΕΕ οι μεγάλες δυνάμεις είναι αυτές που και τυπικά πλέων καθορίζουν τις εξελίξεις. Σιγά-σιγά αποκαθίσταται και στο ευρωπαϊκό κοινωνικό επιφαινόμενο η λογική της κυριαρχίας των ισχυρότερων χωρών ,οι οποίες μέχρι και σήμερα βεβαίως επέβαλαν τις απόψεις τους  ,στο πλαίσιο όμως τις ομοφωνίας. Ως τέτοιες  μόνο η Γερμανία ,η Γαλλία και η Μεγάλη Βρετανία μπορούν να θεωρηθούν. Είναι τουλάχιστον αφελές να πιστεύει κανείς ότι χώρες όπως η Λιθουανία , η Λετονία ,η Εσθονία, η Μάλτα , το Λουξεμβούργο ,η Κύπρος , η Δανία ,η Ελλάδα , το Βέλγιο , η Ολλανδία , η Ιρλανδία αλλά και η Ιταλία μπορούν να επηρεάσουν τις αποφάσεις των μεγάλων δυνάμεων όχι μόνο στις παγκόσμιες εξελίξεις αλλά και σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης.  Ανέκαθεν οι μεγάλες δυνάμεις καθόριζαν τις εξελίξεις και δεν υπάρχει κανένας λόγος αυτό να μεταβληθεί σήμερα αλλά και στο προσεχές μέλλον. Οι ανέξοδες διακηρύξεις  των πολιτικών ηγεσιών των μικρών και μεσαίων ευρωπαϊκών χωρών ,ότι μπορούν να παίξουν ουσιαστικό ρόλο στην κατεύθυνση που πρέπει να λάβει η ΕΕ αποτελούν  απλώς αυταπάτες , αν πράγματι είναι αυταπάτες,  και δεν αποσκοπούν στην χειραγώγηση και στον επηρεασμό της κοινής γνώμης των χωρών τους για πολύ ευνόητους λόγους. Αν πράγματι είναι αυταπάτες[18], αυτό συμβαίνει ότι δεν αντιλαμβάνονται ότι η ευόδωση των επιδιώξεών τους εξαρτιέται από την εκάστοτε ισορροπία μεταξύ των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων , από τις κρίσεις που διαπερνούν αυτές τις σχέσεις , αλλά και από τις ανάγκες της εσωτερικής πολιτικής τους οι οποίες τις περισσότερες φορές είναι άλλης φύσεως από τις ανάγκες των μικρών ή μεσαίων, από άποψης δυνάμεως,  χωρών. Επομένως οι χώρες αυτές ενώ αποτελούν μέρος του παιχνιδιού , ουσιαστικά αδυνατούν να συμμετάσχουν με ίσους όρους. Εμπλέκονται σε παιχνίδια υπέρτερα των δυνάμεων τους , αναμένοντας μόνο τη στιγμή που θα υπάρξει, αν υπάρξει, η προσοδοφόρος , για αυτές ,ευνοϊκή συγκυρία   
Στην  ιστορία της ανθρωπότητας πάντοτε τα θεσμικά υποκείμενα , όποια μορφή και αν έχουν, εισέπρατταν ανάλογα με την ισχύ τους. Κανένας δεν χαρίζει σε κανένα τίποτε . Όλα κατακτούνται.


Κώστας Μελάς  05.12.2011















[1] Αναφέρεται στο Αχ Μητσός, «Μεταξύ ολοκλήρωσης και εθνικών εγωισμών. Το Τέλος του ευρωπαϊκού γίγνεσθαι». Βήμα Ιδεών , Ιούλιος 2007. Επίσης αναφέρονται ορισμένα χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτού του τρόπου λειτουργίας της ΕΕ στην ιστορική της διαδρομή όπως: η σύνδεση της κοινής αγροτικής πολιτικής με την απελευθέρωση του εμπορίου, η πρόσδεση της γεωγραφικής αναδιανομής ( η περίφημη «συνοχή») στην απελευθέρωση της εσωτερικής αγοράς …
[2] Ο Λ. Τσούκαλης, στο «Ευρωπαίος Ασθενής» . Βήμα Ιδεών , Ιούλιος 2007, γράφει ότι «..η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση υπήρξε προϊόν μιας συνωμοσίας των πολιτικών ηγεσιών , μιας συνωμοσίας όμως με ευγενείς σκοπούς ….».  Η άποψη αυτή από ακραιφνή υποστηρικτή της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης αποκαλύπτει περίτρανα την αλήθεια για την βούληση που κινεί τα νήματα της δημιουργίας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Οι ευρωπαϊκοί λαοί παρά την υποτιθέμενη κυριαρχία τους έχουν τεθεί στις ελληνικές καλένδες. Τώρα σχετικά με τους … «ευγενείς σκοπούς» το θέμα είναι από την κυριαρχία ποίου προκύπτει ο συγκεκριμένος προσδιορισμός. Διαισθάνομαι ότι στον αγέρα ίπταται μια αντίληψη «πεφωτισμένης (;) δεσποτείας». 
[3] Υπήρξε εποχή κατά την οποία εκείνο που θεωρούνταν απειλή για την κοινωνική τάξη και τις εκπολιτιστικές παραδόσεις του δυτικού πολιτισμού ήταν η «εξέγερση των μαζών». Στις μέρες μας όμως, φαίνεται πως η πρωταρχική απειλή δεν προέρχεται από τις μάζες αλλά από εκείνους που βρίσκονται στην κορυφή της πυραμίδας,  γράφει στο τελευταίο του έργο: Η Εξέγερση των ελίτ και η προδοσία της Δημοκρατίας, Εκδόσεις Νησίδες  ο Christopher Lash   .  Βαθιά ριζωμένες στην πλανητική οικονομία και τις εξεζητημένες τεχνολογίες της, πολιτιστικά φιλελεύθερες , δηλαδή «μοντέρνες», «ανοιχτόμυαλες», θα λέγαμε «αριστερές», οι νέες ελίτ του αναπτυγμένου καπιταλισμού- αυτές που ελέγχουν τις διεθνείς ροές του χρήματος και της πληροφορίας- στον βαθμό που η εξουσία τους ενισχύεται και παγκοσμιοποιείται, εκδηλώνουν μια αυξανόμενη περιφρόνηση για τις αξίες και τις αρετές που , κάποτε, θεμελίωναν το δημοκρατικό ιδεώδες. Έγκλειστες μέσα στα πολλαπλά τους «δίκτυα» , στους κόλπους των οποίων ζουν μονίμως «νομαδικά», βιώνουν τον εγκλεισμό τους , μέσα στον ανθρώπινα συρρικνωμένο κόσμο της Οικονομίας, σαν μια ευγενή, «κοσμοπολίτικη» περιπέτεια, ενώ καθημερινά, γίνεται όλο και πιο έκδηλη η δραματική ανικανότητά τους να κατανοήσουν αυτούς που δεν τους μοιάζουν: και πρώτα απ’ όλους τους καθημερινούς ανθρώπους της ίδιας της χώρας τους.
[4] «Σε χώρους εξαιρετικής σημασίας για το εθνικό συμφέρον , τα έθνη προτιμούν τη βεβαιότητα ή την αυτοελεγχόμενη αβεβαιότητα της εθνικής αυτάρκειας έναντι μιας ανεξέλεγκτης αβεβαιότητας…Η λογική της διαφορετικότητας σημαίνει ότι, σε ένα θέμα ζωτικής σημασίας , οι απώλειες δεν αντισταθμίζονται με τα κέρδη σε κάποιο άλλο (λιγότερο ζωτικής σημασίας..) …Η λογική της ενοποίησης μετατρέπει τις αβεβαιότητες της υπερεθνικής λειτουργικής διαδικασίας σε δημιουργικές. Η λογική της διαφορετικότητας τις αντιμετωπίζει ως καταστροφικές μετά από ένα συγκεκριμένο όριο: η ρωσική ρουλέτα αποτελεί ένα ευχάριστο παιχνίδι, φτάνει το όπλο να είναι γεμισμένο με άσφαιρα» αναφέρει ο Hoffman.S , “Obstinate or Obsolete” στο : Marks et al, “European Integration from the 1980s: State-centric v. Multi-level GovernanceJournal of Common Market Studies, 34,no 3, 1996 , σελ.. 344.
[5] Στα «μουλωχτά» υποστηρίζει ο Giandomenico Majone : Dilemmas of European Integration. The Ambiguities and Pitfalls of Integration by Stealth. Oxford  University Press 2005. 
[6] Οι πολιτικές ελίτ (και δυστυχώς ολόκληρη η «ανανεωτική» μεταμοντέρνα αριστερά) αφού διαστρέβλωσε  πλήρως την ιστορική έννοια της λέξης , ενός αγώνα για την ελευθερία και την ισότητα, ο οποίος διεξάγεται στο όνομα των λαϊκών αρετών,  εργάσθηκαν μεθοδικά με την χρησιμοποίηση των ΜΜΕ για να εξαλείψουν την αρχική έννοια της λέξης, με μόνη επιδίωξη να μπορούν να καταγγέλλουν σαν «φασιστικές» ή «ηθικιστικές» (που στην εποχή μας αποτελεί ύψιστο έγκλημα της σκέψης) όλες τις προσπάθειες των απλών ανθρώπων να διατηρήσουν μια στοιχειώδη δημοκρατική κοινωνικότητα και να αντιταχθούν στον αυξανόμενο έλεγχο της οργάνωσης της ζωής τους από τους «ειδικούς». Ζαν Κλωντ  Μισεά , Το Αδιέξοδο Ανταμ Σμιθ, Εναλλακτικές Εκδόσεις 2008.
[7] Φθάνει να θυμηθούμε την περίοδο των κυβερνήσεων Σημίτη και το ρόλο των εγχώριων  ΜΜΕ.
[8] Κ Μελάς, Για το μέλλον της Ευρώπης. Monthly Review Νοέμβριος 2005. Τεύχος 11.
[9] Όπως έχει δείξει ο Δ. Μαρκής , Η Κατασκευή  της Ευρώπης , Κριτική 2000,   αυτό απαιτεί και την πολιτική αλλά και την πολιτισμική ολοκλήρωση.
[10] Χρειάζεται πολύ προσοχή σ’ αυτό το σημείο . Η ενιαία βούληση μπορεί να προέλθει και από την κατίσχυση και επικράτηση Μιας και Μόνης Βουλήσεως η οποία να εκπορεύεται από μία Μεγάλη Δύναμη.
[11] «Σε μια ιστορική προοπτική , όπως ακολούθησε την «Πρώτη Ευρώπη» του – τότε προέδρου της Επιτροπής – Hallstein ( 1958-66) (με έντονες τάσεις λειτουργικού ομοσπονδισμού) η «Δεύτερη Ευρώπη» του (μετέπειτα Προέδρου) Dahrendorf (1969-74) (αναδεικνύοντας μια πιο ευνοϊκή εκδοχή του διακυβερνητισμού), την οποία με τη σειρά της αντικατέστησε η κατά Taylor «Τρίτη Ευρώπη» (1974-97) ( εμπεδώνοντας μιας σχέση συμβίωσης ανάμεσα στη συλλογικότητα και τα μέρη), έτσι και αυτή δίνει σταδιακά τη θέση της σε μια «Τέταρτη Ευρώπη» , αντιπροσωπεύοντας τη μετάβαση «από την κυριαρχία στη συνδιάθεση» , μέσα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο διαμόρφωσης πολιτείας». Δ. Ν. Χρυσοχόου , Δοκίμιο για τη Διεθνή Θεωρία. Παπαζήση 2006, σελίδα 236.
[12] Οι συντάκτες του θνησιγενούς Συντάγματος της Ευρώπης διατύπωναν, στο προοίμιό του, την πεποίθηση ότι οι λαοί της Γηραιάς Ηπείρου είναι πλέον «αποφασισμένοι να υπερβούν τις παλαιές τους διχόνοιες και, όλο και πιο στενά ενωμένοι, να σφυρηλατήσουν (μαζί) το κοινό τους πεπρωμένο». Η χιμαιρική τους αισιοδοξία δεν διήρκεσε παρά ελάχιστους μήνες. Τον Μάιο του 2005, η γαλλική κοινή γνώμη αποφάσισε να απορρίψει τη συνταγματική συνθήκη, η οποία ενταφιάστηκε οριστικά λίγες ημέρες αργότερα, μετά και το «όχι» των Ολλανδών. Μπροστά στο διαφαινόμενο αδιέξοδο, οι Ευρωπαίοι ηγέτες κατέφυγαν στην –κυνική – λύση της μετονομασίας του Συντάγματος σε Μεταρρυθμιστική Συνθήκη, συναινώντας παράλληλα σε κάποιες δευτερεύουσες αλλαγές, ώστε να κατευναστεί μέρος των αντιδράσεων. Εντούτοις, η Ιρλανδία δεν έδειξε την ίδια «προνοητικότητα» με τα υπόλοιπα κράτη-μέλη και αποφάσισε να θέσει εκ νέου τη Συνθήκη στη δοκιμασία ενός δημοψηφίσματος. Παρά τις περί του αντιθέτου προβλέψεις, το αποτέλεσμα ήταν και πάλι αρνητικό.
[13] Δ.Θ .Τσάτσος. , Η ‘Έννοια της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία. Πόλις 2007.σελ.67. Για μια συνολική προσέγγιση δες: E.O. Eriksen (επιμ.) , Making the Eu,ropean Polity: Reflexive Integration in the EU , Routledge, London, 2005.
[14] S. Hix, The Study of the European Community : The Challenge to Comparative Politics, West European Politics ,  no 17,4, 1994,
[15] Για την έννοια του «ευρωπαϊκού δήμου» δες το ανωτέρω αναφερόμενο κείμενο του Δ. Θ .Τσάτσου, όπου υπάρχει και εκτενής βιβλιογραφία.
[16] Για τα ζητήματα αυτά δες: Κ. Μελάς, Η Σαστισμένη Ευρώπη. Monthly Review. Νοέμβριος 2006. Τεύχος 23.

[17] Στο ηλεκτρονικό περιοδικό του Monthly Review, MR.gr έχουν δημοσιευτεί σειρά άρθρων σχετικά με τις αλλαγές που επιφέρει η Μεταρρυθμιστική Συνθήκη της Λισσαβόνας . Αναφέρουμε ενδεικτικά :
Μ. Μουράτογλου, Τι καινούργιο υπάρχει στη νέα Μεταρρυθμιστική Συνθήκη της ΕΕ, 27.07.07.
A. Goughlan, Νέα ευρωπαϊκή συνθήκη: μια επίθεση βάθους στη δημοκρατία, 29.06.07.

[18] «Πιστεύω πως ένας νέος ισχυρός πυρήνας κρατών-μελών (στον οποίο η Ελλάδα πρέπει όχι μόνο να συμμετέχει αλλά να παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο) πρέπει να αντικαταστήσει το γαλλογερμανικό άξονα του παρελθόντος» . Αυτά είναι λόγια πολιτικού (θηλυκού γένους) που …θέλει να κυβερνήσει την Ελλάδα…