Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2011

Για να τελειώνουν οι μύθοι και οι αυταπάτες


Ποια είναι η απάντηση στο ερώτημα εάν χωρίς τα λεφτά της 6ης δόσης μπορούν  να πληρωθούν μισθοί και συντάξεις; Αλλά



Νομίζω όμως ότι υπάρχει μια σκόπιμη παρεξήγηση στο συγκεκριμένο ζήτημα  η οποία αφήνεται  να υπάρχει παραπλανώντας όσους επιθυμούν να αντιληφθούν την πραγματικότητα. 
Το ελληνικό κράτος , όπως όλα τα κράτη , για να λειτουργήσουν  πραγματοποιούν   δαπάνες τις οποίες χρηματοδοτούν από τα έσοδά τους και αν αυτά δεν αρκούν με δανεισμό . Μπορούμε να ομαδοποιήσουμε αυτές τις δαπάνες ως εξής:
  1. Μισθοί και Συντάξεις.
  2. Μεταβιβαστικές Πληρωμές
  3. Λειτουργικές Δαπάνες
  4. Άλλες Δαπάνες του Κράτους
  5. Τόκοι
  6. Χρεολύσια
  7. Δαπάνες ΠΔΕ
Τα Χρεολύσια ως συνήθως χρηματοδοτούνται με νέο δανεισμό ολόκληρη αυτή την περίοδο.
Οι τόκοι αποτελούν έξοδα που πρέπει να πληρωθούν . Οι πηγές αποπληρωμής προέρχονται από τις λειτουργικές πηγές  του κράτους (έσοδα του κράτους) ή μέσω δανεισμού.
Τα Κράτος λειτουργεί ως ένας Οργανισμός ο οποίος εκτελεί διάφορες δράσεις  καλύπτοντας σειρά αναγκών του. Για να λειτουργήσει δαπανά ένα ποσό χρημάτων . Το ποσό αυτό προέρχεται από τα έσοδα του (φόροι κτλ). Οι λειτουργικές δαπάνες του αφορούν στα μεγέθη 1,2,3,4,7 .   Αν τα έσοδά του καλύπτουν  τις δαπάνες του (ακριβώς) έχουμε ισοσκελισμένο πρωτογενή αποτέλεσμα. Αν υπάρξει  πλεόνασμα λέμε ότι έχουμε πρωτογενή πλεονάσματα . Με αυτά μπορούμε να καλύψουμε μέρος ή των σύνολο των τόκων και έτσι να μην έχουμε έλλειμμα στον Κρατικό Προϋπολογισμό. Επομένως αν υπάρχει πρωτογενές πλεόνασμα (ή ισοσκελισμένο πρωτογενές αποτέλεσμα) το ελληνικό κράτος λειτουργεί πληρώνοντας τις δαπάνες του χωρίς να χρειάζεται δανειακούς πόρους.
Το ελληνικό κράτος  την περίοδο 1976-2010 , παρουσιάζει συνεχώς πρωτογενή ελλείμματα εκτός από την περίοδο 1996-2002. Επομένως την περίοδο της συμμετοχής της ελληνικής οικονομίας στην ευρωζώνη (2002-2011) το ελληνικό κράτος παρουσιάζει συνεχή ελλείμματα. Συνεπώς το ελληνικό δημόσιο με τα έσοδά του δεν μπορεί να καλύψει τις δαπάνες λειτουργίας του. Το ύψος των εσόδων του  υπολείπεται κατά το πρωτογενές έλλειμμα τις πρωτογενείς δαπάνες του. Χρειάζεται αυτό το έλλειμμα να καλυφθεί . Προφανώς μέσω δανεισμού. Προσοχή!!! ανεξαρτήτως ότι πρέπει να πληρώσει τους ληξιπρόθεσμους τόκους και επομένως πρέπει να δανειστεί εκ νέου [1].
Από το 2003 μέχρι και το 2011 το ελληνικό δημόσιο επειδή έχει πρωτογενή ελλείμματα χρειάζεται να δανειστεί για να τα καλύψει. Την περίοδο που η Ελλάδα  εισήρθε στο Μνημόνιο είχε πρωτογενές έλλειμμα ύψους  2009: 24,320 δις ευρώ. Και το 2010: 11,360 δις ευρώ. Το 2011 εκτιμάται ότι θα κυμανθεί γύρω στα 4,0 δις ευρώ. Επαναλαμβάνω για ακόμα μια φορά : η λειτουργία του ελληνικού κράτους προκαλούσε ελλείμματα που για να χρηματοδοτηθούν έπρεπε να χρησιμοποιηθούν δάνειοι πόροι.
Τα έσοδα του ελληνικού κράτους την περίοδο της μεταπολίτευσης (αλλά και σε άλλες ιστορικές περιόδους) ήταν αρκετά για την πληρωμή των Μισθών και Συντάξεων αν θεωρήσουμε ότι μόνο αυτές αποτελούσαν τις δαπάνες του . Όπως ήταν αρκετά για την πληρωμή των Τόκων του ή και να πληρώσει τις Μεταβιβαστικές του Πληρωμές ή και τα Γενικά Λειτουργικά του έξοδα με την προϋπόθεση ότι κατέβαλε κάθε κονδύλι των δαπανών του ξεχωριστά. Όμως αυτή η προσέγγιση είναι άνευ νοήματος  ή έχει νόημα μόνο όταν χρησιμοποιείται για λόγους προπαγανδιστικούς.
Το ελληνικό δημόσιο αποτελεί έναν οργανισμό που λειτουργεί ενιαία και συνεπώς η κάθε του λειτουργία συσχετίζεται με την άλλη. Δεν μπορείς να πληρώνεις πχ. Μισθούς και Συντάξεις και να μην δαπανάς για τις Λειτουργικές ανάγκες του Κράτους. Ή να πληρώνεις τους Τόκους και να μην δαπανάς πάλι για τις Λειτουργικές ανάγκες του Κράτους.

Συνεπώς η συζήτηση για αν τα έσοδα του ελληνικού κράτους αρκούν για την πληρωμή των Μισθών και Συντάξεων δεν έχει αντικείμενο και αποτελεί μια ακόμα έκφραση ενός απίστευτου «λαϊκισμού».
Όσο το ελληνικό δημόσιο παρουσιάζει πρωτογενή ελλείμματα χρειάζεται δάνειους πόρους.( Όμως και αυτό ενώ ισχύει λογιστικά …δεν ισχύει οικονομικά όπως λέμε στην επόμενη ερώτηση).





Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι χωρίς δανεικά λεφτά η χώρα δεν μπορεί να επιβιώσει;

Αντιμετωπίζοντας το ζήτημα ως λογιστικό  μια χώρα όταν παρουσιάζει πρωτογενή ελλείμματα χρειάζεται δανεικούς πόρους για να ανταπεξέλθει στη λειτουργία της κρατικής μηχανής. Όμως ως οικονομικό πρόβλημα  δεν μπορούμε να διακρίνουμε , όπως στη λογιστική, το έλλειμμα/χρέος που χρηματοδοτεί τη λειτουργία του κράτους από εκείνο που χρηματοδοτεί την αύξηση της αξίας της συλλογικής περιουσίας. Δεν γνωρίζουμε τίποτα για τη χρηματοδοτική , οικονομική και κοινωνική απόδοση της δημόσιας επένδυσης , για την οποία άλλωστε δεν έχουμε κανένα σαφή ορισμό, ούτε για τη συσχέτιση χρέους και αξίας της συλλογικής περιουσίας. Δεν γνωρίζουμε τίποτε για τις αιτιώδεις σχέσεις μεταξύ ανάπτυξης , ελλείμματος και προθεσμίας λήξης χρέους , παρά τον τεράστιο όγκο της οικονομικής βιβλιογραφίας επί του θέματος. Τα παραπάνω σημαίνουν απλά ότι δεν γνωρίζουμε σε ποιο επίπεδο θα εξακολουθεί να λειτουργεί η οικονομία όταν σταματήσουν να εισρέουν οι δανειακοί πόροι και όλες οι ροές που συνδέουν την ελληνική οικονομία με την αντίστοιχη διεθνή. Άρα το επιχείρημα για στάση πληρωμών, όταν η ελληνική οικονομία επιτύχει πρωτογενές πλεόνασμα, είναι έωλο και δεν στηρίζεται σε καμία στερεή θεώρηση.  Σκεφτείτε τι θα γινόταν με πρωτογενές πλεόνασμα 24,320 δις ευρώ.

Ας δούμε λοιπόν στην πράξη τι σημαίνει επιστροφή στη δραχμή. Μύθος ή αλήθεια για τη σημερινή εποχή αυτό που κάποτε λέγαμε ότι με 10.000 δραχμές περνάγαμε και μια εβδομάδα;

Δεν μπορεί να δοθεί καμία απάντηση στην πράξη τι σημαίνει επιστροφή στη δραχμή. Τούτο, αν  συμβεί, θα αποτελέσει παγκόσμιο γεγονός διότι θα είναι η πρώτη φορά που μια χώρα εγκαταλείπει ένα κοινό νόμισμα και υιοθετεί ένα νέο δικό της νόμισμα. Θα έχουμε ένα νέο πλαίσιο λειτουργίας που κανείς δεν γνωρίζει . Αυτή ή άγνοια και η αβεβαιότητα είναι βασική παράμετρος στην αδυναμία μας να εκτιμήσουμε μια κατάσταση εγκατάλειψης του ευρώ μονόπλευρα. Όσοι επομένως προβάλλουν ως εύκολη λύση  την επιστροφή στη δραχμή το κάνουν είτε από άγνοια είτε από ιδιοτέλεια είτε από συναισθηματικούς λόγους. Τώρα σχετικά με το αν ισχύει αυτό που λέγαμε κάποτε θα πρέπει να το ξεχάσουμε . Απλά διότι έχει μεσολαβήσει  πληθωρισμός τη συγκεκριμένη περίοδο και οι τιμές των  προϊόντων  έχουν αυξηθεί. Η αγοραστική δύναμη των ελλήνων πολιτών θα εξαρτηθεί από τη νέα ισοτιμία μεταξύ εγχωρίου νομίσματος και υπολοίπων νομισμάτων χωρών που θα έχουμε συναλλαγές. Όμως για να μπορούμε να εισάγουμε αναγκαία προϊόντα θα πρέπει να έχουμε συναλλαγματικούς πόρους που θα μπορούμε να αποκτήσουμε μόνο μέσω των εξαγωγών μας . Δεδομένου ότι θα έχουμε κάνει στάση πληρωμών κανείς δεν θα μας δανείζει για μια περίοδο 5 έως δέκα χρόνων. Αν τώρα σκεφτούμε ότι το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών είναι αρνητικό καταλαβαίνει κανείς ότι οι εισαγωγές μας θα πρέπει να μειωθούν πολύ. Το γεγονός αυτό θα προκαλέσει όχι μόνο ελλείψεις σε καταναλωτικά αγαθά αλλά και στα απαραίτητα μέσα για τη λειτουργία της οικονομικής δραστηριότητας.        

Ποιος θα ήταν ο μισθός κάποιου που λαμβάνει σήμερα 1.200 ευρώ μηνιαίως και  τι θα σήμαινε μια υποτίμηση του νέου νομίσματος κατά 15% μέσα σε ένα εξάμηνο;

Ένας απλός μαθηματικός υπολογισμός ενώ μπορεί να φανεί ως απάντηση για το ύψος του μισθού ,δεν έχει νόημα αν δεν μπορεί να υπολογισθεί η αγοραστική του δύναμη . Συνεπώς τα 1200ευρώ θα πρέπει να μετατραπούν σε δραχμές με την ισοτιμία εισόδου 340,75  και στη συνέχεια να υποτιμηθούν κατά 15,0% σε σχέση με το ευρώ. Θα έχουμε τώρα για να αγοράσουμε 1 ευρώ θα χρειαζόμαστε 391,86 δραχμές. Επομένως η αγοραστική δύναμη του νέου μισθού σε όρους ευρώ θα είναι 1043,46 ευρώ.  Όμως η υποτίμηση που θέσαμε στο παράδειγμα με τη σημερινή κατάσταση της ελληνικής οικονομίας φαντάζει τρομακτικά μικρή.

Τι θα συμβεί σε μια κατάθεση 50.000 ευρώ σε διάστημα ενός εξαμήνου και ποια θα είναι η πραγματική της αξία;

Η κατάθεση θα μετατραπεί στο νέο εθνικό νόμισμα  και η πραγματική της αξία θα έχει σχέση με τον διαμορφούμενο πληθωρισμό στον οποίο ενσωματώνεται η  υποτίμηση  του νομίσματος σε σχέση με τα άλλα νομίσματα . Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το ύψος του επιτοκίου καταθέσεων που απολαμβάνει αμβλύνει τις επιπτώσεις του πληθωρισμού .

Κατά πόσο η επιστροφή στη δραχμή οδηγεί σε κρατικοποίηση των τραπεζών που σημαίνει και χαμηλότερες δόσεις σε στεγαστικά και επιχειρηματικά δάνεια;

Μπορεί να οδηγήσει και σε κρατικοποιήσεις αλλά αυτό δεν είναι απαραίτητο. Γνωρίζουμε ότι ο πληθωρισμός ευνοεί τους δανειζόμενους ενώ ο αντιπληθωρισμός τους δανειστές.

Μήπως όμως με την επιστροφή στη δραχμή και με το να τυπωθεί νέο χρήμα θα πέσουν οι τιμές σε βασικά καταναλωτικά αγαθά;

Αυτό βεβαίως μπορεί να συμβεί για όσα παράγονται στην Ελλάδα και η συμμετοχή εισροών για την παραγωγή τους βρίσκεται σε χαμηλό ποσοστό. Με απλά λόγια μπορεί να συμβεί σε προϊόντα που έχουν πολύ υψηλή προστιθέμενη αξία εγχωρίως.

Πόσο θα στοιχίζει η εισαγωγή πρώτων υλών, όπως για παράδειγμα το πετρέλαιο και που θα φτάσει η τιμή της βενζίνης;

Θα στοιχίζει  περισσότερο αναλογικά με την υποτίμηση του νέου νομίσματος σε σχέση με το δολάριο (το νόμισμα στο οποίο γίνονται οι αποτιμήσεις του πετρελαίου) Όμως το μεγαλύτερο πρόβλημα συνίσταται στο ότι πρέπει να διαθέτεις δολάρια για να πληρώσεις τις εισαγωγές πετρελαίου τα οποία ,όπως έχουμε αναφέρει, θα πρέπει να βρεθούν από τις εξαγωγές  και μόνο.

Θα βοηθούσε τις εξαγωγές μας η επιστροφή στο παλιό νόμισμα;

Θεωρητικά ίσως ναι γιατί θα ήταν ένα υποτιμημένο δραστικά νόμισμα.   Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι σε όρους αξίας θα είχαμε ωφέλεια . Τούτο γιατί θα υπάρξει χειροτέρευση των όρων εμπορίου της ελληνικής οικονομίας λόγω της υποτίμησης του νέου εθνικού νομίσματος. Αυτό σημαίνει ότι το νέο επίπεδο του εισοδήματος στην Ελλάδα θα σταθεροποιούταν σε πολύ χαμηλότερο επίπεδο από το σημερινό. Το ότι η υποτίμηση υποβοηθά τις εξαγωγές είναι μια θεωρητική πρόταση που λειτουργεί με πολλές προϋποθέσεις και έχει πολλά αρνητικά παρεπόμενα για τις οικονομίες που την χρησιμοποιούν 


Το τελικό συμπέρασμα ποιο είναι; Υποταγή στους δανειστές και ευρώ, ή απελευθέρωση και δραχμή;

Πάντοτε υπάρχει η μέση οδός. «Έστιν άρα η αρετή έξις προαιρετική, εν μεσότητι ούσα τη προς ημάς , ωρισμένη λόγω και ω αν ο φρόνιμος ορίσειεν» , υποστηρίζει ο Αριστοτέλης . Οι κραυγές των λύκων που ακούγονται , ένθεν και εκείθεν, δεν έχουν καμία σχέση με την Φρόνησιν  (την φρόνησιν, την κρίσιν, το ορθώς σκέπτεσθαι μέσα σε πραγματικές συνθήκες.

Κώστας Μελάς.   14.11.2011. Εφημερίδα ΝΙΚΗ



[1] Υποθέτουμε πάντοτε ότι για τα χρεολύσια θα έπρεπε να υπάρχει η αναχρηματοδότηση  κάτι που βεβαίως δεν ισχύει στην σημερινή περίπτωση της Ελλάδος.