Κυριακή, 10 Απριλίου 2011

ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ Ή ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΟΥ ΑΠΑΛΦΑΒΗΤΙΣΜΟΥ;

1.

Μια νέα συναίνεση έχει εμφανισθεί και κυριαρχεί τουλάχιστον στις χώρες του δυτικού πολιτισμού : δεν υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις στην παρούσα κατάσταση. Ο κόσμος εμφανίζεται όλο και λιγότερο θελκτικός. Οι άνθρωποι δεν ονειρεύονται, δεν στοχάζονται. Αυτό που όλες οι προγενέστερες γενιές μπορούσαν και ήταν θεμιτό να κάνουν, φαίνεται ότι δεν είναι δυνατόν για τη τωρινή γενιά. Κανένας ουτοπικός σχεδιασμός δεν ενσαρκώνει στην παρούσα φάση οράματα του μέλλοντος.

Κι΄ όμως, δεν έχουν εξαφανιστεί όλες οι «ουτοπίες». «Χιλιαστικές» ομάδες, θιασώτες της επιστημονικής φαντασίας και μερικοί διανοούμενοι του κυβερνοχώρου διατηρούν ένα «ουτοπικό» όραμα. Μεταξύ των εναπομεινάντων «ουτοπικών», οι πιο σημαντικοί σήμερα είναι αναμφίβολα οι «μελλοντολόγοι», εκείνοι που παρουσιάζουν οράματα του μέλλοντος βασισμένα εξ΄ ολοκλήρου πάνω σε τεχνολογικές προόδους.

Αυτοί είναι «ουτοπικοί» ως προς την πεποίθησή τους, ότι μια πολύ διαφορετική και πολύ «ανώτερη» κοινωνία είναι δυνατή, ακόμη και επικείμενη. Οραματίζονται ένα νέο μετά- βιομηχανικό πολιτισμό, βασισμένο πάνω σε μια μεταμορφωμένη ύπαρξη, η οποία θα προέλθει από την κοινωνία της πληροφορίας[1].

Η κοινωνία της πληροφορίας αποτελεί στα μάτια τους το λαμπρό επιστέγασμα, αλλά και μια ουσιώδη κινητήρια δύναμη της κοινωνίας εκείνης, όπου κυρίαρχο στοιχείο είναι η οικονομία.

Σύμφωνα με τις αντιλήψεις αυτές, όσο πιο περίπλοκη γίνεται η κοινωνία, τόσο επιτείνεται η στοχαστικότητά της αναφορικά με τις ίδιες της τις λειτουργίες και τόσο μεγαλώνει η σημασία της γνώσης για τη διεκπεραίωσή τους.

Γνώση σημαίνει όμως , για τις συγκεκριμένες αντιλήψεις, μόνο πληροφορία, και έτσι η πληροφορία γίνεται το μυαλό και η καρδιά της κοινωνίας – όπως και η «επικοινωνία» γίνεται η κεντρική έννοια της κοινωνικής θεωρίας στη σύγχρονη εποχή.

Ο Μ. Δερτούζος αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα εκπροσώπου αυτής της αντίληψης. Στο βιβλίο του «Τι μέλλει γενέσθαι[2]», περιγράφει έναν κόσμο συγκεντρωμένο γύρω απ’ αυτό που αποκαλεί Αγορά Πληροφορίας, ένα νέο τρόπο να εργάζεσαι, να ψωνίζεις και να αναπαύεσαι. Φλυαρώντας αδιάκοπα σε πλήθος αλλαγών αποφεύγει συστηματικά να αναφερθεί στους συγκεκριμένους θεμελιακούς μετασχηματισμούς, που αυτές συνεπάγονται. Η ανθρώπινη ελευθερία αναλώνεται σε τυχαίες επιλογές του υπολογιστή.

Η πίστη, ότι ένα νέο μέσο θα μεταμορφώσει το πολιτισμικό πεδίο κέντρισε κάθε γενιά. Η πίστη αυτή εδράζεται σε μια συγκεκριμένη αντίληψη της φιλοσοφίας της ιστορίας, η οποία προσβλέποντας σε ένα ευτυχές τέλος της ιστορίας, θεωρεί ότι ο κυβερνοχώρος θα αποτελέσει μια μορφή κοινωνικής οργάνωσης, δίχως πολιτικούς και ιδεολογικούς διαχωρισμούς, δεδομένου ότι θα τη διακρίνει η επιβολή του γνωστικού στοιχείου και θα καθοδηγείται με βάση την επιστημονική γνώση.

Παρόμοια φαινόμενα χρησιμεύουν συχνά ως αφετηρία ευθύγραμμων προβολών στο μέλλον και ερμηνεύονται ως ορόσημα ριζοσπαστικών στροφών, γιατί πιστεύεται ότι η εμφάνισή τους εξουδετερώνει την επίδραση των ως τώρα καθοριστικών παραγόντων και επιβάλλει να ξαναγραφεί εξ’ αρχής η οντολογία της κοινωνίας.

Αν τα πράγματα είχαν έτσι, τότε θα έπρεπε να αποδείξει κανείς ότι η θεμελιώδης ανθρώπινη συμπεριφορά άλλαζε αντίστοιχα σε κάθε επαναστατική αλλαγή της πυκνότητας και της μετάδοσης πληροφοριών, π.χ. όταν εφευρέθηκε η γραφή ή η τυπογραφία. Όμως, κάτι τέτοιο διόλου δεν έγινε. Όσες αλλαγές επήλθαν, ήσαν ιστορικές και δευτερογενείς, ήτοι δεν έθιγαν τον πρωτογενή τομέα της ανθρωπολογίας και της κοινωνικής οντολογίας. Η λογική της πληροφορίας υποτάχθηκε πάντοτε, σε γενικές γραμμές, στη λογική των κυρίαρχων ενδοανθρωπίνων σχέσεων  και των συναφών ιδεολογικών τοποθετήσεων.

2.
Στο πλαίσιο όμως αυτών των δευτερογενών αλλαγών ,είναι ιστορικά βέβαιο, ότι κάθε νέο σημαντικό τεχνολογικό μέσο – ράδιο, κινηματογράφος, ή τηλεόραση – γρήγορα ενσωματώνεται μέσα στην κουλτούρα μεταλλάσσοντας την. Το διαδίκτυο, η πληροφορική  και ο «κυβερνοχώρος» δεν διαφέρουν σχεδόν καθόλου. Κάθε μορφή πολιτισμού , διαπραγματεύεται , υποχρεωτικά και αναπόδραστα με την τεχνολογία , ανεξάρτητα αν η παραπάνω διαπραγμάτευση μπορεί να είναι επιτυχής ή όχι.  Οι ρηξικέλευθες μορφές τεχνολογίας δεν είναι ποτέ ουδέτερες. Οι χρήσεις της όποιας τεχνολογίας προσδιορίζονται σε μεγάλο βαθμό από τη δομή της ίδιας της τεχνολογίας. Επιβάλουν συμπεριφορές. Τα νέα πράγματα  που εισάγουν οι νέες τεχνολογίες απαιτούν την εισαγωγή νέας ορολογίας . Παράλληλα και αυτό είναι το πιο σημαντικό και ύπουλο συγχρόνως νοηματοδοτούν εκ νέου τους παλαιούς όρους. «Τα νέα πράγματα τροποποιούν επίσης τις παλαιές λέξεις , λέξεις που περιέχουν βαθιά ριζωμένα νοήματα. Το τηλεγράφημα και ο ημερήσιος Τύπος άλλαξαν αυτό που κάποτε εννοούσαμε με τη λέξη «πληροφορία». Η τηλεόραση αλλάζει αυτό που εμείς εννοούμε με τους όρους «πολιτική συζήτηση», «ειδήσεις» και «κοινή γνώμη». Ο ηλεκτρονικός υπολογιστής αλλάζει την έννοια «πληροφορία» για άλλη μια φορά. Η γραφή άλλαξε αυτό που κάποτε εννοούσαμε ,ε τις λέξεις «αλήθεια» και «νόμος», η τυπογραφία τις επανακαθόρισε , ενώ τώρα η τηλεόραση και ο υπολογιστής τις αλλάζουν ως έννοιες και πάλι…»[3].. Οι παλαιές λέξεις χρησιμοποιούνται ακόμα, όμως δεν έχουν το ίδιο νόημα. Μάλιστα σε μερικές περιπτώσεις έχουν ακριβώς το αντίθετο νόημα. Η τεχνολογία προσδιορίζει αυταρχικά το νόημα του σημαντικότερου μέρους της ορολογίας μας. Επαναπροσδιορίζει τις έννοιες «ελευθερία», «αλήθεια», «νοημοσύνη», «γεγονός», «σοφία», «μνήμη», «ιστορία», όλες τις λέξεις      που χρησιμοποιούμε στη συζήτηση.
Οι αλλαγές που κυοφορεί η ρηξικέλευθη τεχνολογία είναι περίπλοκες και εντελώς απρόβλεπτες. Οι κυριότερες από τις απρόβλεπτες είναι αυτές που ονομάζονται ιδεολογικές αλλαγές. Δηλαδή αυτές που αποσκοπούν να αλλάξουν τον τρόπο που οι άνθρωποι μιας εποχής βλέπουν τις βασικές αξίες της ζωής τους. Μεταμορφώνουν τις βαθιά ριζωμένες αντιλήψεις, όπως  «γνώση» και «αλήθεια».   « Η διαδικασία των τεχνολογικών εξελίξεων δεν έχει ούτε προσθετικές ούτε αφαιρετικές δυνατότητες. Είναι οικολογική. …Μια σημαντική αλλαγή προκαλεί συνολική αλλαγή. …Μια νέα τεχνολογία δεν προσθέτει ή αφαιρεί κάτι. Αλλάζει τα πάντα… τροποποιούν τη δομή των ενδιαφερόντων μας: τα πράγματα δηλαδή για τα οποία σκεφτόμαστε. Αλλάζουν τον χαρακτήρα των συμβόλων μας: τα πράγματα δηλαδή με τα οποία σκεφτόμαστε. Και μεταμορφώνουν τη φύση της κοινότητας : το χώρο δηλαδή στον οποίο αναπτύσσονται οι σκέψεις»[4].  Όμως εκείνο που ορίζεται ως σημαντικό σε ολόκληρη αυτή τη διαδικασία είναι να μάθουμε και να καταλάβουμε με ποιους τρόπους πραγματοποιούνται οι αλλαγές στην αντίληψή μας  σχετικά με τις ίδιες τις συνθήκες της ύπαρξής μας.

3.
Οι ενθουσιώδεις οπαδοί «της πληροφοριακής επανάστασης» θεωρούν ότι ο κόσμος θα βελτιωθεί, αν περισσότεροι άνθρωποι έχουν ευκολότερη πρόσβαση στη γνώση, δεδομένου ότι έτσι θα επικρατήσει το γνωστικό – ορθολογικό στοιχείο μέσα στην κοινωνία.
Οι δεδομένες προσδοκίες βασίζονται στην άπόψη ότι όποιος είναι περισσότερο πληροφορημένος σκέπτεται και ενεργεί ορθολογικότερα έναντι των λιγότερο πληροφορημένων.

Όπως σημειώνει ο Κονδύλης: «το λογικό άλμα είναι προφανές: δεν είναι αυτή κάθε αυτή η χρήση της πληροφορίας, αλλά το ποσόν της χρήσης που καθιστά την πληροφορία γνωστικό θεμέλιο της ορθολογικής πράξης. η ορθολογικότητα του πράττοντος πρέπει λοιπόν να προϋποθέτει ως καταβολή και ως αυτοτελές μέγεθος.

Θα πρέπει να γίνει εξάλλου σαφές ότι η μεγαλύτερη ποσότητα των «πληροφοριών» (αν πράγματι αποτελούν πληροφορίες και όχι ανακοινώσεις, δηλ. ήδη γνωστά πράγματα ή χωρίς γνωστική σημασία) δεν σημαίνει απαραιτήτως μεγαλύτερη γνώση. Η συσσώρευση πληροφοριών στον υπολογιστή έχει την ίδια αξία με τα γνώση που υπάρχει σε χιλιάδες βιβλία στις βιβλιοθήκες.

Το ζήτημα συνίσταται στην αξιολόγηση και στη στοχαστική αφομοίωση των γνώσεων, και αυτό απαιτεί χρόνο και προσπάθεια. Ένα υποκείμενο που συλλογίζεται είναι φύσει αργό, καθώς μας δείχνουν τα  συγγενή ρήματα και εκφράσεις, όπως συλλογίζομαι μελαγχολικά, ατενίζω θεωρητικά, διαλογίζομαι, σκέπτομαι περιεσκεμμένα, γυροφέρνω στο μυαλό μου τα πράγματα»[5].

Μπροστά σε ένα τεράστιο όγκο πληροφοριών οι άνθρωποι σηκώνουν τα χέρια ψηλά γιατί δεν ξέρουν τι να σκεφτούν. Η έκρηξη των πληροφοριακών δεδομένων κατάστρεψε την πρόταση της κατανοησιμότητας. Πλημμυρισμένοι από απόψεις, από πλάγιους ορίζοντες της πληροφορίας, που απλώνεται αέναα προς κάθε κατεύθυνση, δεν δεχόμαστε πλέον την πιθανότητα της συναρμολόγησης μιας πλήρους εικόνας. Χάνουμε το χρόνο και την ευκαιρία, να καταλάβουμε τι σημαίνουν τα γεγονότα.
Όπου κυβερνά η ηλεκτρονική ώθηση, όπου η ψυχή συνηθίζει να εργάζεται με δεδομένα, η εμπειρία του βαθέος χρόνου είναι αδύνατη. Καθόλου βαθύς χρόνος, καθόλου σοφία.
Μια κρίσιμη δεξιότητα στην κοινωνία της πληροφορίας συνίσταται στο να προστατεύει κανείς τον εαυτό του από το 99,99% της παρεχόμενης πληροφορίας που του είναι άχρηστη (και φυσικά , να αξιοποιεί στο έπακρο το υπόλοιπο 0,01%)[6].  Η υπέρμετρη αύξηση της ποσότητας των πληροφοριών καθιστά ως γενικευμένη επιδίωξη των ανθρώπων το πώς θα αναδείξουν το φιλτράρισμα της πληροφορίας σε βασική τους προτεραιότητα. Ανακύπτει επομένως η επιτακτική ανάγκη για ένα μηχανισμό διαλογής. Για την επιλογή κριτηρίων με βάση τα οποία θα μπορεί ο καθένας  να διακρίνει και να αξιολογεί τις πληροφορίες που λαμβάνει. Στο πρόσφατο παρελθόν , την εποχή της νεωτερικότητας και του μοντερνισμού, η λύση στο παραπάνω πρόβλημα ήταν είτε μια άρτια παιδεία , είτε μια καλά εδραιωμένη ταυτότητα , είτε ξεκάθαρα ενδιαφέροντα. Σήμερα εκείνο που συμβαίνει είναι ότι όλο και μεγαλύτεροι αριθμοί ανθρώπων ζουν σ’ έναν κόσμο όπου παντού γύρω τους κυκλοφορούν θραύσματα πληροφορίας δίχως κατεύθυνση , συνοχή και πάνω από όλα χωρίς ένταξη στο απαραίτητο εννοιολογικό πλαίσιο που θα επιτρέψει τη δημιουργία γνώσης. Στην κατάσταση αυτή μπορούν να βοηθήσουν μόνον οι συνειδητοί ή ασυνείδητοι , ανθρωπολογικά καθορισμένοι μηχανισμοί, τους οποίους επιστρατεύει η νόηση προκειμένου να απλοποιήσει , έστω και αυθαίρετα, μια πολυσύνθετη κατάσταση και να καταστήσει έτσι δυνατό τον πρακτικό προσανατολισμό των ανθρώπων.
Είναι γνωστόν ότι η βασική προϋπόθεση κάθε σωστής συλλογιστικής είναι η γνώση του πραγματικού χαρακτήρα του αντικειμένου των συλλογισμών. Η μη έμφυτη επιθυμία για το «άριστο» είναι κατ’ ανάγκη επίκτητη και βασισμένη στην κρίση (δόξαν)[7]
Η απουσία αυτής της προϋπόθεσης την εποχή της υπέρμετρης ποσότητας της πληροφορίας προκαλεί μια εκ βάθρων μεταλλαγή της έννοιας της γνώσης. 

4.


Το 1979 , ο Κρίστοφερ Λας, ένα από τα οξύτερα πνεύματα του αιώνα μας , περιγράφει ως εξής την παρακμή του αμερικανικού εκπαιδευτικού συστήματος:
«Η μαζική εκπαίδευση υποσχόμενη να εκδημοκρατίσει την κουλτούρα που παλαιότερα επιχωρίαζε στις προνομιούχες τάξεις , κατέληξε να αποβλακώνει τους ίδιους τους προνομιούχους. Η σύγχρονη κοινωνία , αν και κατάφερε να δημιουργήσει ένα χωρίς προηγούμενο επίπεδο τυπικής εκπαίδευσης , παρήγαγε ταυτόχρονα νέες μορφές αμάθειας. Ολοένα και πιο δύσκολα οι άνθρωποι χειρίζονται τη γλώσσα τους με άνεση και ακρίβεια, ολοένα και πιο δύσκολα είναι σε θέση να κάνουν λογικές αφαιρέσεις ή να κατανοούν γραπτά κείμενα εκτός από τα υποτυπώδη»[8].
Αν συνυπολογίσουμε στα παραπάνω την επίδραση, στην ήδη προβληματική διαδικασία  της μαζικής εκπαίδευσης ,της χρήσης του ηλεκτρονικού υπολογιστή ως βασικού εργαλείου μάθησης  (όπως σύσσωμη η καρτελοποιημένη πολιτική ελιτ της χώρας μας υποστηρίζει) είναι εύκολο να αντιληφθούμε το πώς οδηγούμεθα στην παραγωγή της κοινωνίας του απαλφαβητισμού.
Τούτο για τους εξής απλούς λόγους.

Η υφή της πληροφορικής είναι στενά υπολογιστική και συνδυαστική. Υπόκειται σε μια τεχνική λογική κατά το πρότυπο του δυαδικού κώδικα μηδέν/ ένα του ηλεκτρονικού υπολογιστή. «Είναι συνεπώς από τη φύση της αντιπαραγωγική , αδυνατώντας να λειτουργήσει διερωτητικά ή πολύ περισσότερο αναστοχαστικά. Δεν επιλύει γνήσια διανοητικά προβλήματα , ούτε καν ασχολείται με όσα θα ονομάζαμε προβλήματα , στο πλαίσιο μιας επιστημονικής ή διανοητικής παράδοσης…Δεν ανοίγει ένα παράθυρο προς την εξήγηση του κόσμου ή την ερμηνεία των συνιστωσών του…»[9]. Η λογική του υπολογιστή επιλύει μόνο γρίφους , με τυποποιημένες συνδυαστικές δυνατότητες και απόλυτο απαντητικό καταναγκασμό , προσδιορισμένο από το δίπολο ναι / όχι. Η τεχνική λογική ως υπόστρωμα των προγραμμάτων εκπαίδευσης παράγει το φαινόμενο του απαλφαβητισμού , αποψιλώνοντας τη σκέψη και το στοχασμό από το πρωτογενές υλικό του σκέπτεσθαι. Η εξοικείωση με το ηλεκτρονικό λεξιλόγιο ισοδυναμεί με την απώλεια κάθε αίσθησης στοχασμού.
«Όποιος αρχίζει από παιδί να συλλογίζεται αποκλειστικά όπως επιβάλλει η μαθηματική και συναρτησιολογική δομή του υπολογιστή , μολονότι θα λειτουργεί πάντα στο πλαίσιο ενός κοσμοθεωρητικού σχήματος , είναι εξόχως πιθανό ότι ουδέποτε θα διαλογισθεί περί το ουσιώδες, τουτέστιν περί τους υπαρξιακούς όρους βίωσης του κόσμου, τη φιλία και την έχθρα, την εμπράγματη δυνατότητα μιας εναλλακτικής διάταξης του κόσμου με άλλες παραμέτρους, κατηγορίες και ιεραρχίες και ότι, εντέλει , θα καθηλωθεί σε μια ιδιότυπη μορφή επαναληπτικότητας»[10] .


5.
Από την άποψη της συγκρότησης όμως των κοινωνιών του μέλλοντος δύσκολα κανείς μπορεί να διαφωνήσει για το που οδηγούνται τα πράγματα. Ολοταχώς οι κοινωνίες της πληροφορίας οδηγούνται να μετατραπούν σε αντίστοιχες κοινωνίες ελέγχου[11].

Η εξουσία, ίδιον της οποίας αποτελούν οι συμπεριφορές κοινωνικής ένταξης και αποκλεισμού, ασκείται μέσω μηχανισμών διάχυτων στο κοινωνικό σώμα με άμεση επίδραση στη ψυχοσωματική υφή των υποκειμένων και σε πλήρη αντίθεση με την προηγούμενη κατάσταση όπου υπήρχαν συγκεκριμένοι εξωτερικοί μηχανισμοί επέμβασης και διαμόρφωσης της κοινωνικής συμπεριφοράς.

Συγκεκριμένα, μέσω των επικοινωνιακών συστημάτων και των πληροφοριακών δικτύων οργανώνει τους τρόπους του σκέπτεσθαι των ανθρώπων, ενώ μέσω επιτηρουμένων δραστηριοτήτων, κυρίως κρατικής προέλευσης, ωθεί προς καταστάσεις αυτόβουλης αποξένωσης από την επιθυμία για δημιουργικότητα.

Η ρύθμιση του κοινωνικού βίου γίνεται ουσιαστικά εκ των έσω, από τη στιγμή που η εξουσία μπορεί να επιβάλλει έναν έλεγχο πολυποίκιλο και αρθρωμένο στην παρακολούθηση, στην ερμηνεία, στην απορρόφηση και στην αναδιάρθρωση του βίου.

Τα σύγχρονα πληροφορικά και επικοινωνιακά δίκτυα επιτρέπουν στην εξουσία να επιτύχει την αποτελεσματική διοίκηση ολόκληρου του φάσματος του βίου του πληθυσμού, μόνο όταν καθίσταται μια αναπόσπαστη ζωτική λειτουργία, την οποία κάθε άτομο ενστερνίζεται και επανενεργοποιεί εκουσίως.


6.

Από τη μεριά της εργασίας, εύκολα παρατηρήσιμο είναι το γεγονός ότι οι πληροφοριακές τεχνολογίες χρησιμοποιούνται για να αποδυναμώσουν τις δομικές αντιστάσεις της εργατικής δύναμης, αναφορικά ως προς το μισθό, όσο και προς τις πολιτισμικές και γεωγραφικές διαφορές.

Με τον τρόπο αυτό, το κεφάλαιο έχει μπορέσει να επιβάλει τόσο τη χρονική ευελιξία, όσο και τη χωρική κινητικότητα. Η διαδικασία αποδυνάμωσης των αντιστάσεων της εργατικής δύναμης έχει καταστεί τελείως πολιτική διαδικασία, προσανατολισμένη στη μεγιστοποίηση του οικονομικού κέρδους.

Η ρύθμιση της εργάσιμης ημέρας έχει κυριολεκτικά καταλυθεί. Η εργάσιμη ημέρα συχνά διαρκεί δώδεκα δεκατέσσερις, δεκαέξι ώρες χωρίς να υπάρχουν Σαββατοκύριακα ή διακοπές. υπάρχει εξίσου δουλειά για άντρες, γυναίκες και παιδιά, όπώς και για τους ηλικιωμένους και τα άτομα με εδικές ανάγκες.

Όσο ελάχιστη και μηδαμινή είναι η ρύθμιση του καθεστώτος που διέπει την εργασία, τόσο μεγαλύτερη είναι η προσφορά εργασίας. Αυτή είναι η βάση πάνω στην οποία δημιουργούνται οι νέες διαφοροποιήσεις – διακρίσεις της εργασίας.

Τα διαφορετικά επίπεδα παραγωγικότητας δεν είναι τίποτε διαφορετικό από περισσότερη εργασία για μικρότερο μισθό. Το κεφάλαιο ρέει προς τα εκεί όπου η τιμή της εργατικής δύναμης είναι η ελάχιστη δυνατή και όπου η δύναμη της διοίκησης για εξασφάλιση της εκμετάλλευσης είναι η μέγιστη. Οι χώρες που εξακολουθούν να διατηρούν τον άτεγκτο χαρακτήρα της εργασίας, δίχως πλήρη ευελιξία και κινητικότητα τιμωρούνται υποφέροντας από ανεργία, υποτιμήσεις και καταστροφές.

Οι χρηματαγορές εμφανίζουν καθοδική τάση όταν μειώνεται το ποσοστό της ανεργίας. Το ίδιο συμβαίνει όταν η κοινωνική πολιτική μιας χώρας δεν συμμορφώνεται πλήρως με το όραμα της ευελιξίας και της κινητικότητας. Ο φόβος της ανεργίας είναι η βασική δύναμη που δημιουργεί τις νέες διαφοροποιήσεις στον χώρο της εργασίας.
Η μαζική εισαγωγή στην εκπαίδευση της εκμάθησης στην χρήση των ηλεκτρονικών υπολογιστών , μέσω του απαλφαβητισμού που προκαλεί , δεν αποτελεί τίποτε περισσότερο παρά την πλέον πρόσφατη μορφή εκμετάλλευσης της εργασίας στο πλαίσιο του νεοφιλελεύθερου προτάγματος.




7.
Βρισκόμαστε σύμφωνα με πολλούς αναλυτές, σε μια ιστορική καμπή για την ανθρωπότητα. Οι παγκόσμιες εξελίξεις  κινούνται στον αστερισμό της μιας και μοναδικής υπερδύναμης, η οποία αποφάσισε πλέον να δείξει ξεκάθαρα, ότι οι επιλογές της στοιχειοθετούν διεθνές δίκαιο. Όλο και περισσότερο φαίνεται ότι η πραγματικότητα πλησιάζει προς τις κοινωνίες ελέγχου και κυριαρχίας που περιγράφουν τα γνωστά βιβλία Ο θαυμαστός Καινούργιος Κόσμος του Χάλξεϋ και το 1984 του Όργουελ.

Έχουμε εισέλθει σε μια εποχή που διαρκώς μας θέτει το δίλημμα να διαλέξουμε μεταξύ της υπάρχουσας κατάστασης και κάτι χειρότερου. Άλλες εναλλακτικές προτάσεις δεν φαίνεται να υπάρχουν. Διαμορφώνουμε τη ζωή μας μέσα σε στενά πλαίσια, έχοντας ελάχιστη προσδοκία ότι το μέλλον θα διαφέρει από το παρόν. Έχει εξαφανισθεί ακόμη και η αίσθηση ότι το μέλλον θα μπορούσε να υπερβεί το παρόν. Η ιδέα ότι η μελλοντική σύσταση της ζωής, της εργασίας, της καθημερινότητας θα μπορούσε να μοιάζει ελάχιστα με εκείνη που είναι τώρα γνωστή σε μας, συνεχώς φθίνει.


Ο περιορισμός του στοχασμού βαδίζει παράλληλα με την αποσάθρωση του ουτοπικού οράματος. Όνειρα και φαντασία σε μια κατάσταση σκλαβιάς, σημαίνει να προδίδουμε κάθε έννοια απόλυτης δικαιοσύνης μέσα μας. Μόνο η φαντασία προσφέρει κάποια νύξη αυτού που μπορεί να υπάρξει σημειώνει ο André Breton.  Σε μια εποχή πολιτικής παραίτησης και κόπωσης, το πραγματικό ουτοπικό πνεύμα παραμένει περισσότερο αναγκαίο από ποτέ. Η προσπάθεια να οραματιστούμε άλλες δυνατότητες ζωής και κοινωνίας παραμένει επείγουσα και συνιστά την απαραίτητη προϋπόθεση για να κάνουμε κάτι. Μπορούμε.

Η Ιστορία ξεγελάει ακόμη και τους πιο ευφυείς μελετητές της. Κανένας δεν προέβλεψε τον ακαριαίο θάνατο του σοβιετικού συστήματος (1989). Ποιος μπορεί να πει ανά το μέλλον επιφυλάσσει παρόμοιες εκπλήξεις;



   
Αθήνα,1/4/2007




[1] Νεγρεπόντης Ν: Ο ψηφιακός κόσμος. Καστανιώτης 1995.
[2] Μ. Δερτούζος : Τι μέλλει γενέσθαι . Νέα Σύνορα  1998.
[3] Ν. Πόστμαν: Τεχνοπώλιο. Εκδόσεις Καστανιώτη 1999. Σελίδες 21-22.
[4] Όπως παραπάνω…Σελίδες  31 και 33.
[5] Π.Κονδύλης: Από τον 20ο ,στον 21ο αιώνα. Θεμέλιο 1998. Σελίδα 147-179.
[6] Thomas. H. Eriksen : Η Τυραννία της Στιγμής. Εκδόσεις Σαββάλας 2005.Σελ. 46.
[7] Πλάτων : Φαίδρος . Εκδόσεις Κάκτος
[8] Κ. Λας : Η κουλτούρα του Ναρκισσισμού. Νησίδες χχ.
[9] Α.Μεταξόπουλος : Αυτοσυντήρηση, Πόλεμος, Πολιτική. ΑΑ.Λιβάνης 2005. Σελίδες 361-371.
[10] Όπως παραπάνω…Σελίδα 367.
[11] G.Agamben: Stato di Eccezzione.  Bollati Borigheri. Torino 2003.
   G.Deleuze: Η Κοινωνία του Ελέγχου. Ελεθυεριακή Κουλτούρα  2001.