Κυριακή, 9 Ιανουαρίου 2011

Δυσκολότερο το 2011 για την ελληνική οικονομία

Το έτος 2010 θα είναι ένα πολύ δύσκολο έτος για την ελληνική οικονομία, για τους εργαζόμενους, αλλά και τους Έλληνες πολίτες γενικότερα. Μετά τα μέτρα που έχουν ληφθεί με βάση το Μνημόνιο, η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας είναι ουσιαστικά μία κατάσταση κατάρρευσης. Το πραγματικό ΑΕΠ θα μειωθεί, σύμφωνα με τις προβλέψεις, κατά 4,0%. Η ανεργία θα πλησιάσει το 14,0% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού. Οι εργαζόμενοι στον δημόσιο τομέα έχουν υποστεί δραματική μείωση των εισοδημάτων τους που αγγίζει και το 20,0%. Ο πληθωρισμός έχει ξεφύγει και υπολογίζεται ότι στο τέλος του έτους 2010 θα ανέλθει στο 4,75–5,0%. Η μεγάλη πλειοψηφία των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων (περίπου 8 στις 10) καταγράφουν επιδείνωση της γενικής οικονομικής τους κατάστασης αλλά και όλων των επιμέρους οικονομικών δεικτών τους. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τόσο η ΓΣΕΒΕΕ, αλλά και κυρίως το ΕΒΕΑ, να προβούν σε διαβήματα προς την κυβέρνηση για αλλαγή της οικονομικής πολιτικής, καθώς τα λαμβανόμενα μέτρα οδηγούν στη δραστική επιδείνωση της ελληνικής οικονομίας οδηγώντας την σε πλήρες αδιέξοδο. Μάλιστα το ΕΒΕΑ πρότεινε πολύ δραστικές λύσεις σημειώνοντας χαρακτηριστικά:

Όπως διαφάνηκε μέχρι σήμερα, το Μνημόνιο δεν αποτελεί συνολική μεταρρυθμιστική προσπάθεια, αλλά μια τοκογλυφική διαδικασία επιβολής εύκολων, ισοπεδωτικών και αναποτελεσματικών επιλογών που, αντί να εκσυγχρονίζουν, κατεδαφίζουν, αντί να αναπροσανατολίζουν, αποσυνθέτουν και αντί να εξοικονομούν πόρους, προσθέτουν φτώχεια, διευρύνουν ανισότητες και αποδυναμώνουν ελπίδες και προοπτικές [...] επειδή, για τους λόγους αυτούς, το Μνημόνιο, αποτελεί τροχοπέδη ανάπτυξης και εξορθολογισμού, επιβάλλεται ή η άμεση απεμπλοκή από τους όρους του ή η ουσιαστική αλλαγή των όρων αυτών. 
Αξίζει να σημειωθεί ότι το ΕΒΕΑ αλλά και η ΓΣΕΒΕΕ έχουν ταχθεί υπέρ του Μνημονίου. Δυστυχώς ότι έχει συμβεί μέχρι σήμερα στο μεγαλύτερο μέρος του περιγράφεται στο ίδιο το Μνημόνιο. Απλά τα πράγματα λόγω των ιδιομορφιών της ελληνικής οικονομίας εξελίσσονται χειρότερα. Η αύξηση των έμμεσων φόρων σε μια οικονομία που βρίσκεται σε βαθειά ύφεση δεν μπορεί να συνεισφέρει στην αύξηση των εσόδων του κράτους. Αυτό είναι γνωστό στους πρωτοετείς φοιτητές των οικονομικών σχολών. Επίσης σε μια οικονομία που βρίσκεται σε βαθειά ύφεση είναι σχεδόν ακατόρθωτο να συλλεγούν επιπρόσθετες εισφορές από όσους τόσα χρόνια απέφευγαν να τις καταβάλουν όσο και να απειλεί ή να παρακαλεί ο αρμόδιος υπουργός Εργασίας. Και αυτό επίσης αποτελεί αλήθεια γνωστή σε όλους. Η υφεσιακή κατάσταση στην οποία οδηγήθηκε η ελληνική οικονομία με στόχο την «αποθέρμανσή» της και την επίτευξη της δημοσιονομικής προσαρμογής, ενώ μπορεί σε κάποιο βαθμό να είναι επιτυχής στις αναπτυγμένες δυτικές οικονομίες όπου οι επιχειρήσεις λόγω του μεγέθους τους έχουν τη δυνατότητα απολύοντας μερίδα των εργαζομένων να εξακολουθούν να λειτουργούν μέσω της μείωσης της παραγωγής τους, στην Ελλάδα οι μικρές εμπορικές και βιοτεχνικές επιχειρήσεις κλείνουν, αποχωρούν από την παραγωγή ή την εμπορία, και είναι σχεδόν βέβαιο ότι η μεγάλη πλειοψηφία των ιδιοκτητών δεν πρόκειται να επανέλθουν στη συγκεκριμένη δραστηριότητα όταν μετά από καιρό θα αρχίσει να αναπτύσσεται και πάλι η οικονομία και να αυξάνεται το ΑΕΠ.

Παράλληλα, δεν υπάρχει η βούληση περιορισμού της φοροδιαφυγής από οποιοδήποτε κοινωνικό στρώμα και αν αυτή προέρχεται. Έχω τη γνώμη ότι αν μια κυβέρνηση ήθελε πραγματικά να προχωρήσει στη σύλληψη μεγάλου μέρους της φοροδιαφυγής θα το είχε επιτύχει εντός πολύ μικρού χρονικού διαστήματος. Όλοι γνωρίζουν ποιοι φοροδιαφεύγουν.

Επιπλέον, και παρά τα όσα λέγονται, το χρηματοπιστωτικό σύστημα βρίσκεται σε πάρα πολύ δύσκολη θέση. Δεδομένου ότι η διατραπεζική αγορά ουσιαστικά δεν υφίσταται για τις ελληνικές τράπεζες, μοναδικός τροφοδότης ρευστότητας είναι η ΕΚΤ. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι ελληνικές τράπεζες κάνοντας χρήση των διαφόρων μορφών ομολόγων (ελληνικού δημοσίου ή καλυμμένες ίδιες εκδόσεις) έχουν δανεισθεί μέχρι σήμερα περίπου 90 δις ευρώ. Παράλληλα, λόγω των προβλημάτων ρευστότητας που αντιμετωπίζει το ελληνικό τραπεζικό σύστημα αδυνατεί ουσιαστικά να επιτελέσει τον βασικό του ρόλο, του τροφοδότη ρευστότητας της ελληνικής οικονομίας. Η πιστωτική επέκταση τον Μάιο ήταν 2,8% έναντι 3,2% τον Απρίλιο του ίδιου έτους. Την ίδια στιγμή τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια ανήλθαν στο 8,2% (20,9 δις ευρώ) τον Μάρτιο του τρέχοντος έτους. Ουσιαστικά όποιες χορηγήσεις πραγματοποιούνται αποτελούν παλαιότερες υποχρεώσεις των τραπεζών και δεν αποτελούν καινούργιες χορηγήσεις. Ένα ακόμη χαρακτηριστικό στοιχείο είναι ότι παρά τα όσα υποστηρίζει η κυβέρνηση και η ΕΕ σχετικά με τη θετική πορεία του προγράμματος (το οποίο αποσκοπεί να πείσει τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές ότι η Ελλάδα μπορεί να ανταπεξέλθει στην εξυπηρέτηση των υποχρεώσεών της) τα spreads των ελληνικών ομολόγων όχι μόνο δεν αποκλιμακώνονται αλλά αντιθέτως κινούνται ανοδικά. Για παράδειγμα το spread των δεκαετών ομολόγων έχει σκαρφαλώσει στις 885 μονάδες βάσεις.

Όμως αν το 2010 είναι τόσο σκληρό, το 2011 προοιωνίζεται σκληρότερο. Σύμφωνα με τα Υπουργείο Οικονομικών (βλ. σχετικά, Επικαιροποιημένα κείμενα, «Μνημόνιο οικονομικής και χρηματοπιστωτικής πολιτικής», Μνημόνιο συνεννόησης, 6 Αυγούστου 2010), ο προϋπολογισμός του 2011 θα παρέχει πληροφορίες και αξιόπιστες προβλέψεις για ολόκληρη τη γενική κυβέρνηση και θα στοχεύει στην περαιτέρω μείωση του ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης σύμφωνα με το Μνημόνιο. Θα περιέχει λοιπόν αναλυτική παρουσίαση των μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής ύψους 3,2% του ΑΕΠ (4,3% του ΑΕΠ, αν ληφθούν υπ’ όψιν μεταφορές από μέτρα που εφαρμόστηκαν το 2010), και αναλυτικές πληροφορίες για την κατάσταση των δημόσιων επιχειρήσεων. Δηλαδή πρόκειται για νέα απορρόφηση πόρων από το κύκλωμα της οικονομίας τα οποία θα οδηγηθούν στην αποπληρωμή του χρέους και των πιστωτών μας.

Ο προϋπολογισμός θα περιέχει τα ακόλουθα μέτρα, όπως σχεδιάστηκαν στην αρχική έκδοση αυτού του Μνημονίου (σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μπορούν να ληφθούν υπ’ όψιν μέτρα που αποφέρουν ανάλογη εξοικονόμηση ύστερα από στενή συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το ΔΝΤ και την ΕΚΤ):
 
  • Εφαρμογή του κανόνα αντικατάστασης μόνο του 20% των συνταξιοδοτούμενων εργαζομένων στο δημόσιο τομέα (κυβέρνηση, δημόσιες επιχειρήσεις, τοπική αυτοδιοίκηση, κρατικές υπηρεσίες και άλλοι δημόσιοι οργανισμοί). Ουσιαστικά μειώνεται δραστικά η απασχόληση του δημόσιου τομέα, ο οποίος μέχρι σήμερα αποτελούσε μια κάποια λύση στο πρόβλημα της ανεργίας. Το μέτρο αυτό οδηγεί σίγουρα στην αύξηση της ανεργίας. Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι το σύνολο των μέτρων που εμπεριέχονται στο Μνημόνιο κατατείνουν στη μείωση της ελκυστικότητας του δημοσίου ως εργασιακού προορισμού των νέων εργαζομένων.
  • Μείωση της ενδιάμεσης κατανάλωσης της γενικής κυβέρνησης κατά τουλάχιστον 300 εκατομμυρίων ευρώ σε σχέση με το 2010, επιπλέον της προβλεπόμενης εξοικονόμησης στα πλαίσια της μεταρρύθμισης της δημόσιας διοίκησης και της αναδιοργάνωσης της τοπικής αυτοδιοίκησης (βλ. επόμενο μέτρο).
  • Εφαρμογή της νομοθεσίας για τη μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης και την αναδιοργάνωση της τοπικής αυτοδιοίκησης με στόχο τη μείωση του κόστους κατά τουλάχιστον 1.500 εκατομμύρια ευρώ από το 2011 ως το 2013, από τα οποία τουλάχιστον 500 εκατομμύρια ευρώ μέσα στο 2011. Πρόκειται για το σχέδιο «Καλλικράτη».
  • Μη χορήγηση της τιμαριθμικής προσαρμογής των συντάξεων, με στόχο την εξοικονόμηση 100 εκατομμυρίων ευρώ. Το γνωστό πάγωμα των συντάξεων για ένα έτος μετά τη δραματική μείωση τους το 2010. Αξίζει να σημειωθεί ότι ακόμα και ο Κ. Σημίτης τάχθηκε κατά της μείωσης των συντάξεων.
  • Μείωση των επενδύσεων που χρηματοδοτούνται από εγχώριους πόρους κατά τουλάχιστον 500 εκατομμύρια ευρώ δίνοντας προτεραιότητα στα επενδυτικά προγράμματα που χρηματοδοτούνται από κοινοτικά κονδύλια. Πρόκειται για μείωση των δημόσιων επενδύσεων. Είναι από τα πλέον ακραία μέτρα. Η μείωση των δημόσιων επενδύσεων που αποτελούν βασικό παράγοντα ανάπτυξης.
  • Προσωρινές «εισφορές κρίσης» στις πολύ κερδοφόρες επιχειρήσεις, οι οποίες θα αποφέρουν επιπλέον έσοδα ύψους τουλάχιστον 600 εκατομμυρίων ευρώ το χρόνο για το 2011, 2012 και 2013.
  • Κίνητρα για τη ρύθμιση των παραβιάσεων χρήσης γης, οι οποίες θα αποφέρουν επιπλέον έσοδα 1.500 εκατομμύρια ευρώ από το 2011 ως το 2013, από τα οποία τουλάχιστον 500 εκατομμύρια ευρώ μέσα στο 2011.
  • Ενεργοποίηση των τεκμηρίων φορολόγησης των επαγγελματιών με απόδοση τουλάχιστον 400 εκατομμύρια ευρώ το 2011 και αυξανόμενες αποδόσεις το 2012 και 2013.
  • Διεύρυνση της βάσης του ΦΠΑ μέσω της εφαρμογής σε υπηρεσίες οι οποίες σήμερα εξαιρούνται και μεταφορά σημαντικού ποσοστού (τουλάχιστον 30%) των αγαθών και υπηρεσιών που σήμερα εμπίπτουν στον μειωμένο κανονικό συντελεστή, με απόδοση 1.000 εκατομμυρίων ευρώ, ή μέτρο ισοδύναμης απόδοσης που θα συμφωνηθεί με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το ΔΝΤ και την ΕΚΤ.
  • Σταδιακή εισαγωγή «πράσινου φόρου» στις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, με απόδοση 300 εκατομμυρίων ευρώ στο 2011.
  • Συλλογή εσόδων από αδειοδότηση τυχερών παιγνίων: τουλάχιστον 500 εκατομμύρια ευρώ από πώληση αδειών και 200 εκατομμύρια ευρώ από ετήσια δικαιώματα. Πρόκειται για την επαναφορά των τυχερών παιχνιδιών μέσω των οποίων ουσιαστικά γίνεται εκμετάλλευση των λαϊκών στρωμάτων τα οποία μπροστά στην ανέχεια και τη φτώχεια οδηγούνται σε τέτοιου είδους επιλογές με την ευλογία του κράτους. Είναι γνωστό τοις πάσι ότι η συμμετοχή σε τέτοιου είδους παιχνίδια χαρακτηρίζεται ως «η φορολόγηση της ηλιθιότητας.»
  • Διεύρυνση της φορολογικής βάσης ακίνητης περιουσίας αναπροσαρμόζοντας τις αντικειμενικές αξίες των ακινήτων με στόχο την αποκόμιση τουλάχιστον 400 εκατομμύρια ευρώ επιπρόσθετα έσοδα.
  • Αύξηση της φορολόγησης αμοιβών σε είδος, συμπεριλαμβανομένης της φορολόγησης αυτοκινήτων με χρονομίσθωση (τουλάχιστον 150 εκατομμύρια ευρώ).
  • Συλλογή του ειδικού τέλους για ημιυπαίθριους χώρους (τουλάχιστον 800 εκατομμύρια το χρόνο).
  • Αύξηση φόρου στα είδη πολυτελείας με απόδοση τουλάχιστον 100 εκατομμύρια ευρώ.  
Είναι σχεδόν ακατόρθωτο η ελληνική οικονομία να υποστεί για μια δεύτερη χρονιά αυτή την απορρόφηση χωρίς ουσιαστικά να καταρρεύσει. Επιπλέον είναι σχεδόν ακατόρθωτο να έχουμε το ύψος των εσόδων που προγραμματίζονται σε μια οικονομία, η οποία ευρίσκεται σε βαθειά ύφεση. Άλλωστε η αδυναμία είσπραξης των προϋπολογισθέντων εσόδων το 2010 αποτελεί αδιάψευστο μάρτυρα. Επομένως βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την αδυναμία εκπλήρωσης των στόχων του Μνημονίου, γεγονός που πρέπει να προβληματίσει τις πολιτικές δυνάμεις του τόπου για την προετοιμασία ενός σχεδίου αντιμετώπισης των πολύ πιθανών αυτών εξελίξεων.

Όλα τα παραπάνω μέτρα τα οποία αποβλέπουν στη μείωση του ελλείμματος της Γενικής Κυβέρνησης έχουν ως στόχο την προσαρμογή της ελληνικής οικονομίας έτσι ώστε η Ελλάδα να μπορέσει να επανέλθει στις διεθνείς αγορές και να δανεισθεί τα απαιτούμενα ποσά για την εξυπηρέτηση των αναγκών της. Σύμφωνα με το Μνημόνιο, το 2012 η Ελλάδα θα πρέπει να βγει στις διεθνείς αγορές ομολόγων. Οι ανάγκες χρηματοδότησης του δημόσιου τομέα (σύμφωνα με το πρόγραμμα) θα είναι συνολικά το 2012, 66,8 δις ευρώ. Το πρόγραμμα χρηματοδότησης ΕΕ, ΕΚΤ, ΔΝΤ θα χορηγήσει 24 δις ευρώ. Επομένως η Ελλάδα θα πρέπει να δανεισθεί τα υπόλοιπα 42,8 δις ευρώ(εκ των οποίων 18 δις βραχυπρόθεσμος δανεισμός και τα υπόλοιπα 24,8 δις μακροπρόθεσμος δανεισμός). Επίσης, θα πρέπει να σημειωθεί ότι το δεύτερο εξάμηνο του 2010 θα πρέπει να δανεισθεί 8 δις ευρώ βραχυχρόνιο δανεισμό. Σύμφωνα με το σενάριο του Μνημονίου το πρωτογενές πλεόνασμα του κρατικού προϋπολογισμού, που αποτελεί σημαντική μεταβλητή του όλου σχεδιασμού, υπολογίζεται να είναι θετικό μόνο στο τέλος του 2012 και σε μικρό ύψος, 0,9%. Συγχρόνως το έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης το 2014 θα βρεθεί κάτω από το όριο του 3,0%. Θα πρέπει να σημειωθεί επίσης ότι οι δαπάνες για την εξυπηρέτηση των τόκων θα συνεχίζουν να αυξάνουν μέχρι και το 2014 αλλά και ο λόγος χρέους/ΑΕΠ σύμφωνα με τον παρακάτω πίνακα:

 Πίνακας 1
Έτος Τόκοι ως ποσοστό % του ΑΕΠ ΔΧ/ΑΕΠ
2009 5,0 115,1
2010 5,6 133,2
2011 6,6 145,2
2012 7,5 148,8
2013 8,1 149,6
2014 8,5 148,4

Πηγή: Μνημόνιο.


Αν όλα πάνε όπως υπολογίζει το Μνημόνιο αλλά  και η κυβέρνηση, η οποία είναι η μόνη που πλέον το υποστηρίζει σθεναρά, το 2013 η Ελλάδα θα βγει από το μηχανισμό υποστήριξης με πολύ υψηλότερο ΔΧ/ΑΕΠ από το χρόνο που μπήκε (2009: 115,1%, 2014: 148,4), με πολύ υψηλότερες δαπάνες εξυπηρέτησης του χρέους (2009: 5,0%, 2014: 8,5%), με υψηλή ανεργία, με χαμηλότερο ρυθμό μεγέθυνσης της οικονομίας (αν προκύψει), με χαμηλότερη αγοραστική δύναμη των Ελλήνων πολιτών. Το 2020, αν επιβεβαιωθούν όλες οι προβλέψεις (κάτι που θεωρείται από σήμερα αδύνατον) του Μνημονίου τα ΔΧ/ΑΕΠ θα επανέλθει στο επίπεδο του 2009...

Αν κάποιος δεν ήθελε να δανείσει χρήματα στο ελληνικό δημόσιο το 2009, γιατί να δανείσει το 2013; Είναι μια εύλογη απορία, στην οποία πρέπει να δοθεί κάποια απάντηση.

Μήπως η «νομιμοποιημένη» αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους στο πλαίσιο της ζώνης του ευρώ, σύμφωνα με το γερμανικό σχέδιο δημιουργίας του «Κλαμπ του Βερολίνου», αποτελεί την επόμενη πράξη (η απάντηση που περιμένουμε) στο ελληνικό δράμα; Αλλά για αυτό θα επανέλθουμε.