Τετάρτη, 8 Σεπτεμβρίου 2010

Το απαιτούμενο πρωτογενές αποτέλεσμα για τη σταθεροποίηση του λόγου ΔΧ/ΑΕΠ: το Μνημόνιο και η Πραγματικότητα.



 
Σύμφωνα με τις προβλέψεις του Μνημονίου  το απαιτούμενο πρωτογενές αποτέλεσμα για την αποκλιμάκωση του δημοσίου χρέους πρέπει από το 2014 να αγγίξει το 6,0% και να διατηρηθεί σε αυτό το ύψος για όσο διάστημα απαιτείται .  Δηλαδή από πρωτογενές έλλειμμα -8,6%  το 2009 , θα πρέπει το 2014 η ελληνική οικονομία να παρουσιάσει πρωτογενές πλεόνασμα της τάξης του 6,0%. Δηλαδή για την επίτευξη του στόχου απαιτείται σταδιακή μείωση σχεδόν 14,5%.  Θα πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι το πρωτογενές έλλειμμα ανήλθε στο -8,5% του ΑΕΠ το 2009, από πρωτογενές έλλειμμα -0,9% του ΑΕΠ το 2007. Το έλλειμμα του 2009 ήταν, προφανώς, μία υπερβολική συγκυριακή  εκτροπή και δεν αποτελεί βασικό χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονομίας τουλάχιστον την περίοδο 1994-2007. Στην 14ετή περίοδο 1994-2007 η Ελλάδα είχε μέσο πρωτογενές πλεόνασμα ίσο με το 1,7% του ΑΕΠ. Μάλιστα το εύρος της διακύμανσης του τη συγκεκριμένη περίοδο ήταν από -1,8% έως + 3,8%. Αν θεωρήσουμε ότι αυτό αντιπροσωπεύει την γενικότερη κατάσταση της ελληνικής οικονομίας  τα τελευταία χρόνια, τότε θα μπορούσε αυτό το ύψος να τεθεί ως εφικτός στόχος. Βέβαια και η επάνοδος σε αυτό το ύψος δεν θα ήταν μια εύκολη υπόθεση. Όμως η απαίτηση το πρωτογενές πλεόνασμα να φθάσει στο 6,0% για σειρά ετών φαντάζει δύσκολα επιτεύξιμο και εκτός του ιστορικού πλαισίου που έχει καθορισθεί από τη συμμετοχή στην ευρωζώνη και  εντός του οποίου έχει κινηθεί η ελληνική οικονομία .  Σε   απόλυτο  μέγεθος  το 6,0% αναλογεί σε σχεδόν 14,5 δις ευρώ κάθε έτος από το 2014 και μετά. Με απλά λόγια, θα χρειασθούν κατά μέσο όρο πρωτογενή πλεονάσματα περί τα 4,4 δις €/έτος από το 2012 και μετά, ώστε να καταστεί δυνατή η σταθεροποίηση του δημοσίου χρέους στο επίπεδο του 149,7%  το 2013.
Για την αποκλιμάκωση του λόγου αυτού σε επίπεδα του 2009 (115,0%) αυτό προβλέπεται να επιτευχθεί  το 2020 , τότε η προσπάθεια που χρειάζεται να καταβάλλει η ελληνική κυβέρνηση φαντάζει εξαιρετικά δύσκολη. Τα απαιτούμενα δημοσιονομικά πλεονάσματα στην περίπτωση αυτή είναι –κατά μέσο όρο– της τάξης του 6,2% του ΑΕΠ, δηλαδή περίπου 14,5 δις € κατ’ έτος ! Υποθέσεις που φαντάζουν δύσκολες για την ελληνική πραγματικότητα.

Όπως φαίνεται  στο  Διάγραμμα 1, η δημοσιονομική προσαρμογή αυτή απαιτεί την επαναφορά των πρωτογενών τρεχουσών δαπανών της γενικής κυβερνήσεως στα επίπεδα του 37,3% του ΑΕΠ το 2010 και στο 35,5% του ΑΕΠ το 2012,από 40,8% του ΑΕΠ το 2009 και 34,8% του ΑΕΠ το 2006. Επίσης, απαιτεί αύξηση των τρεχόντων εσόδων της γενικής κυβερνήσεως στο 39,2% του ΑΕΠ το 2010 και στο 41,5% του ΑΕΠ το 2012, από 40,1% του ΑΕΠ το 2000.
Με αυτήν την προσαρμογή τα τρέχοντα έσοδα θα υπολείπονται ακόμη σημαντικά των τρεχόντων εσόδων στην ΕΕ-16 (ΖτΕ) όπου τα έσοδα αυτά διαμορφώνονται στο 44,0% του ΑΕΠ.[1] Με βάση τους υπολογισμούς του Μνημονίου προβλέπεται ότι τα έσοδα  θα αυξηθούν με τη μεγάλη αύξηση των εμμέσων φόρων και ιδιαιτέρως του ΦΠΑ, την σημαντική αύξηση των φόρων περιουσίας και του φόρου εισοδήματος, την κατάργηση των φοροαπαλλαγών και την εκτεταμένη διεύρυνση της φορολογικής βάσεως, καθώς και την αύξηση των εισφορών στα ασφαλιστικά Ταμεία. Επίσης, τα συνολικά έσοδα της γενικής κυβερνήσεως θα αυξηθούν περαιτέρω και από την αύξηση των εισπράξεων από τα διαρθρωτικά ταμεία της ΕΕ-27 στα επόμενα έτη (άνω των € 4,0 δισ. ετησίως, από € 2,0 δισ. το 2009)[2].
 






                                                        Διάγραμμα 1.
                    
 
Όμως βρισκόμαστε πλέον στις αρχές του Σεπτεμβρίου και τα στοιχεία του οκταμήνου Ιανουαρίου - Αυγούστου κάθε άλλο παρά επιβεβαιώνουν τους υπολογισμούς  τόσο των  επιτελών του υπουργείου Οικονομικών όσο και των εκπροσώπων της τρόικας. Σύμφωνα με τις υπάρχουσες πληροφορίες, τα έσοδα αυξάνουν με ρυθμό μόλις 3,2%. Το μεγάλο πρόβλημα παραμένει ο ΦΠΑ, ο οποίος αυξάνει με ρυθμό μόλις 1,6%, στα 11.545 εκατ. ευρώ, από 11.360 εκατ. ευρώ το αντίστοιχο περσινό χρονικό διάστημα. Κι ενώ στα πετρελαιοειδή ο ΦΠΑ παρουσιάζει θετική πορεία, αυξάνοντας με ρυθμό λίγο πάνω από 32%, και στις λοιπές συναλλαγές 7,9%, η πορεία είναι ακριβώς αντίστροφη στη λιανική, δηλαδή από το κίνημα των αποδείξεων, όπου υπάρχει μείωση 2,7%.
Το διά ταύτα της πορείας αυτής είναι ότι τα έσοδα εμφανίζουν μεγάλη απόκλιση 3,5 δισ. ευρώ, βάσει της αναθεώρησης των στοιχείων του προϋπολογισμού του Αυγούστου και θεωρείται αβέβαιο αν θα πιάσουν τα 50,5 με 51 δισ. ευρώ έναντι στόχου 54,46 εκατ. ευρώ.
Τα οικονομικά στοιχεία που έχουν μέχρι στιγμής στο υπουργείο Οικονομικών δείχνουν πως, αν δεν υπάρξει άμεσα λύση, τότε το έλλειμμα θα μειωθεί στο 9,1-9,2% του ΑΕΠ έναντι στόχου 8,1%. Η απόκλιση μιας μονάδας από το ΑΕΠ θεωρείται απευκταία, καθώς δεν πρόκειται να γίνει αποδεκτή από την τρόικα. Τα περιθώρια απόκλισης μπορεί να φτάσουν μέχρι 0,5% του ΑΕΠ, δηλαδή το έλλειμμα να κλείσει στο 8,7% του ΑΕΠ. Αυτό σημαίνει πως η απόκλιση μπορεί να είναι το πολύ μέχρι 1,1 δισ. ευρώ. Κι αυτό όταν, αρχικά, στο υπουργείο Οικονομικών μιλούσαν ακόμα και για πλεόνασμα 1,2 δισ. ευρώ. Επομένως όπως όλα τα στοιχεία δείχνουν πάλι θα υπάρξουν επεμβάσεις στο σκέλος των δαπανών , γεγονός που σηματοδοτεί νέες εισοδηματικές απώλειες σε διάφορες κατηγορίες εργαζομένων.

Montlyreview.gr  08.09.2010



[1] Για το ζήτημα αυτό δες : Για το ζήτημα αυτό δες : Κ.Μελάς,  Η ελληνική οικονομία αντιμέτωπη με την παγκόσμια οικονομική κρίση»,  Τετράδια Πολιτικού Διαλόγου και Πολιτισμού, τεύχ. 55/56, Άνοιξη/Καλοκαίρι 2009. 
[2] Όλα αυτά τα μέτρα συμβάλλουν αποφασιστικά στην περαιτέρω μείωση του ΑΕΠ γεγονός που φαίνεται να μην απασχολεί καθόλου το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης και τους εκπροσώπους της ΕΕ-ΕΚΤ-ΔΝΤ.

Παρασκευή, 3 Σεπτεμβρίου 2010

Η ελληνική οικονομία στην παγίδα του στασιμοπληθωρισμού

Εκατό μέρες μετά την εφαρμογή του Μνημονίου, η ελληνική οικονομία βρίσκεται παγιδευμένη στις δαγκάνες του στασιμοπληθωρισμού. Βαθειά ύφεση και υψηλή ανεργία μαζί με υψηλό πληθωρισμό αποτελούν τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά της παρούσας φάσης της. Οι εξελίξεις αυτές τουλάχιστον ως προς την πλευρά του πληθωρισμού βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση με τις προβλέψεις που είχαν διατυπώσει οι συντάκτες του Μνημονίου. Όμως λίγο πολύ οι παραπάνω εξελίξεις είναι γνωστές. Εκείνο που έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον είναι να διερευνήσει κανείς τρία ζητήματα που αναπόφευκτα αναδύονται από την ήδη διαμορφωθείσα κατάσταση.

Το πρώτο ζήτημα αφορά το ύψος του πληθωρισμού. Πρόκειται για λάθος εκτίμηση ή για συνειδητή επιλογή; Νομίζω ότι με δεδομένη την πραγματικότητα δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία να επιλεγεί μια εκ των δύο απαντήσεων. Ανεξάρτητα των προθέσεων των ασκούντων την οικονομική πολιτική αυτή, αποδεικνύεται λανθασμένη ως προς τους διακηρυγμένους στόχους. Συνεπώς παρουσιάζεται ως αναξιόπιστη και μάλιστα σε σχέση με στόχο που ιεραρχείται ως βασικός για την επίτευξη του συγκεκριμένου προγράμματος. Θα υποστήριζα με βεβαιότητα ότι η όλη ευθύνη θα πρέπει να αποδοθεί στον λανθασμένο τρόπο που το ΔΝΤ/ΕΕ/ΕΚΤ «διαβάζουν» την ελληνική οικονομία. Το υπόδειγμα ανάλυσης που χρησιμοποιούν είναι το ίδιο και απαράλλακτο για όλες τις χώρες του κόσμου: είτε πρόκειται για την Ελλάδα είτε για την Αιθιοπία είτε για το Περού. Με τον τρόπο αυτό όχι μόνο δεν αντιλαμβάνονται τις ιδιομορφίες στη λειτουργία της κάθε ξεχωριστής οικονομίας αλλά αρνιούνται να τις αντιληφθούν. Το γεγονός αυτό ουσιαστικά σημαίνει άρνηση της πραγματικότητας την οποία υποτίθεται ότι αναλύουν. Το θεωρητικό υπόδειγμα που χρησιμοποιούν είναι παράδειγμα ακραίου οικονομικού φονταμενταλισμού και οι προϋποθέσεις πάνω στις οποίες στηρίζεται αποτελεί πλήρως πλασματικές κατασκευές. Με την έννοια αυτή οι ασκούντες την οικονομική πολιτική είναι οι μόνοι υπεύθυνοι για τα αποτελέσματα της πολιτικής τους.

Το δεύτερο ζήτημα είναι οι συνέπειες του στασιμοπληθωρισμού στην ελληνική οικονομία. Οι συνέπειες είναι πολλαπλές και όλες καταστροφικές. Συγκεκριμένα:

• Μείωση της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών: οι εργαζόμενοι, ευρισκόμενοι αντιμέτωποι με πρωτοφανείς ονομαστικές μειώσεις των αμοιβών τους της τάξης του 20–25% (αυτό αφορά κυρίως τους δημόσιους υπαλλήλους, αλλά και στον ιδιωτικό τομέα φαίνεται να υπάρχουν μειώσεις των ονομαστικών μισθών), καθώς επίσης με αυξήσεις άνω του 10% των τιμών των πάσης φύσεως εμπορευμάτων και υπηρεσιών (βενζίνη, τρόφιμα, ΔΕΗ κ.λπ.), θα οδηγηθούν σε μία απώλεια της αγοραστικής τους δύναμης, η οποία θα ξεπεράσει ακόμη και το30–35%. Το γεγονός αυτό και μόνο θα οδηγήσει σε ελάχιστο χρονικό διάστημα το σύνολο των εργαζόμενων στρωμάτων του πληθυσμού σε πολύ χαμηλότερο επίπεδο διαβίωσης. Ας μην αναφερθούμε στους συνταξιούχους.
• Αύξηση της ανεργίας: τα αποτελέσματα της βαθειάς ύφεσης στην οποία έχει οδηγηθεί η οικονομία εμφανίζονται πρωταρχικά στο μέτωπο της ανεργίας, η οποία ήδη έχει φθάσει στο 14,5% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού ενώ αναμένεται η περαιτέρω αύξησή της. Το ύψος του 20,0% νομίζω ότι θα καλυφθεί σχετικά εύκολα εντός του 2011.
• Μείωση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών προϊόντων: η αύξηση του πληθωρισμού στο 5,4% , έναντι 1,6% στην ευρωζώνη δημιουργεί περαιτέρω αύξηση του ελληνικού ευρώ (της σταθμισμένης πραγματικής σταθμισμένης ισοτιμίας) έναντι των υπόλοιπων χωρών με αποτέλεσμα ένας από τους βασικούς στόχους του Μνημονίου, η αύξηση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών προϊόντων μέσω της εσωτερικής υποτίμησης να καθίσταται έωλος.
• Συνέχιση της αποβιομηχανοποίησης της χώρας: χωρίς να επεκταθούμε σε λεπτομέρειες, εισερχόμενη η χώρα στον καθοδικό σπειροειδή κύκλο της ύφεσης, ο οποίος είναι προφανώς αυτοενισχυόμενος δημιουργεί τις κατάλληλες συνθήκες για περαιτέρω μείωση του συνολικού πλούτου της ελληνικής κοινωνίας.

Το τρίτο ζήτημα αφορά στο αν ο στασιμοπληθωρισμός αντιμετωπίζεται στο πλαίσιο του Μνημονίου. Και πάλι θα υπογραμμίσω την άποψή μας για την αναποτελεσματικότητα του Μνημονίου ως προγράμματος οικονομικής πολιτικής σε σχέση με τους στόχους που οι συντάκτες του έχουν θέσει. Δηλαδή, δεχόμενοι να εξετάσουμε τη συνάφεια θεωρητικών στόχων και δυνατότητας επίτευξης αυτών των στόχων στην πράξη είμαστε βέβαιοι για την αποτυχία και σε αυτό το επίπεδο. Επομένως η απαγκίστρωση από μια λανθασμένη οικονομική πολιτική αυτού του είδους είναι «εκ των ων ουκ άνευ». Άρα η απάντηση στο τρίτο ερώτημα αποτελεί συμπερίληψη της προηγουμένης παρατήρησης. Όμως δεν σημαίνει ότι δεν θα καταβληθούν προσπάθειες για «επιδιόρθωση» του προγράμματος και επαναφορά του μέσα στους πρωταρχικούς στόχους. Ήδη συζητιέται η μη περαιτέρω αύξηση του ΦΠΑ στα είδη πλατιάς κατανάλωσης. Επίσης το βάρος δίδεται στην αύξηση των εσόδων διότι όλοι γνωρίζουν ότι αν τα έσοδα δεν ανακάμψουν θεαματικά το επόμενο τρίμηνο, το μνημόνιο θα επιβάλει πρόσθετες περικοπές μισθών, και αυτό φυσικά θα οδηγήσει σε περαιτέρω συρρίκνωση της πραγματικής οικονομίας, ενώ ο πληθωρισμός θα συνεχίσει να ανεβαίνει. Τα αποτελέσματα θα είναι πενιχρά έως ασήμαντα.

Κατά την άποψή μου ο φαύλος κύκλος του στασιμοπληθωρισμού, δεν μπορεί να σπάσει με αυτούς τους τρόπους. Είναι παγκοίνως γνωστό ότι ο στασιμοπληθωρισμός μπορεί να καταπολεμηθεί μόνο από την πλευρά της ανάπτυξης της οικονομίας. Όμως είναι ακριβώς αυτό που δεν επιδιώκεται μέσω του Μνημονίου.
Δημοσιεύτηκε στο Monthlyreview.gr