Τετάρτη, 26 Μαΐου 2010

Απαιτείται η ύπαρξη μιας κυβέρνησης με ισχυρή πολιτική βούληση


Η Ελλάδα είναι ουσιαστικά μια χρεοκοπημένη χώρα. Μάλιστα είναι η πρώτη χώρα της αναπτυγμένης Δύσης που υφίσταται τις συνέπειες της «κρίσης χρέους» ως μέλος της ΟΝΕ. Λέγω «ουσιαστικά», διότι τυπικά εξακολουθεί να ανταποκρίνεται, μέχρι σήμερα τουλάχιστον, στις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις της μέσω των δανείων που λαμβάνει από το μηχανισμό στήριξης της ΕΕ και του ΔΝΤ. Η ουσιαστική χρεοκοπία αντανακλάται στην αδυναμία διαπραγμάτευσης στις παγκόσμιες δευτερογενείς αγορές ομολόγων των αντίστοιχων ελληνικών. Κανείς δεν επιθυμεί να αγοράσει ελληνικά ομόλογα και ως εκ τούτου όσοι τα κατέχουν δεν μπορούν να τα μεταπωλήσουν έχοντας παγιδευτεί.

Η Ελλάδα για να μπορέσει να δανεισθεί εκ νέου από τις χρηματοπιστωτικές αγορές θα πρέπει να πείσει ότι η οικονομία της είναι σε θέση να παράγει σε σταθερή βάση τις απαραίτητες πλεονασματικές ροές που θα μπορούν να χρησιμοποιηθούν απρόσκοπτα για την εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους της. Βεβαίως το όλο πρόβλημα δεν αφορά μόνο στη μαθηματική τεκμηρίωση του ζητήματος, αλλά πρωτίστως στην επαναδημιουργία της απαιτούμενης αξιοπιστίας εκ μέρους της Ελλάδος ,πράγμα εξαιρετικά δύσκολο. Συνεπώς είναι άγνωστο το πότε τα ελληνικά ομόλογα θα επανακάμψουν στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές και η Ελλάδα θα μπορέσει να δανεισθεί εκ νέου.

Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα και δεν είμαστε σε θέση σήμερα να συζητάμε, ούτε ως ενδεχόμενο, το να μπορέσει η Ελλάδα να δανεισθεί από τις χρηματοπιστωτικές αγορές. Μάλιστα όταν ο υπουργός Οικονομικών Γ. Παπακωνσταντίνου άφησε ανοιχτό αυτό το ενδεχόμενο (25/05/2010) αναφέροντας ότι το Δημόσιο σε εύθετο χρόνο θα προσφύγει στις διεθνείς αγορές για δανεισμό μέσω εντόκων γραμματίων μόνο, εισέπραξε παντελή άρνηση και εντελώς αντίθετη αντίδραση από αυτή που ανέμενε ο υπουργός. Έτσι το μήνυμα είχε ως αποτέλεσμα να εμφανιστούν μαζικές ρευστοποιήσεις από το εξωτερικό εντόκων γραμματίων ετήσιας και εξάμηνης διάρκειας 280 εκατ. ευρώ, τις οποίες «απορρόφησε» η Εθνική Τράπεζα.

Ο τρόπος με τον οποίον αντέδρασαν οι διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές δείχνει ότι προς το παρόν «κρατά κλειστές τις πόρτες της για την Ελλάδα». Την πραγματικότητα αυτή δεν την είχε αντιληφθεί η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Οικονομικών με αποτέλεσμα να καταστρώνει σχέδια επί χάρτου. Το παραπάνω αποτελεί ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου που ασκείται η οικονομική πολιτική αλλά και το «βάρος» των προσώπων που τη διαχειρίζονται. Μην ξεχνούμε ποτέ το βάρος της υποκειμενικότητας στο στίβο της πολιτικής πρακτικής και της πολιτικής διαπραγμάτευσης. Παράλληλα η κατάσταση στην αγορά ομολόγων, ακόμη και μετά την απόφαση της ΕΚΤ να προχωρήσει σε απευθείας αγορές κρατικών τίτλων, δεν φαίνεται να ομαλοποιείται. Η αβεβαιότητα που κυριαρχεί για τη συνοχή της ευρωζώνης αλλά και τα σενάρια για την «αναπόφευκτη αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους» συντηρούν ένα νοσηρό κλίμα. Σε αυτό η έξοδος της χώρας στη διεθνή αγορά για να δανειστεί, έχοντας έστω στο πλευρό της τους εγχώριους αποταμιευτές, φαντάζει «ηρωική» αλλά και απελπισμένη.

Η ελληνική κυβέρνηση έχει στηρίξει όλες τις ελπίδες της στο πρόγραμμα που της έχει επιβληθεί από την ΕΕ και το ΔΝΤ. Εκτός από όσους έχουν εκπονήσει το σχέδιο αυτό, δεν υπάρχει σχεδόν κανένας άλλος αναλυτής, ξένος ή ρωμιός (εκτός βεβαίως από τα γνωστά παπαγαλάκια της κυβέρνησης) που να πιστεύει ότι μέσω του σχεδίου αυτού η ελληνική οικονομία θα ορθοποδήσει, αλλά και το κυριότερο ότι θα μπορέσει να ανταποκριθεί στις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις της έναντι των δανειστών της (κυρίως τις ευρωπαϊκές τράπεζες) για την εξασφάλιση των συμφερόντων των οποίων άλλωστε έχει εκπονηθεί. Όμως εδώ το παιχνίδι γίνεται ολοφάνερα unfair.

Υποστηρίζω το τελευταίο διότι στο «παιχνίδι της ελεύθερης αγοράς» υπάρχει ως βασική συνιστώσα και η διαδικασία της πτώχευσης, για αυτό άλλωστε υπάρχουν διαφορετικά ασφάλιστρα κινδύνου τα οποία εξασφαλίζουν σε ένα βαθμό τους εκάστοτε πιστωτές. Συνεπώς σε μια οικονομία που χρεοκοπεί θα πρέπει λογικά όλοι οι συμμετέχοντες να έχουν ανάλογες απώλειες. Συνεπώς όπως μεγάλο μέρος του ελληνικού λαού θα υποστεί απώλειες του εισοδήματός του έτσι θα έπρεπε να συμβεί και για το υπόλοιπο μέρος, αλλά και για όσους συμμετείχαν εθελοντικά στο δανεισμό του ελληνικού δημοσίου.

Το τρομακτικό ύψος του συσσωρευμένου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ καθιστά τη διαχείρισή του από δύσκολη έως και αδύνατη χωρίς τον λελογισμένο, διοικητικά, περιορισμό του. Όμως αυτό δεν μπορεί να αποτελέσει το μοναδικό αίτημα του ελληνικού λαού. Μάλιστα υπό τις παρούσες συνθήκες φαντάζει μετέωρο, ατεκμηρίωτο και χωρίς τις απαραίτητες προϋποθέσεις για να λειτουργήσει υπέρ των εργαζομένων. Δεν είναι a priori αριστερή κάθε πολιτική που αναφέρεται στη ρύθμιση, την αναδιάρθρωση του χρέους ή ακόμη και στη στάση πληρωμών. Το σωστό ερώτημα κατά την άποψή μου πρέπει να τίθεται ως εξής: Ποιες προϋποθέσεις πρέπει να υπάρξουν ώστε μια ρύθμιση του χρέους να μπορεί να αυξήσει τις δυνατότητες για την άσκηση μιας οικονομικής πολιτικής με στόχο την επίτευξη μια ικανοποιητικής κατάστασης των εργαζομένων και των λαϊκών τάξεων, σε σχέση με τις παραγωγικές δυνατότητες της οικονομίας στην παρούσα συγκυρία;

Για την κατ’ αρχάς επιχείρηση επίτευξης αυτού του στόχου απαιτείται η ύπαρξη μιας κυβέρνησης με ισχυρή πολιτική βούληση και ευρεία κοινωνική βάση η οποία να εργασθεί για τη δημιουργία των αναγκαίων συσχετισμών, σε εσωτερικό και διεθνές επίπεδο. Μια κυβέρνηση που να μπορεί, έχοντας την εμπιστοσύνη του ελληνικού λαού να διαπραγματευθεί γι’ αυτόν.

Παρασκευή, 14 Μαΐου 2010

Η ανασύνθεση της λαϊκής υποκειμενικότητας μπορεί να αποτελέσει την προϋπόθεση για μια καινούργια πορεία. Μπορεί να συμβεί;

Στο αποϊδεολογικοποιημένο περιβάλλον της μετανεωτερικότητας η πολιτική ως κυβερνητικό φαινόμενο, δηλαδή ως άσκηση της εξουσίας και «διαχείριση» της κυριαρχίας από το πολιτικό προσωπικό των ελίτ, αδυνατεί να προκαλέσει την όποια ανάπτυξη και εκδίπλωση συγκρουσιακών καταστάσεων όπως αυτές υπήρχαν στο παρελθόν, μετατρεπόμενη σε διαχειριστικό μηχανισμό συναλλαγών μεταξύ εκπροσώπων της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και ποικίλων εταιρειών και επιχειρήσεων. Η Δημοκρατία της Αγοράς επιβάλλοντας τους κανόνες του παιχνιδιού στον τρόπο της υλικής παραγωγής, καθιστά τους εκπροσώπους της δυτικότροπης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, στη μεγάλη τους πλειοψηφία, απλούς επ’ αμοιβή διεκπεραιωτές των βουλήσεων των μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών και των οικονομικών συμφερόντων τους.

Αυτό που συνέβη τα τελευταία είκοσι χρόνια σε ολόκληρη τη Δύση και συνεπώς στην Ελλάδα, είναι η μετάλλαξη της πολιτικής δράσης σε εργαλείο εξυπηρέτησης κερδοσκοπικών δραστηριοτήτων υπερεθνικών επιχειρήσεων και ισχυρότατων ομάδων πελατειακών διασυνδέσεων. Εντός του πλαισίου αυτού γίνεται απολύτως κατανοητό το ότι τα δύο ελληνικά κόμματα εξουσίας δεν θέλουν και δεν μπορούν να παράγουν πολιτική. Βρίσκονται απολύτως ενσωματωμένα στη λογική της διαχείρισης και της διαπλοκής. Παράλληλα έχοντας «καρτελοποιήσει» την πολιτική, μπλοκάρουν με τη βοήθεια των ΜΜΕ και άλλων χειραγωγητικών μηχανισμών οποιαδήποτε δυνητική διέξοδο του πολιτικού συστήματος, αναπαράγοντας διαρκώς τις συνθήκες αναπαραγωγής του. Τα δύο κόμματα εξουσίας έχουν αλωθεί σε απόλυτο βαθμό από θεσμοποιημένες ή άτυπες ομάδες συμφερόντων. Η εκλογική επικράτηση του ενός ή του άλλου κόμματος αποτελεί αυτοσκοπό που αφορά μόνο την υλική αποκατάσταση ολίγων εκατοντάδων στελεχών τα οποία θα αναλάβουν τη διεκπεραίωση των εντολών των οικονομικών ελίτ. Έχοντας απολέσει την ικανότητά τους να προασπίζουν συλλογικά αιτήματα μεταλλάχθηκαν σε οργανισμούς προσοδοφόρων οικονομικών επιχειρήσεων. Δημιουργώντας «θεατρικότητα στην επικοινωνία» [1] , αναπτύσσουν μια ακατάσχετη ρητορεία που επί της ουσίας πάντοτε ισχυρίζεται τα εντελώς αντίθετα από αυτά που συμβαίνουν ή πρόκειται να πραγματοποιηθούν [2] .

Καθορίζουν τους όρους του παιχνιδιού στα μέτρα τους, διαπληκτιζόμενα «θεατρικά» για ζητήματα που αυτά έχουν επιλέξει και προτείνουν «λύσεις» το ένα έναντι του άλλου, που ουσιαστικά διαφοροποιούνται στο «φαίνεσθαι» και καθόλου στην ουσία. Αδιαφορούν παντελώς για το τι πραγματικά χρειάζεται ο τόπος, αντιμαχόμενα ρητορικά για παραλήψεις του ενός ή του άλλου όταν ήταν στην κυβέρνηση. Αδυνατούν να χαράξουν εθνική στρατηγική και με βάση αυτήν να αντιμετωπίσουν κρίσεις χαμηλής ή υψηλής έντασης [3] . Στελεχώνονται από πρόσωπα δίχως κοινωνική καταξίωση δεδομένου ότι η απόλυτη πλειοψηφία τους αποτελείται από άτομα χωρίς στοιχειώδη εργασιακή εμπειρία γαλουχημένα στα κομματικά θερμοκήπια όπου ανθούν μόνον οι δολοπλοκίες και οι βυζαντινισμοί. Η έννοια της πολιτικής συρρικνώνεται στο πώς θα εξασφαλίσουν την εκλογή τους ή το προσωπικό τους συμφέρον.

Η συντελεσθείσα αποδόμηση του πόλου της λαϊκής υποκειμενικότητας συμπαρασύρει στην αποσύνθεση τις όποιες πολιτικές προτάσεις έχουν μέχρι σήμερα δει το φως της δημοσιότητας. Η κατάργηση του δημόσιου χώρου και ο ευτελισμός του καθετί που απλά αναφέρεται ως δημόσιο συμπαρασύρει ένα δικαιϊκό και πολιτικό πολιτισμό, ο οποίος παρά τις ελλείψεις και τα προβλήματά του αποτελούσε ένα πρόχωμα στη κατακλυσμιαία επίθεση του αδηφάγου κεφαλαίου. Μόνο η ανασύνθεση της λαϊκής υποκειμενικότητας στον ελληνικό χώρο μπορεί να αποτελέσει την προϋπόθεση για μια καινούργια πορεία. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο αν τα προβλήματά του αντιμετωπισθούν ως προβλήματα που γεννιούνται από τον ύστερο πολυεθνικό διεθνοποιημένο καπιταλισμό. Στην ουσία χρειάζεται να αντιμετωπίσει τα οικονομικά, κοινωνικά, πολιτισμικά και πολιτικά ζητήματα που γεννά η μετανεωτερικότητα και το εκτεχνικευμένο, εμπορευματοποιημένο σύμπαν του παγκόσμιου καπιταλισμού. Η αδυναμία της Αριστεράς να εκφράσει πολιτικό λόγο συγκροτημένο, επιθετικό και συνάμα ενταγμένο σε ένα παρεμβατικό πλαίσιο μεταρρυθμιστικό της σημερινής τάξης πραγμάτων την καθιστά δέσμια του συστήματος που ήδη κατάρρευσε μαζί με όλα τα συμπαρομαρτούντα αλλά και της συμπεριφοράς των λαϊκών στρωμάτων που αυτό προσδιόριζε. Η κατάρρευση ενός συστήματος που έχει κατά κόρον υποστεί έντονη και δριμεία κριτική από τις δυνάμεις της κριτικής Αριστεράς δεν μπορεί σήμερα να ζητείται να διατηρηθεί έστω και καθόσον αφορά τους εργαζόμενους. Το σύστημα έχει καταρρεύσει. Αν δεν πράξουμε με σωστό τρόπο το επερχόμενο σύστημα, παρά τις διαδηλώσεις, την οργή και τα κινήματα θα είναι σαφώς χειρότερο.

Αυτό με απλά λόγια σημαίνει ότι η ανασύνθεση του λαϊκού πόλου μπορεί να γίνει μόνο σε μία αριστερή αντικαπιταλιστική κατεύθυνση και με πρωτοβουλίες που οδηγούν σε όξυνση τις αντιθέσεις του υπάρχοντος καθεστώτος. Όλες οι άλλες προσπάθειες είναι φανερό ότι καταλήγουν σε αδιέξοδη ενσωμάτωση με τις βουλήσεις των φορέων της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποιημένης μετανεωτερικότητας. Δηλαδή με τις βουλήσεις της μονοκράτηρας ΗΠΑ και των πολυεθνικών επιχειρήσεων που αποτελούν τους αδιαφιλονίκητους φορείς της παγκοσμιοποίησης.

Υποσημειώσεις

[1] Γ. Ντεμπόρ, Η Κοινωνία του Θεάματος, εκδ. Διεθνής Βιβλιοθήκη, 2000.

[2] Λ. Κάνφορα, Κριτική της δημοκρατικής ρητορείας, εκδ. Μεταίχμιο, 2005.
[3] Π. Κονδύλης, «Επίμετρο» στο Πλανητική Πολιτική μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, εκδ. Θεμέλιο, 1992. 


 Δημοσιεύθηκε στο Monthlyreview.gr