Δευτέρα, 15 Μαρτίου 2010

Βαθιά ύφεση στην Ελλάδα


Το σύνολο των μέτρων της ελληνικής κυβέρνησης για τη δημοσιονομική προσαρμογή δεν ήταν κάτι το μη αναμενόμενο. Η κυβέρνηση δεν κομίζει γλαύκας εις Αθήνας. Το ότι τα συγκεκριμένα μέτρα οδηγούν την οικονομία σε ύφεση το 2010 (-2,5% έως 3,5% μείωση του ΑΕΠ) μεγαλύτερου ύψους από αυτό του 2009 (-1,85% του ΑΕΠ) είναι ήδη γνωστό στους παροικούντες την Ιερουσαλήμ. Μόνον οι αδαείς και οι αποσκοπούντες σε ίδιο όφελος δείχνουν θεατρικά την έκπληξή τους παριστάνοντας τους απορημένους. Άλλωστε αυτό που επιδιώκεται με τα συγκεκριμένα μέσα, δεν είναι τίποτε άλλο από την αποθέρμανση της οικονομικής δραστηριότητας μέσω της βίαιης προσαρμογής. Η κυβέρνηση βεβαίως επιδιώκει και διακηρύττει με όλους τους τρόπους και κυρίως τους επικοινωνιακούς, ότι πρόκειται για μια ελεγχόμενη προσαρμογή και ότι το παιχνίδι βρίσκεται ακόμη στα χέρια της. Δύσκολο εγχείρημα λόγω της σκληρότητας των μέτρων και της ως εκ τούτου αδυναμίας πρόβλεψης του τρόπου ανταπόκρισης του διοικητικού μηχανισμού και της οικονομίας συνολικά, σε τέτοιες πρωτόγνωρες καταστάσεις. Ο σχεδιασμός για την απορρόφηση από το εισοδηματικό κύκλωμα ποσού ύψους περίπου 18 δις ευρώ με στόχο τη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος κατά τέσσερις ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ (δηλαδή περίπου 9,8 δις ευρώ) σε μια περίοδο που η οικονομία βρίσκεται σε ύφεση μόνο σε μεγαλύτερη ύφεση μπορεί να οδηγήσει. Η αύξηση των έμμεσων φόρων ως μέσο μείωσης των ελλειμμάτων μαζί με τις έντονες κερδοσκοπικές ενέργειες σημαντικών επιχειρηματικών και επαγγελματικών κατηγοριών του πληθυσμού πυροδοτεί τον πληθωρισμό (Φεβρουάριος 2010/Φεβρουάριος 2009: 2,8%). Σε περίοδο ύφεσης όσοι μπορούν κερδοσκοπούν ασύστολα. Τα πρώτα ίχνη του στασιμοπληθωρισμού κάνουν ήδη την εμφάνισή τους. Συγχρόνως πνίγει την οικονομική δραστηριότητα. Η ανεργία ξεπερνά το 15% με σαφή αυξητική τάση στο άμεσο μέλλον. Επιπλέον –και ενδεχομένως ακόμη πιο ανησυχητικό– δεν φαίνεται επιστροφή στους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης στο ορατό μέλλον. Μάλιστα νέα μέτρα ετοιμάζονται που αφορούν το ασφαλιστικό και την περαιτέρω «απελευθέρωση» της αγοράς εργασίας.

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη οξύτερο αν αναλογισθούμε ότι και για τα δύο επόμενα έτη τουλάχιστον, το δημοσιονομικό έλλειμμα θα πρέπει να μειωθεί ανά έτος περίπου κατά 5,5 δις ευρώ. Επίσης και στα επόμενα έτη πρέπει ο προϋπολογισμός να παρουσιάζει υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα ώστε να καλύπτεται αλγεβρικά η αρνητική συμβολή του ΑΕΠ για να υπάρξει σταδιακά και μακροχρόνια μείωση του δημόσιου χρέους. Φαντάζει τουλάχιστον τρομακτικό, αν όχι ακατόρθωτο. Ένα δημόσιο χρέος που αγγίζει τα 360 δις ευρώ (περίπου 125% του ΑΕΠ) χρειάζεται τεράστιες προσπάθειες και πραγματικές θυσίες για να μειωθεί χωρίς παρόλα αυτά να προεξοφλείται σε καμία περίπτωση θετικό αποτέλεσμα. Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος
« [...] Ο περιορισμός των δημοσιονομικών ανισορροπιών και η μείωση του λόγου του χρέους προς το ΑΕΠ κάτω από την τιμή αναφοράς της Συνθήκης του Μάαστριχτ (60%) θα απαιτήσουν μεγάλη δημοσιονομική προσπάθεια. Με βάση ενδεικτικούς υπολογισμούς, η επίτευξη του στόχου αυτού σε εύλογο χρονικό διάστημα, π.χ. εντός 10 ετών, θα απαιτούσε μεγάλα πρωτογενή πλεονάσματα, της τάξεως του 5,5–6,5% του ΑΕΠ ετησίως, (δηλαδή πλεονάσματα ύψους 12,1 δις ευρώ – 14,3 δις ευρώ με ΑΕΠ ύψους 220 δις ευρώ) με βάση την υπόθεση ότι οι ρυθμοί ανάπτυξης θα είναι χαμηλοί και ότι τα επιτόκια δανεισμού του δημοσίου θα παραμείνουν στα σημερινά επίπεδα ή ενδεχομένως θα αυξηθούν (για λόγους που ήδη αναφέρθηκαν). Συγκεκριμένα, υποτέθηκε ότι ο ρυθμός αύξησης του ονομαστικού ΑΕΠ θα είναι μόνο 3,5% και ότι το μέσο επιτόκιο δανεισμού του δημοσίου θα είναι 4,5% έως 5,5%. Επομένως, το δημοσιονομικό πρόγραμμα θα πρέπει να είναι συμβατό με την επίτευξη μεγάλων πρωτογενών πλεονασμάτων σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα» [1] .
Επειδή οι συνθήκες είναι πλέον ουσιαστικά διαφορετικές, τα δεδομένα έχουν μεταβληθεί προς το χειρότερο και συγκεκριμένα: ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ είναι αρνητικός το 2009, θα είναι αρνητικός το 2010, ενώ το 2011 το πλέον πιθανότερο είναι να είναι επίσης αρνητικός ή το πολύ μηδενικός ενώ το μέσο επιτόκιο δανεισμού για το 2010 θα είναι υψηλότερο από 6%. Γίνεται άμεσα αντιληπτό, λοιπόν, ότι στην περίπτωση αυτή θα απαιτηθούν πολύ μεγαλύτερα πρωτογενή πλεονάσματα από αυτά που υποθέτει η Τράπεζα της Ελλάδος. Ουσιαστικά μιλούμε για αδυναμία μείωσης του χρέους εντός της προσεχούς δεκαετίας. Η εξυπηρέτηση του χρέους, κατά την άποψή μου, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θα συνεχισθεί, λόγω των διεθνών δεσμεύσεων της χώρας και της ένταξής της στο ευρώ, αλλά ως αντίβαρο–κόστος θα συνεχισθεί η συρρίκνωση των εισοδημάτων καθώς και η μείωση της αγοραστικής δύναμης των Ελλήνων πολιτών. Η υφιστάμενη απώλεια ανταγωνιστικότητας, της τάξεως περίπου του 30%, θα εξισορροπηθεί με αντίστοιχη μισθολογική μείωση.

Παράλληλα, η Ελλάδα χρειάζεται να δανεισθεί το 2010 περίπου 54 δις ευρώ αν πραγματοποιηθούν οι προβλέψεις του Προγράμματος Σταθεροποίησης του 2010, γεγονός έντονα αμφισβητήσιμο. Μέχρι σήμερα το κόστος δανεισμού υπερβαίνει το αντίστοιχο της Γερμανίας κατά 350 μονάδες βάσης. Δύσκολο να το αντέξει η ελληνική οικονομία πέρα από το τρέχον έτος. Η αύξηση κατά μια μονάδα του επιτοκίου δανεισμού επιβαρύνει τις δαπάνες του ελληνικού προϋπολογισμού, το 2010, κατά 640 εκατομμύρια ευρώ. Δεδομένου ότι το επόμενο χαμηλότερο επιτόκιο με το οποίο δανείζεται η Ιρλανδία, η οποία έχει ουσιαστικά πτωχεύσει –θυμηθείτε τους διθυράμβους διαφόρων Ελλήνων πολιτικών για το οικονομικό θαύμα του κέλτικου δράκου για να καταλάβετε ποιοι κυβερνούν αυτή την χώρα– είναι 4,8%, ομιλούμε για μια ετήσια επιπλέον δαπάνη για τόκους πάνω από 1 δις ευρώ (περίπου 0,5% του ΑΕΠ) το οποίο επιβαρύνει το δημοσιονομικό έλλειμμα και το δημόσιο χρέος που καλούμαστε να μειώσουμε. Μέχρι και το 2014 χρειάζεται να δανεισθεί περίπου 135 δις ευρώ μόνο για την εξόφληση των ομολόγων που λήγουν.

Το μεγαλύτερο κόστος των μέτρων κατ’ αρχάς καλείται να πληρώσουν οι εργαζόμενοι στον ευρύτερο δημόσιο τομέα δεδομένου ότι τα μέτρα ευθέως μειώνουν τα μισθολογικά τους εισοδήματα. Δευτερευόντως, το σύνολο των Ελλήνων πολιτών λόγω των αυξήσεων που επιβάλλονται σε διάφορες κατηγορίες των έμμεσων φόρων. Η μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος θα προκαλέσει μείωση της δαπάνης (καταναλωτικής και επενδυτικής), περιορισμό των οικονομικών δραστηριοτήτων και συνεπώς αύξηση της ανεργίας.

Υπάρχει μια σαφέστατη ιδεολογική μεροληψία των μέτρων εις βάρος του δημόσιου τομέα. Παρότι η αναποτελεσματικότητά του είναι παροιμιώδης στην περίπτωση της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας, εντούτοις θα πρέπει να καταδειχθεί ο βασικός υπεύθυνος αυτής της κατάστασης. Οι δημόσιοι υπάλληλοι... προσελήφθησαν από κάποιους άλλους και έγιναν... «δημόσιοι υπάλληλοι» με την ευθύνη ενός συγκεκριμένου τρόπου λειτουργίας του συστήματος που κάποιοι άλλοι συντηρούν σε αυτή την κατάσταση. Πρώτοι μεταξύ αυτών οι βουλευτές και οι πολιτικοί των παρατάξεων που έχουν κυβερνήσει τη χώρα μέχρι σήμερα. Επομένως χρειάζεται να τιμωρηθεί πρώτα το πελατειακό σύστημα που δημιουργεί αυτή την κατάσταση. Η Ελλάδα οδηγήθηκε στην ουσιαστική πτώχευση από συνειδητές αλλά αστόχαστες επιλογές των κυβερνώντων. Κανείς δεν μπορεί να παραβλέψει πλέον αυτό το γεγονός.

Υποσημείωση

[1] Τράπεζα της Ελλάδος, «Ενδιάμεση Έκθεση για τη Νομισματική Πολιτική», Οκτώβριος 2009, σελ. 37.