Σάββατο, 11 Δεκεμβρίου 2010

Ο συνεχής εκφυλισμός της Δημοκρατίας

Η προσεκτική ανάγνωση των θεωρητικών (αλλά και ιστορικών) προσεγγίσεων για την έννοια της δημοκρατίας  καταδεικνύει  το εμμενές  συγκρουσιακό της περιεχόμενο. Είναι πασίδηλο ότι η δημοκρατία δεν είναι απλώς ένα «συμβολικό πράγμα» , ένα σύνολο σταθερών αξιών και νομικών κανόνων , ένα άθροισμα δικαιωμάτων που μοιράζονται ισομερώς σε όσους τα επιζητούν ή τα επικαλούνται, αλλά ένα διακύβευμα αγώνων και συγκρούσεων που οικοδομείται , αμφισβητείται, εμπλουτίζεται ή ανατρέπεται απ’ όσους μπορούν να την οικοδομήσουν , να την αμφισβητήσουν, να την εμπλουτίσουν και να την ανατρέψουν ή να την υπερασπιστούν , αν με άλλα λόγια η δημοκρατία ως αίτημα και ως διαδικασία είναι δημιουργός Ιστορίας και πολιτικών παραδόσεων κάποιων κοινωνικών ομάδων ενάντια πιθανότατα σε άλλες ιστορικές πράξεις, προσδοκίες και παραδόσεις άλλων ομάδων , και αν συγκροτείται ως πάντα ασταθές συνειδησιακά οικοδόμημα του λαϊκού πολιτισμού, τότε αναγκαστικά και εξ ορισμού η δημοκρατία ως έννοια συστηματοποιεί , συνεπώς εμπεριέχει εν δυνάμει «διακρίσεις» και αποκλεισμούς…. Η δημοκρατία , ως σχέση και  ιστορική διαδικασία , συλλογικά οργανωμένων , κοινωνικών συμφερόντων που προσπαθούν να ρυθμίσουν , να απορρυθμίσουν , να αναδιοργανώσουν τις σχέσεις τους ως προς την κυριαρχία , δηλαδή ως προς τη δυνατότητα εξάσκησης της εξουσίας , της προνομιακής εκμετάλλευσης και ιδιοποίησης από τις κυρίαρχες ομάδες του χώρου , του χρόνου, των μέσων παραγωγής , των συνθηκών εργασίας και των προϊόντων της.
Με άλλα λόγια η δημοκρατία είναι προϊόν κοινωνικών υποκειμένων που παράγουν εκτός από προϊόντα και ηθικές, γνωστικές και πολιτικές σημασίες μέσω των οποίων νοηματοδοτούν (και νοηματοδοτούνται από) τις σχέσεις κυριαρχίας του ατόμου με την εκάστοτε εξουσία.
Οφείλουμε ,επομένως , να επιχειρήσουμε να κατανοήσουμε πως η δημοκρατία (στις χώρες της Δύσης)  μετά από μια μακρά πορεία με σκληρούς ανταγωνισμούς και μεγάλες δοκιμασίες που οδήγησαν στην αναγνώριση των τυπικών δικαιωμάτων και ελευθεριών και τη στιγμή που έδινε την εντύπωση ότι θριάμβευε οριστικά , εξουδετερώνοντας τους αντιπάλους της , αποδείχτηκε ανίκανη να διαφυλάξει τις κατακτήσεις της από μια οδυνηρή συντριβή. « Η παρακμή της νεωτερικής δημοκρατίας και η προοδευτική σύγκλισή της με τα ολοκληρωτικά κράτη στις μεταδημοκρατικές κοινωνίες του θεάματος (που άρχισαν να γίνονται εμφανείς ήδη με τον  Tocqueville   και βρήκαν στις αναλύσεις του Debord  την οριστική επικύρωσή τους) …»   πρέπει να μας οδηγήσει σε μια πειστική απάντηση γιατί συνέβησαν όλα αυτά.

Για να έχουμε πειστικές απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα  είναι βέβαιον ότι χρειάζεται ενδελεχής  και συστηματική μελέτη των όρων και των προϋποθέσεων κάτω από τους οποίους ασκήθηκε η πολιτική την εποχή της νεωτερικότητας και της ανάπτυξης του καπιταλισμού.
Οι δύο αιώνες που προηγούνται του 21ου , δηλαδή ο 19ος και ο 20ος , αποτελούν ίσως τους πρώτους αιώνες της ιστορίας που μπορούν να χαρακτηριστούν ως πολιτικοί αιώνες. Η περίοδος που αρχίζει με την αμερικανική και γαλλική επανάσταση συνεχίζεται με το δημοκρατικό και εργατικό κίνημα και φαίνεται να κλείνει με την κατάρρευση των ανατολικών καθεστώτων και με ότι αυτά για, εβδομήντα χρόνια, αντιπροσώπευσαν. Η περίοδος αυτή περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη στην ανθρώπινη ιστορία επιφόρτισε την πολιτική με τον σημαντικότερο ρόλο για την επίλυση των ανθρωπίνων προβλημάτων και προκάλεσε , επί τα βελτίω αλλά και ενίοτε και επί τα χείρω , τη μαζική συμμετοχή των λαών στις πολιτικές δραστηριότητες.
Υπάρχουν δύο βασικές συνιστώσες που οδήγησαν στην πλήρη απαξίωση και τον ίδιο ακόμα τον όρο πολιτική. 
Η πρώτη αφορά στην παταγώδη  αποτυχία του όποιου «σοσιαλιστικού» πειράματος , προεξαρχούσης  της απόλυτης χρεοκοπίας του σοβιετικού υποδείγματος και συμπεριλαμβανομένων των πειραμάτων στις αραβικές χώρες, στην Κίνα , την Κούβα ,ακόμα και στην Ευρώπη όπου η σοσιαλδημοκρατία παρότι κατάφερε αρκετά πράγματα τελικά υποτάχθηκε πολύ εύκολα.      Ο συγκλονισμός που υπέστη  τεράστιος αριθμός ατόμων ανά την υφήλιο ήταν κάτι το πρωτόγνωρο.
Η δεύτερη αφορά στην αυξανόμενη απογοήτευση του κόσμου μπροστά στην έκδηλη ανικανότητα του συντηρητικού φιλελευθερισμού να ανταποκριθεί  στοιχειωδώς στις υποσχέσεις του. Δημιούργημά του είναι οι κοινωνίες τα χαρακτηριστικά των οποίων  περιγράψαμε σε αυτές τις σελίδες.
 Δημιούργημά του είναι η εξαφάνιση του πολιτικού, κοινωνικού , συλλογικού ορίζοντα, η εγκατάλειψη της ιστορίας, επιβεβαίωση του ταυτού.
 Δημιούργημά του είναι η παγίδα της συναίνεσης ή η Δημοκρατία του Κέντρου  η οποία μετέθεσε τη λύση των πιεστικών προβλημάτων και ταυτόχρονα οδήγησε στην κρίση των ριζοσπαστικών προταγμάτων, στο φιλελεύθερο τέλος της ιστορίας , στη λοιδορία της συμμετοχής και στο έντονο δημοκρατικό έλλειμμα.
Δημιούργημά του είναι η  σταδιακή κατάργηση του κοινωνικού κράτους , η επαναφορά του άγριου καπιταλισμού της παγκοσμιοποίησης , η απαξίωση της πολιτικής  ,η αδιαφορία και η απορία των ψηφοφόρων  εμπρός στην κάλπη είναι τα αναμενόμενα συμπτώματα της απουσίας των συγκρούσεων.
Δημιούργημά του είναι επίσης  η παγίδα της  απώθησης των ρήξεων , μεταξύ άλλων , που προκάλεσε τη μετάλλαξη της ταυτότητας της αριστεράς , κόμματα και στελέχη της οποίας σύρθηκαν στη φαντασίωση της πραγμάτωσης μιας φιλελεύθερης δημοκρατίας και πολιτικών «τρίτου δρόμου» .
 Το «Τέλος της Ιστορίας» ήταν και το τέλος του Πολιτικού με την έννοια του τέλους της δυνατότητας  παρέμβασης του ενός Πόλου της Υποκειμενικότητας (λόγω της ήττας του εργατικού κινήματος) στα συμβαίνοντα στην σύγχρονη μαζικοδημοκρατία

Δευτέρα, 4 Οκτωβρίου 2010

Το ζήτημα της ανάπτυξης θέτει προβλήματα και η Κυβέρνηση σφυρίζει αδιάφορα.



Έχω υποστηρίξει ότι η ανάπτυξη δεν είναι μια διαδικασία η οποία  μπορεί να πραγματοποιηθεί σε μια οικονομία όπου το κυρίαρχο σχέδιο δράσης που τη διέπει αποσκοπεί στη συρρίκνωσή της επιβάλλοντας «αποθερμαντικές» θεραπείες σοκ[1] . Παράλληλα θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το πως αναπτύχθηκε η ελληνική οικονομία την περίοδο που επιλέχθηκε ως στρατηγικός στόχος η εισαγωγή της χώρας στο ενιαίο νόμισμα . Διότι με βάση το συγκεκριμένο υπόδειγμα , αλλά και την εκάστοτε ασκούμενη οικονομική πολιτική,   η ελληνική οικονομία  έχει οδηγηθεί στην χρεοκοπία και στο Μνημόνιο. Για το λόγο αυτό η αναφορά σε βασικά χαρακτηριστικά του υποδείγματος αλλά και της ασκηθείσας οικονομικής πολιτικής θεωρείται επιβεβλημένη . Συγκεκριμένα μπορούν να ειπωθούν τα παρακάτω :

Στο διάστημα 1996-2008 ο μέσος ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας ήταν 3,7%, ενώ στη ζώνη του ευρώ ήταν μόλις 2,3%. Η θετική αυτή  απόκλιση, και δεδομένου ότι ο ρυθμός μεταβολής του πληθυσμού δεν διέφερε σημαντικά μεταξύ Ελλάδος και ζώνης του ευρώ, το κατά κεφαλήν εισόδημα (σε μονάδες ισοδύναμης αγοραστικής δύναμης) στην Ελλάδα έφθασε το 2008 στο 86% εκείνου της ζώνης του ευρώ (από 72,9% το 1996).
Η ανάπτυξη της περιόδου 1996-2008 συνδυάστηκε με βελτίωση της συνολικής παραγωγικότητας[2] Συγχρόνως  αυξήθηκε ο λόγος κεφαλαίου προς απασχολουμένους, ενώ άνοδο σημείωσε και το ποσοστό απασχόλησης.
Ωστόσο, η ανάπτυξη την περίοδο αυτή προήλθε κυρίως από λίγους κλάδους και έγινε
εφικτή χάρη στην πιστωτική επέκταση και την υποστήριξη της δημοσιονομικής πολιτικής.
Τέσσερις ήταν οι κλάδοι που συνέβαλαν ιδιαίτερα στη μεγέθυνση του ΑΕΠ αυτής της περιόδου : το εμπόριο , οι κατασκευές , η ναυτιλία και ο χρηματοπιστωτικός τομέας[3]. Η σχετικά υψηλή ζήτηση για το προϊόν του εμπορίου και των κατασκευών τροφοδότησε και το πολύ υψηλό ποσοστό της ιδιωτικής δαπάνης για κατανάλωση και επενδύσεις σε κατοικίες στο συνολικό προϊόν  – εξέλιξη η οποία υποστηρίχθηκε και από την πιστωτική επέκταση. Στο διάστημα 1996-2008 η ιδιωτική κατανάλωση αντιστοιχούσε στο 72% του ΑΕΠ και το άθροισμα της ιδιωτικής και της δημόσιας κατανάλωσης στο 89%, ενώ τα αντίστοιχα ποσοστά στη ζώνη του ευρώ ήταν 57% και 77%. Επίσης ο λόγος του υπολοίπου των καταναλωτικών δανείων προς το ΑΕΠ αυξήθηκε από περίπου 4% το 2000 σε 15% το 2008.
Παράλληλα για όλο το διάστημα μετά τις αρχές της δεκαετίας του 2000 η ζήτηση συνεχώς υπερέβαινε την προσφορά, κατάσταση η οποία δεν μπορεί είναι διατηρήσιμη μεσομακροπρόθεσμα. Το δημοσιονομικό έλλειμμα και το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών μαρτυρούν τις ανισορροπίες που έχουν δημιουργηθεί λόγω αυτής της συμπεριφοράς. Έτσι το περιβάλλον κρίσης ανέδειξε τα χρόνια διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας, ήτοι τα δίδυμα ελλείμματα, δημοσιονομικό και εξωτερικό. Τα συμπτώματα αυτά μαρτυρούν τις βαθύτερες παθογένειες της χαμηλής ανταγωνιστικότητας και του στρεβλού παραγωγικού προτύπου της ελληνικής οικονομίας. Η ίαση των στρεβλώσεων επιχειρείται μέσω της δραματικής σε μέγεθος δημοσιονομικής πολιτικής που επιβάλλει το Μνημόνιο. Παράλληλα  το Μνημόνιο εμμέσως πλην σαφώς  και παρά τα αντιθέτως λεγόμενα . επιβάλλει το πλαίσιο εντός του οποίου θα μπορεί να αναπτυχθεί μελλοντικά η ελληνική οικονομία.
Το μόνο σίγουρο στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι ότι με την επιβολή του Μνημονίου η ανάπτυξη  θα είναι πολύ δυσχερής υπόθεση τα επόμενα έτη. Αυτό γιατί:
-Οι βασικές κινητήριες δυνάμεις της ελληνικής οικονομίας (ιδιωτική πίστη και κατανάλωση, κατασκευές,  ναυτιλία) δεν αναμένεται να ανακάμψουν εντυπωσιακά στο αμέσως προσεχές διάστημα. Το ίδιο συμβαίνει και με τον τουρισμό που επίσης έχει σημαντική συμμετοχή στη μεγέθυνση της οικονομίας.
- Θα πρέπει να διαχωριστεί στο σημείο αυτό η ιδιαίτερη , βασική και πρωταρχική λειτουργία του χρηματοπιστωτικού τομέα που αφορά στην προμήθεια ρευστότητας στην οικονομία. Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα για λόγους αντικειμενικούς αλλά και λόγους υποκειμενικούς (τρόπος  λειτουργίας του συστήματος) δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται σε αυτή την υποχρέωση του. 

-Η μείωση της καθαρής δημόσιας δαπάνης  κατά τέσσερις ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ ετησίως περίπου για τα επόμενα τρία έτη, ώστε να επανέλθει το δημοσιονομικό έλλειμμα κάτω από το κατώφλι του 3% του ΑΕΠ.( Αυτό το ποσοστό δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι εξασφαλίζει τη μακροχρόνια διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών, απλώς εκπληρώνει τις επιταγές του Συμφώνου Σταθερότητας ) συνεπάγεται μείωση της συνολικής ζήτησης και του ΑΕΠ.(Η ιστορική πολλαπλασιαστική επίδραση των καταναλωτικών δαπανών του δημοσίου είναι 0,7. Αυτό σημαίνει ότι μία μείωση αυτών των δαπανών κατά 1% μειώνει το ΑΕΠ κατά 0,7%. ).
Η αφαίρεση τόσο μεγάλων ποσών από την συνολική ενεργό ζήτηση είναι δεδομένο ότι θα επιταχύνει τις υφεσιακές πιέσεις, δυνητικά ακυρώνοντας και τις όποιες προσπάθειες στήριξης του εισοδήματος των ασθενέστερων. [4] Η Κυβέρνηση Γ.Α.Παπανδρέου   υποστηρίζει  ότι η μείωση της ενεργούς ζητήσεως η οποία θα προκύψει από τη δημοσιονομική προσαρμογή θα είναι περιορισμένη λόγω του ότι τα μέτρα θα είναι εστιασμένα στα υψηλότερα εισοδήματα, τα οποία έχουν μικρότερη ροπή προς κατανάλωση, και στη σύλληψη της παραοικονομίας, η οποία δεν έχει μεγάλη επίδραση στα επίσημα στατιστικά. Μέχρι σήμερα η πραγματικότητα διαψεύδει παταγωδώς αυτές τις προβλέψεις.
Όμως το κρίσιμο ερώτημα είναι με  τι θα αντικαταστήσει το Υπουργείο Οικονομίας την αφαίρεση  των δημοσίων δαπανών κατά τέσσερις ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ ετησίως περίπου για τα επόμενα τρία έτη; Επί της ουσίας με τίποτα.

Η φιλοσοφία που διέπει το Μνημόνιο έχει καταστήσει πλέον σαφές ότι η ανάπτυξη δεν μπορεί πλέον να στηριχθεί στην ενίσχυση της εσωτερικής ζήτησης, και δη βασισμένης στην πιστωτική επέκταση. Οι κεϋνσιανού τύπου πολιτικές τόνωσης της ζήτησης είναι τελείως αναποτελεσματικές για λόγους χρέους προς ΑΕΠ μεγαλύτερους του 100%.
Αυτό σύμφωνα με τη φιλοσοφία του Μνημονίου είναι εύλογο, καθότι το υψηλό χρέος πυροδοτεί την αύξηση του κινδύνου χώρας και άρα του κόστους δανεισμού με αποτέλεσμα η όποια θετική επίδραση της δημοσιονομικής επέκτασης στη ζήτηση να υπεραντισταθμίζεται από την αύξηση των εκροών πόρων για πληρωμή τοκοχρεολυσίων του δημόσιου χρέους. Όταν η χώρα δεν μπορεί να δανειστεί από τις χρηματοπιστωτικές αγορές , η αποφυγή λήψης περιοριστικών μέτρων με την ελπίδα ότι η ανάπτυξη θα παράξει –μεσοχρονίως- έσοδα, είναι μία πολύ επικίνδυνη πολιτική.

Σύμφωνα με τις συμβατικές οικονομικές αντιλήψεις (Υπουργείο Οικονομικών, Ελληνικές Τράπεζες, ΙΟΒΕ, Τράπεζα της Ελλάδος κτλ ) οι οποίες ακολουθούν την κυρίαρχη ακαδημαϊκή οικονομική σκέψη  (Dynamic stochastic general equilibrium models  - Ενδογενούς Μεγέθυνσης )[5] τα μόνα μέσα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν είναι τα  διαρθρωτικά μέτρα βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας ως προς την ποιότητα: καταπολέμηση του γραφειοκρατικού κόστους έναρξης και λειτουργίας επιχειρηματικής δραστηριότητας, κόστους διαφθοράς, κόστους ολιγοπωλιακών στρεβλώσεων στις αγορές προϊόντων, υπηρεσιών και παραγωγικών συντελεστών (πχ. άνοιγμα κλειστών επαγγελμάτων, κατάργηση συντεχνιακών προνομίων που συντηρούν τη δομική ανεργία, έλεγχος δεσποζουσών θέσεων και πρακτικών καρτέλ στην αγορά από εγχώριους και πολυεθνικούς ομίλους) και η ενθάρρυνση της μετακίνησης ανθρώπινου και υλικού κεφαλαίου από φθίνοντες προς δυναμικούς κλάδους. Εφόσον δεν υπάρχει πλέον καμία δυνατότητα επέκτασης της ζήτησης, η ανάπτυξη μπορεί να ενισχυθεί μόνο με την μεταφορά πόρων προς δραστηριότητες με μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία. Επίσης υπογραμμίζεται το γεγονός ότι πολλά από αυτά τα μέτρα δεν έχουν δημοσιονομικό κόστος, αντίθετα, κάποια συνεπάγονται και εξοικονομήσεις. Σε μία χώρα με πολύ χαμηλή (δομική) ανταγωνιστικότητα ως προς την ποιότητα, τέτοια μέτρα μπορεί να παράξουν τεράστια οφέλη για την ανάπτυξη. Είναι επιτακτική ανάγκη να επιταχυνθεί η εφαρμογή τους ώστε η Ελλάδα να αποφύγει τον αργό θάνατο της μακροχρόνιας στασιμότητας.

Είναι φανερό ότι υιοθετούνται τα οικονομικά της προσφοράς ως θεωρητικό πλαίσιο για την αναπτυξιακή διαδικασία μιας οικονομίας που βρίσκεται σε βαθειά ύφεση. Η οικονομία υποστηρίζεται ότι  λειτουργεί σύμφωνα με τον νόμο του Say. Δεν επιθυμούμε να επαναφέρουμε  ζητήματα που έχουν αντιμετωπισθεί εδώ και πάρα πολλά χρόνια στο πλαίσιο της οικονομικής θεωρίας.[6] Ούτε να αναλωθούμε σε θεωρητικές συζητήσεις που αποτελούν υπό μιαν έννοια το περιεχόμενο της «οικονομικής επιστήμης»[7]. Η πλευρά της ζήτησης παραπέμπεται στις ελληνικές καλένδες.

Για μια πρώτη απάντηση σε όλα αυτά μπορούμε να παραθέσουμε ορισμένα απλά στοιχεία που ίσως να δείχνουν με χοντροκομμένο αλλά πραγματικό τρόπο με ποιο «καύσιμο»  κινήθηκε η παγκόσμια οικονομία στην πραγματικότητα , τα τελευταία 10 έτη ,  ανεξάρτητα  με τις θεωρίες των ακαδημαϊκών οικονομολόγων.
Τις περισσότερες φορές είναι οι απλές χοντροκομμένες αντιλήψεις που δείχνουν την αλήθεια και γίνονται αντιληπτές από τους πολίτες.
 Στον Πίνακα 1 παρουσιάζεται η εξέλιξη του Παγκόσμιου Δημοσίου Χρέους την περίοδο 1999-2010.

Πίνακας  1.

Το Συνολικό Παγκόσμιο Δημόσιο Χρέος. Ως % του ΑΕΠ

Χώρες
1999
2007- σε απόλυτους αριθμούς. (σε δις δολάρια).
2010
2010: σε απόλυτους αριθμούς. (σε δις δολάρια).

ΗΠΑ
40,6
36,3-  4.982
58,0
8.508
Καναδάς
93,8
66,2-    971
82,4
1.252
Αυστραλία
27,8
14,8-    141
22,3
254
Ιαπωνία
124,8
168,3- 7500
196,1
10.586
Μ. Βρετανία
44,4
44,2 - 1211
74,8
1.647
Γερμανία
61,3
65,6 – 2243
75,4
2.315
Γαλλία
59,2
63,7- 1702
82,1
2.003
Ιταλία
115,0
104,2 – 2272
118,0
2.282
Ισπανία
63,1
37,1 – 545
61,1
804
Ελλάδα
97,6
105,3- 333,5
127,8
374
Σουηδία
67,3
43,0-198,1
38,8
158
Ρωσία
88,7
7,6 – 96,1
8,5
126
Βραζιλία
58,4
56,4- 807,7
59,3
1.135
Κίνα
27,1
18,2- 615,4
17,3
949
Ινδία
50,1
58,8- 693,5
56,0
852
Τουρκία
40,2
41,1-274,5
47,9
329
Μεξικό
44,7
31,7-318,8
39,5
384
Αίγυπτος
113,9
104,6-132,8
80,8
171
Ινδονησία
40,0
31,7-129,0
26,6
179
Νιγηρία
94,0
12,3-20,8
14,4
30
Αργεντινή
42,5
57,7-142,7
51,5
171
……..




……..




Συνολικό Παγκόσμιο Δημόσιο Χρέος
19685(σε δις δολάρια).
29826(σε δις δολάρια).
39877(σε δις δολάρια).



Πηγή:  Economist


Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στον Πίνακα  1 η αύξηση του ΔΧ σε όλες τις αναπτυγμένες χώρες της Δύσης (Β.Αμερική , ΕΕ, Ιαπωνία, Αυστραλία) ως % του ΑΕΠ είναι σημαντικότατη. Σε αντίθεση με τις υπόλοιπες χώρες του πίνακα (ΒΙΡΚ, και υπόλοιπα κομβικά κράτη) όπου όχι μόνο δεν παρουσιάζεται  αύξηση αλλά και σε πολλές περιπτώσεις έχουμε μείωση. Αυτό σημαίνει ότι η όποια μεγέθυνση του ΑΕΠ στις αναπτυγμένες χώρες και σε πλήρη αντίθεση με τις υποδείξεις των θεωρητικών  υποδειγμάτων οφείλεται στην έντονη  επεκτατική οικονομική πολιτική. Δηλαδή οι αναπτυγμένες χώρες της Δύσης οι οποίες έχουν λύσει σε μεγάλο βαθμό τα προβλήματα των βασικών υποδομών τους , λειτουργεί ο ανταγωνισμός σε μεγάλο βαθμό στις αγορές εμπορευμάτων , υπηρεσιών και χρήματος, υπάρχει αποδεκτή λειτουργία του δημοσίου , δεν υπάρχει φοροδιαφυγή , υπάρχει έρευνα και τεχνολογία σε υψηλό επίπεδο, υπάρχει αναπτυγμένη παραγωγική δομή,  κτλ,  βασίζονται στην επεκτατική οικονομική πολιτική  τι θα πρέπει να πράξουν οι χώρες που βρίσκονται σε χαμηλότερο επίπεδο ανάπτυξης για να επιτύχουν βελτίωση του επιπέδου ευημερίας των πολιτών τους;  Θα πεισθούν στα κελεύσματα των ισχυρών χωρών  τα οποία οι ίδιες δεν εφαρμόζουν; Εκτός αν η καπιταλιστική ιεράρχηση επιβάλλει «εξ αντικειμένου» το διεθνή καταμερισμό εργασίας τουλάχιστον σε μεγάλο βαθμό.

Montlyreview.gr  04.10.2010







[1] Κ.Μελάς, Η «αλήθεια» του Μνημονίου και τα ψεύδη των κυβερνώντων περί ανάπτυξης. ΜR.gr , 07.09.2010
[2] Η παραγωγικότητα  αντανακλά παράγοντες που δεν αποτυπώνονται στην ποσότητα των παραγωγικών συντελεστών, όπως π.χ. η αποτελεσματικότητα της παραγωγικής διαδικασίας, η τεχνολογία, η βελτίωση των δεξιοτήτων του εργατικού δυναμικού κ.λπ.
[3] Οι δύο (το εμπόριο και οι κατασκευές) είναι προστατευμένοι από το διεθνή ανταγωνισμό και σχετικά χαμηλής έντασης τεχνολογίας. Κλάδοι εκτεθειμένοι στο διεθνή ανταγωνισμό, όπως η μεταποίηση και ο τουρισμός, δεν αναπτύχθηκαν με τον ίδιο ταχύ ρυθμό, ίσως επειδή δεν μπόρεσαν να αντεπεξέλθουν στον ανταγωνισμό
[4] Αρκεί να αναφερθεί ότι το 2009, η δημοσιονομική ένεση άνω των 10 ποσοστιαίων μονάδων του ΑΕΠ στη συνολική ζήτηση μέσω του δημοσιονομικού ελλείμματος, δεν εμπόδισε την συνολική εγχώρια ζήτηση να μειωθεί κατά 5,5 ποσοστιαίες μονάδες.
[5] Ο Κ.Μελάς έχει παρουσιάσει ένα τέτοιο υπόδειγμα : Το Υπόδειγμα της «Νέας Συναίνεσης»
(New consensus model) Monthlyreview.gr 19/03/2008.
[6] J.M.Keynes, Η Γενική Θεωρία του Χρήματος , της Απασχόλησης και του Τόκου. Παπαζήση
Επίσης τα ζητήματα αυτά διαπραγματεύεται ο Κ.Μελάς στο υπό έκδοση βιβλίο του : Η Διαχρονική Πορεία της Μακροοικονομίας,

[7] Η κριτικές τοποθετήσεις έναντι του υποδείγματος DSGE είναι πάρα πολλές, παραπέμπουμε μεταξύ άλλων : Robert Solow “Building a Science of Economics for the Real World” House Committee on Science and Technology Subcommittee on Investigations and Oversight  July 20, 2010

Willem Buiter, Τhe unfortunate uselessness of most ’state of the art’ academic monetary economics.ft.com/maverecon March 3, 2009.





Τετάρτη, 8 Σεπτεμβρίου 2010

Το απαιτούμενο πρωτογενές αποτέλεσμα για τη σταθεροποίηση του λόγου ΔΧ/ΑΕΠ: το Μνημόνιο και η Πραγματικότητα.



 
Σύμφωνα με τις προβλέψεις του Μνημονίου  το απαιτούμενο πρωτογενές αποτέλεσμα για την αποκλιμάκωση του δημοσίου χρέους πρέπει από το 2014 να αγγίξει το 6,0% και να διατηρηθεί σε αυτό το ύψος για όσο διάστημα απαιτείται .  Δηλαδή από πρωτογενές έλλειμμα -8,6%  το 2009 , θα πρέπει το 2014 η ελληνική οικονομία να παρουσιάσει πρωτογενές πλεόνασμα της τάξης του 6,0%. Δηλαδή για την επίτευξη του στόχου απαιτείται σταδιακή μείωση σχεδόν 14,5%.  Θα πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι το πρωτογενές έλλειμμα ανήλθε στο -8,5% του ΑΕΠ το 2009, από πρωτογενές έλλειμμα -0,9% του ΑΕΠ το 2007. Το έλλειμμα του 2009 ήταν, προφανώς, μία υπερβολική συγκυριακή  εκτροπή και δεν αποτελεί βασικό χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονομίας τουλάχιστον την περίοδο 1994-2007. Στην 14ετή περίοδο 1994-2007 η Ελλάδα είχε μέσο πρωτογενές πλεόνασμα ίσο με το 1,7% του ΑΕΠ. Μάλιστα το εύρος της διακύμανσης του τη συγκεκριμένη περίοδο ήταν από -1,8% έως + 3,8%. Αν θεωρήσουμε ότι αυτό αντιπροσωπεύει την γενικότερη κατάσταση της ελληνικής οικονομίας  τα τελευταία χρόνια, τότε θα μπορούσε αυτό το ύψος να τεθεί ως εφικτός στόχος. Βέβαια και η επάνοδος σε αυτό το ύψος δεν θα ήταν μια εύκολη υπόθεση. Όμως η απαίτηση το πρωτογενές πλεόνασμα να φθάσει στο 6,0% για σειρά ετών φαντάζει δύσκολα επιτεύξιμο και εκτός του ιστορικού πλαισίου που έχει καθορισθεί από τη συμμετοχή στην ευρωζώνη και  εντός του οποίου έχει κινηθεί η ελληνική οικονομία .  Σε   απόλυτο  μέγεθος  το 6,0% αναλογεί σε σχεδόν 14,5 δις ευρώ κάθε έτος από το 2014 και μετά. Με απλά λόγια, θα χρειασθούν κατά μέσο όρο πρωτογενή πλεονάσματα περί τα 4,4 δις €/έτος από το 2012 και μετά, ώστε να καταστεί δυνατή η σταθεροποίηση του δημοσίου χρέους στο επίπεδο του 149,7%  το 2013.
Για την αποκλιμάκωση του λόγου αυτού σε επίπεδα του 2009 (115,0%) αυτό προβλέπεται να επιτευχθεί  το 2020 , τότε η προσπάθεια που χρειάζεται να καταβάλλει η ελληνική κυβέρνηση φαντάζει εξαιρετικά δύσκολη. Τα απαιτούμενα δημοσιονομικά πλεονάσματα στην περίπτωση αυτή είναι –κατά μέσο όρο– της τάξης του 6,2% του ΑΕΠ, δηλαδή περίπου 14,5 δις € κατ’ έτος ! Υποθέσεις που φαντάζουν δύσκολες για την ελληνική πραγματικότητα.

Όπως φαίνεται  στο  Διάγραμμα 1, η δημοσιονομική προσαρμογή αυτή απαιτεί την επαναφορά των πρωτογενών τρεχουσών δαπανών της γενικής κυβερνήσεως στα επίπεδα του 37,3% του ΑΕΠ το 2010 και στο 35,5% του ΑΕΠ το 2012,από 40,8% του ΑΕΠ το 2009 και 34,8% του ΑΕΠ το 2006. Επίσης, απαιτεί αύξηση των τρεχόντων εσόδων της γενικής κυβερνήσεως στο 39,2% του ΑΕΠ το 2010 και στο 41,5% του ΑΕΠ το 2012, από 40,1% του ΑΕΠ το 2000.
Με αυτήν την προσαρμογή τα τρέχοντα έσοδα θα υπολείπονται ακόμη σημαντικά των τρεχόντων εσόδων στην ΕΕ-16 (ΖτΕ) όπου τα έσοδα αυτά διαμορφώνονται στο 44,0% του ΑΕΠ.[1] Με βάση τους υπολογισμούς του Μνημονίου προβλέπεται ότι τα έσοδα  θα αυξηθούν με τη μεγάλη αύξηση των εμμέσων φόρων και ιδιαιτέρως του ΦΠΑ, την σημαντική αύξηση των φόρων περιουσίας και του φόρου εισοδήματος, την κατάργηση των φοροαπαλλαγών και την εκτεταμένη διεύρυνση της φορολογικής βάσεως, καθώς και την αύξηση των εισφορών στα ασφαλιστικά Ταμεία. Επίσης, τα συνολικά έσοδα της γενικής κυβερνήσεως θα αυξηθούν περαιτέρω και από την αύξηση των εισπράξεων από τα διαρθρωτικά ταμεία της ΕΕ-27 στα επόμενα έτη (άνω των € 4,0 δισ. ετησίως, από € 2,0 δισ. το 2009)[2].
 






                                                        Διάγραμμα 1.
                    
 
Όμως βρισκόμαστε πλέον στις αρχές του Σεπτεμβρίου και τα στοιχεία του οκταμήνου Ιανουαρίου - Αυγούστου κάθε άλλο παρά επιβεβαιώνουν τους υπολογισμούς  τόσο των  επιτελών του υπουργείου Οικονομικών όσο και των εκπροσώπων της τρόικας. Σύμφωνα με τις υπάρχουσες πληροφορίες, τα έσοδα αυξάνουν με ρυθμό μόλις 3,2%. Το μεγάλο πρόβλημα παραμένει ο ΦΠΑ, ο οποίος αυξάνει με ρυθμό μόλις 1,6%, στα 11.545 εκατ. ευρώ, από 11.360 εκατ. ευρώ το αντίστοιχο περσινό χρονικό διάστημα. Κι ενώ στα πετρελαιοειδή ο ΦΠΑ παρουσιάζει θετική πορεία, αυξάνοντας με ρυθμό λίγο πάνω από 32%, και στις λοιπές συναλλαγές 7,9%, η πορεία είναι ακριβώς αντίστροφη στη λιανική, δηλαδή από το κίνημα των αποδείξεων, όπου υπάρχει μείωση 2,7%.
Το διά ταύτα της πορείας αυτής είναι ότι τα έσοδα εμφανίζουν μεγάλη απόκλιση 3,5 δισ. ευρώ, βάσει της αναθεώρησης των στοιχείων του προϋπολογισμού του Αυγούστου και θεωρείται αβέβαιο αν θα πιάσουν τα 50,5 με 51 δισ. ευρώ έναντι στόχου 54,46 εκατ. ευρώ.
Τα οικονομικά στοιχεία που έχουν μέχρι στιγμής στο υπουργείο Οικονομικών δείχνουν πως, αν δεν υπάρξει άμεσα λύση, τότε το έλλειμμα θα μειωθεί στο 9,1-9,2% του ΑΕΠ έναντι στόχου 8,1%. Η απόκλιση μιας μονάδας από το ΑΕΠ θεωρείται απευκταία, καθώς δεν πρόκειται να γίνει αποδεκτή από την τρόικα. Τα περιθώρια απόκλισης μπορεί να φτάσουν μέχρι 0,5% του ΑΕΠ, δηλαδή το έλλειμμα να κλείσει στο 8,7% του ΑΕΠ. Αυτό σημαίνει πως η απόκλιση μπορεί να είναι το πολύ μέχρι 1,1 δισ. ευρώ. Κι αυτό όταν, αρχικά, στο υπουργείο Οικονομικών μιλούσαν ακόμα και για πλεόνασμα 1,2 δισ. ευρώ. Επομένως όπως όλα τα στοιχεία δείχνουν πάλι θα υπάρξουν επεμβάσεις στο σκέλος των δαπανών , γεγονός που σηματοδοτεί νέες εισοδηματικές απώλειες σε διάφορες κατηγορίες εργαζομένων.

Montlyreview.gr  08.09.2010



[1] Για το ζήτημα αυτό δες : Για το ζήτημα αυτό δες : Κ.Μελάς,  Η ελληνική οικονομία αντιμέτωπη με την παγκόσμια οικονομική κρίση»,  Τετράδια Πολιτικού Διαλόγου και Πολιτισμού, τεύχ. 55/56, Άνοιξη/Καλοκαίρι 2009. 
[2] Όλα αυτά τα μέτρα συμβάλλουν αποφασιστικά στην περαιτέρω μείωση του ΑΕΠ γεγονός που φαίνεται να μην απασχολεί καθόλου το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης και τους εκπροσώπους της ΕΕ-ΕΚΤ-ΔΝΤ.