Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2009

Η αύξηση του δημοσίου χρέους (2003-2009).


Εκτός κάθε στόχου κινήθηκε το δημόσιο χρέος στο πρώτο τρίμηνο του έτους, καταγράφοντας πρωτοφανή αύξηση κατά 20 δισ. ευρώ σε σχέση με το τελευταίο τρίμηνο του 2008, αναδεικνύοντας την κακή δημοσιονομική κατάσταση της ελληνικής οικονομίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία  του Γενικού Λογιστηρίου  του Κράτους (ΓΛΚ), το χρέος της κεντρικής κυβέρνησης ανήλθε στο  ποσό των 282,07 δισ. ευρώ το διάστημα Ιανουαρίου - Μαρτίου 2009, από 262,07 δισ. ευρώ που ήταν στο τέταρτο τρίμηνο του 2008 και 247,43 δισ. ευρώ που είχε διαμορφωθεί πέρυσι στο πρώτο τρίμηνο (34,63 δισ. ευρώ επιπλέον χρέος μέσα σε ένα χρόνο).
Τα 282,07 δισ. ευρώ μεταφράζονται σε 111,8% του προσδοκώμενου ΑΕΠ για το 2009. Η τελευταία επίσημη εκτίμηση του υπουργείου Οικονομίας για το χρέος της κεντρικής κυβέρνησης ήταν στον προϋπολογισμό του 2009. Στον προϋπολογισμό, ο στόχος για το χρέος της κεντρικής κυβέρνησης ήταν να ανέλθει στα 274, 710 δις. Ευρώ  ή 93,10% του ΑΕΠ  για ολόκληρο το έτος, ενώ για το χρέος της γενικής κυβέρνησης ήταν 237,930 δις ευρώ ή 91,4%. Βεβαίως τα αναφερόμενα στον προϋπολογισμό έχουν μόνο ιστορική αξία για να θυμίζουν στους έλληνες πολίτες την «αξιοπιστία»  των κυβερνώντων.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις αναμένεται το χρέος της Κεντρικής Κυβέρνησης , για το 2009, να ξεπεράσει τα 300, 0 δις ευρώ ή 119,0% του ΑΕΠ και το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης τα 273,0 δις ευρώ ή 109,9% του ΑΕΠ. Αν επιβεβαιωθούν οι εκτιμήσεις , γεγονός που πρέπει να θεωρείται βέβαιον, τότε ο  μέσος όρος του  ρυθμού  μεγέθυνσης του δημοσίου  χρέους , την περίοδο 2003-2009  θα ανέλθει στο 8,5% και θα είναι  υψηλότερος του αντίστοιχου ρυθμού μεγέθυνσης του ΑΕΠ , ο οποίος θα είναι 6,4%. Αυτό σημαίνει ότι το παραγωγικό μας αποτέλεσμα ως οικονομία υπολήφθηκε του ποσού που δανειστήκαμε .

 

Πίνακας 1.
Εξέλιξη του δημοσίου χρέους στην ελληνική οικονομία.(Ως % του ΑΕΠ)
Έτη                                           Κεντρική Κυβέρνηση              Γενική Κυβέρνηση
2003
106,4
97,0
2004
108,2
98,8
2005
109,0
98,8
2006
106,1
95,9
2007
105,0
94,8
2008
107,9
97,6
2009[1]
119,0
109,9






Πηγή : Γενικό Λογιστήριο του Κράτους.

Monthlyreview.gr  23.09.2009


[1] Εκτιμήσεις. Στα στοιχεία που έστειλε η Ελλάδα στην Κομισιόν στις 31 Μαρτίου, δεν γίνεται καμία αναφορά για το χρέος της κεντρικής κυβέρνησης

Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2009

Η ολιγοπωλιακή διάρθρωση της ελληνικής αγοράς και ο «ελεύθερος ανταγωνισμός»




Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας είναι το θέμα της καρτελοποίησης, δηλαδή η ολιγοπωλιακή διάρθρωση της αγοράς, με τις εναρμονισμένες πρακτικές, την κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης μεγάλων επιχειρήσεων και τις καταχρηστικές πρακτικές ενάντια στους καταναλωτές. Τα ολιγοπώλια είναι ο βασικός λόγος που στην ελληνική αγορά διαπιστώνονται σε καθημερινή βάση, αυξημένες τιμές σε πολλαπλό αριθμό ομοειδών αγαθών σε σχέση με άλλα περισσότερο αναπτυγμένα ευρωπαϊκά κράτη.

Την ολιγοπωλιακή διάρθρωση της ελληνικής αγοράς νομίζω ότι πλέον δεν την αμφισβητεί κανείς αναλυτής. Εξάλλου, τα διαθέσιμα στοιχεία είναι καταλυτικά στην υποστήριξη της παραπάνω άποψης. Μπορώ να δώσω ορισμένα παραδείγματα:
• Στο χώρο της λιανικής αγοράς τροφίμων, 10 αλυσίδες πολυκαταστημάτων ελέγχουν πάνω από το 85% της αγοράς.
• Στο χώρο των προμηθευτών, σε σύνολο 1.375 εταιρειών, οι 100 πρώτες κατέχουν το 76,1% των πωλήσεων, οι 50 πρώτες το 62% και οι 30 πρώτες το 51%.
• Σε ένα σύνολο 60 προϊόντων πρώτης ανάγκης και ευρείας κατανάλωσης, μία εταιρεία προμηθεύει περίπου το 60% για κάθε ένα προϊόν, ενώ οι δύο μεγάλες εταιρείες το 99% αντίστοιχα.
• Στο χώρο των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, οι πέντε μεγαλύτεροι τραπεζικοί όμιλοι κατέχουν πάνω από το 85% των ιδίων κεφαλαίων, των καταθέσεων, των χορηγήσεων και του ενεργητικού.
• Στο χώρο των καυσίμων συμβαίνει ακριβώς το ίδιο.

Παράλληλα, υπάρχουν κλειστά επαγγέλματα, κυρίως στο χώρο των υπηρεσιών, που δημιουργούν και καρπώνονται μεγάλες προσόδους.

Η κυρίαρχη αντίληψη σήμερα στην Ελλάδα φαίνεται να αναγνωρίζει την ύπαρξη αυτών των καταστάσεων και επιδιώκει την καταπολέμηση και την πάταξή τους. Η όλη προσπάθεια κατατείνει στην εμπέδωση του ελεύθερου ανταγωνισμού, στη βελτίωση των συνθηκών του, στην πάταξη όλων των εμποδίων που υψώνονται εμπρός του. Σε αυτή τη συλλογιστική όλα αυτά τα εμπόδια αποτελούν απλά στρεβλώσεις και ατέλειες της λειτουργίας της αγοράς και ως εκ τούτου χρειάζεται ένας εποπτικός μηχανισμός –κάτι σαν την Επιτροπή Ανταγωνισμού–, ο οποίος να επεμβαίνει όποτε προκύπτει ανάγκη. Η διαπίστωση όμως που προκύπτει από την ιστορική εμπειρία είναι η ακόλουθη: δεδομένου ότι καθ’ όλη την ιστορική περίοδο του καπιταλισμού τα συγκεκριμένα φαινόμενα δεν είναι συγκυριακά αλλά αποτελούν μια διαχρονική συνεχώς επεκτεινόμενη μεγεθυντική διαδικασία, αποτελούν και δομικό χαρακτηριστικό του συστήματος. Τα μονοπώλια, τα ολιγοπώλια δεν συνιστούν απλώς ατέλειες ή στρεβλώσεις των αγορών, αλλά είναι οργανικό αποτέλεσμα του καπιταλιστικού ανταγωνισμού. Δεν είναι μόνον άρνηση του ελεύθερου ανταγωνισμού (ολοκληρωτικά πλασματική έννοια) αλλά είναι παιδιά του καπιταλιστικού ανταγωνισμού. Είναι εκδηλώσεις της εγγενούς στον καπιταλισμό τάσης για συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου. Αυτή η εγγενής τάση, δείτε το παράδοξο αλλά πραγματικό, γίνεται περισσότερο έντονη και δυνατή όσο οι πολιτικές δυνάμεις επιχειρούν να απελευθερώσουν την οικονομία από παλιούς ή νέους περιορισμούς ρύθμισής της. Επομένως δεν μπορεί να θεωρηθεί απάντηση στο πρόβλημα των ολιγοπωλίων ο ελεύθερος ή υγιής ανταγωνισμός· απλούστατα διότι τέτοιος δεν υπάρχει ούτε υπήρξε ποτέ. Υπάρχει ο πραγματικός καπιταλιστικός ανταγωνισμός [1], στον οποίο οι επιχειρήσεις χρησιμοποιούν όλα τα υπάρχοντα μέσα, θεμιτά και αθέμιτα, από τη διαπλοκή με την πολιτική εξουσία μέχρι τις μαφιόζικες λύσεις εξόντωσης του αντιπάλου.

Εκείνο όμως που είναι εντυπωσιακό είναι ότι συνεχώς επανέρχονται στην οικονομία ζητήματα που θα έπρεπε να θεωρούνται λυμένα τα τελευταία τουλάχιστον 100 έτη για να μην πω και περισσότερο. Στο ζήτημα των ολιγοπωλίων, των καρτέλ, της συγκέντρωσης και της συγκεντροποίησης του κεφαλαίου στο καπιταλιστικό σύστημα. η βιβλιογραφία είναι άπειρη αλλά και αποφασιστικά καταλυτική σε όσα υποστηρίξαμε.

Συνεπώς θα μπορούσαμε,προχωρώντας τη σκέψη μας λίγο περισσότερο, να αναρωτηθούμε: γιατί επανέρχονται συνεχώς τα ίδια προβλήματα στον χώρο της οικονομικής; Η πρώτη απάντηση που έρχεται στο νου έχει να κάνει με την ιδεολογική της χρήση από τις εκάστοτε εξουσίες· η δεύτερη έχει να κάνει με το ίδιο το επιστημονικό της στάτους το οποίο επιτρέπει αυτή τη χειραγώγηση. Όπως και να έχουν τα πράγματα ένα είναι απολύτως σίγουρο: η οικονομική είναι μια «επιστήμη με σαφή όρια».

Υποσημείωση:

[1] Για το ζήτημα αυτό, βλ. Κ. Μελάς & Γ. Πολλάλης, Παγκοσμιοποίηση και πολυεθνικές επιχειρήσεις, κεφ. 2, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 2005.

Τρίτη, 15 Σεπτεμβρίου 2009

Η φενάκη του εκσυγχρονισμού.



Η μη είσοδος του πρώην πρωθυπουργού Κ. Σημίτη στις εκλογικές λίστες του ΠΑΣΟΚ για τις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009 σηματοδοτεί πρακτικά και συμβολικά τον δραστικό περιορισμό της «εκσυγχρονιστικής» θεώρησης για την ελληνική κοινωνία ως κυρίαρχης στο εσωτερικό του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Σ’ αυτό έχει συμβάλλει αφενός μεν η απομάκρυνση ή η εθελουσία έξοδος ακραιφνών σημιτικών αφετέρου η προσαρμογή των υπολοίπων στα κελεύσματα της νέας εξουσίας «ποιούμενοι την ανάγκη φιλοτιμία». Πολλοί από τους ανήκοντες στην τελευταία κατηγορία διακρίνονται διαχρονικά από χαμαιλεοντικά χαρακτηριστικά υποτασσόμενοι χωρίς δεύτερη κουβέντα στον εκάστοτε αρχηγό. Όμως υπάρχουν και πολλοί που η βαθύτερη αντίληψή τους εξακολουθεί να συνάδει με τα εκσυγχρονιστικά προτάγματα.
Σχετικά με τα τελευταία θα ήθελα να σημειώσω τα ακόλουθα:
Ο σημιτικός εργαλειακός εκσυγχρονισμός στην φιλοσοφική του θεώρηση , αν υπάρχει τέτοια, υποτίθεται ότι εκφράζει την ενεργή ιστορική συνείδηση της νεωτερικότητας στη σημερινή πλανητική συγκυρία. Με την έννοια αυτή παρουσιάζεται ως επιχείρηση υπέρβασης της καθυστερημένης και ανοκλήρωτης αστικής επανάστασης στην Ελλάδα. Όμως τα ιστορικά γεγονότα έχουν αλλάξει άρδην εδώ και πολλά χρόνια με την ιδεολογική κοσμοκατασκευή της νεωτερικότητας δεν έχει απολύτως καμία σχέση με το εμπραγματωμένο γίγνεσθαι της Ιστορίας.
Ως εκ τούτου δεν αποτελεί τίποτε περισσότερο από φενακισμένες συνειδήσεις ιστορικών υποκειμένων που οδηγούν τα βήματά τους στο δρόμο της οριστικής εξαφάνισης.
Δεν κατανοούν όλοι αυτοί ότι επιχειρούν να πολεμήσουν για ιδέες που προ πολλού χρόνου έχουν εκλείψει δεδομένου ότι έχει διαμορφωθεί μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα κυριαρχούμενη από τη μετανεωτερικότητα και το μεταμοντέρνο ως πολιτιστική του έκφραση. Η α-δυνατότητα και η μη-συμβατότητα των νεωτερικών προταγμάτων , σε ένα παγκοσμιοποιημένο μαζικοδημοκρατικό ιστορικό γίγνεσθαι γίνονται ορατές δια γυμνού οφθαλμού προτού καταφθάσουν τα εκ του αποτελέσματος αξιολόγηση.
Οι αξιακές κατηγορίες της νεωτερικότητας ως εποχής του Διαφωτισμού και του φορέα της την αστική τάξη έχουν προ πολλού ηττηθεί στον αγώνα τους ενάντια στο μεταμοντέρνο.  Επομένως τουφεκιές στον αέρα αποτελούν αυτές οι επιδιώξεις , ενός ήδη ηττημένου στρατού λίγο πριν εισαχθεί στα κιτάπια της ιστορικής μνήμης. Επομένως το όλο εγχείρημα καθίσταται έωλο αλλά το χειρότερο είναι ότι εξυπηρετεί , ίσως εν αγνοία του, τις απαιτήσεις των πλέων παγκοσμιοποιημένων μεταβιομηχανικών ελίτ.  



Monthlyreview.gr 15.09.2009.

Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2009

Η απληστία ποτέ δεν πεθαίνει


Είναι άκρως εντυπωσιακό το γεγονός ότι οι μεγάλες παγκόσμιες επενδυτικές τράπεζες στα μέσα της τεράστιας χρηματοπιστωτικής κρίσης για την οποία είναι υπεύθυνες σε μεγάλο βαθμό παρουσιάζουν εκ νέου υπερβολικά κέρδη. Έτσι η Deutsche Bank παρουσίασε καθαρά κέρδη το δεύτερο τρίμηνο του 2009 ύψους 1,1 δις ευρώ έναντι 645 εκατομμυρίων την ίδια περίοδο του 2008. Το 2008 η Deutsche Bank παρουσίασε τις μεγαλύτερες ζημιές στην ιστορία της ύψους 3,9 δις ευρώ. Επίσης, η Goldman Sachs παρουσίασε κέρδη δεύτερου τριμήνου ύψους 3,44 δις δολάρια. Πώς μπορεί να εξηγηθεί αυτό το φαινόμενο; Πώς μετά από μια παγκόσμια κρίση που ακόμη διαρκεί, και κατά τη διάρκεια της οποίας έχει χαθεί σύμφωνα με εκτιμήσεις το 40% του παγκόσμιου πλούτου, οι μεγάλες επενδυτικές τράπεζες καταφέρνουν και παράγουν τόσο υψηλά κέρδη και συνεχίζουν να δίνουν τόσο υψηλά μπόνους στα υψηλόβαθμα στελέχη τους; Νομίζω ότι η απάντηση είναι απλή: οι μεγάλες επενδυτικές τράπεζες ζουν εις βάρος της κοινωνίας. Τα προηγούμενα χρόνια παρήγαγαν κέρδη εκμεταλλευόμενες τα χρήματα των πελατών τους. Όταν τα πράγματα άρχισαν να γίνονται δύσκολα άρχισαν να βασίζονται στα χρήματα των μετόχων τους. Σήμερα στο μέσον της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης βασίζονται στα χρήματα των φορολογουμένων.

Μετά την κατάρρευση της Lehmann Brothers τον Σεπτέμβριο του 2008 η αμερικανική κυβέρνηση παρενέβη με ένα μεγάλο πακέτο εξαγοράς. Από τότε η αμερικανική κυβέρνηση έχει χρηματοδοτήσει με περισσότερο από 23,7 τρισεκατομμύρια δολάρια την υποστήριξη του χρηματοπιστωτικού συστήματος, ένα τεράστιο ποσό ίσο με 1,7 φορές το ΑΕΠ των ΗΠΑ. Τα μέτρα που εφαρμόσθηκαν από την Ουάσιγκτον υιοθετήθηκαν στη συνέχεια από τις υπόλοιπες κυβερνήσεις του πλανήτη.

Κατ’ εντολή των τραπεζιτών, και ιδιαιτέρως του διευθύνοντα συμβούλου της Deutsche Bank, Τζώζεφ Άκκερμαν, η γερμανική κυβέρνηση σχεδίασε ένα πρόγραμμα διάσωσης των γερμανικών τραπεζών ύψους 500 δισεκατομμυρίων ευρώ στο τέλος του 2008. Βεβαίως, από τότε έχει δώσει επιπλέον ως εγγύηση, εκατοντάδες δισεκατομμύρια στη χρηματοπιστωτική κοινότητα, για τα λεγόμενα «κακά δάνεια».

Υπολογίζεται ότι από τις αρχές της χρηματοπιστωτικής κρίσης, τον Σεπτέμβριο του 2008, οι κυβερνήσεις του πλανήτη έχουν δαπανήσει συνολικά 18 τρις δολάρια δημόσιων πόρων για την επανακεφαλαιοποίηση του τραπεζικού συστήματος, ένα ποσό που ισοδυναμεί με το 30% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Εικονικά, όλα τα μεγάλα βιομηχανικά κράτη, οι ισχυρότερες τράπεζες και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα θεωρήθηκαν ως «υψηλής σημασίας δομές» λαμβάνοντας με τον τρόπο αυτό λευκές επιταγές από τα αντίστοιχα υπουργεία των οικονομικών.

Τα μέτρα διάσωσης που εφάρμοσαν οι εθνικές κυβερνήσεις αποτελούν ένα τεράστιο δίχτυ προστασίας για τις τράπεζες, δίνοντάς τους για ακόμη μια φορά τη δυνατότητα να εμπλακούν σε μορφές υψηλής κερδοσκοπίας στα χρηματοπιστωτικά προϊόντα. Τα επίπεδα των χρεών που σχηματίστηκαν λόγω των πακέτων διάσωσης και άλλων οικονομικών κινήτρων έχουν λάβει γιγάντιες διαστάσεις και θα πληρώνονται από πολλές μελλοντικές γενεές.

Την ίδια στιγμή η απότομη αύξηση του χρέους άνοιξε διάπλατα τις πόρτες για κερδοσκοπικές ευκαιρίες στις τράπεζες. Η διαχείριση των κυβερνητικών δανείων που προέρχονται από την κυβερνητική βοήθεια διάσωσης αποτελεί την κεντρική απασχόληση των μεγάλων τραπεζών.

Κατά ΜΟ το κυβερνητικό χρέος στην ΕΕ αναμένεται να ανέβει κατά 80% του ΑΕΠ αυτόν το χρόνο και ακόμη υψηλότερα το 2010. Στη Βρετανία, το δημόσιο χρέος αναμένεται να φθάσει στο 100% του ΑΕΠ το 2009. Στην Ιαπωνία το δημόσιο χρέος θα ανέλθει στο 200% του ΑΕΠ το 2011 ενώ στις ΗΠΑ αναμένεται να φθάσει στο 100% το ίδιο διάστημα.

Καθώς το επίπεδο του χρέους αυξάνει σε πλανητικό επίπεδο, οι εταιρείες αξιολόγησης υποβαθμίζουν την πιστοληπτική ικανότητα των χωρών, με αποτέλεσμα να αυξάνονται τα επιτόκια που θα πρέπει να καταβάλουν στις τράπεζες για εξυπηρέτηση των δανείων που έχουν λάβει. Σκεφτείτε ότι τα δάνεια με τα οποία πιστοδοτούνται οι χώρες από τις τράπεζες προέρχονται κυρίως από τους χρηματικούς πόρους που έχουν λάβει ως βοήθεια επιβίωσης από τις... ίδιες χώρες. Για τις τράπεζες πρόκειται για μια κλασική περίπτωση «win-win».

Την ίδια περίοδο, οι τράπεζες αποφεύγουν να πιστοδοτούν επιχειρήσεις, επικαλούμενες τη χρηματοπιστωτική κρίση και το υπάρχον κλίμα. Θεωρούν αυτού του είδους τις πιστοδοτήσεις υψηλού κινδύνου... Μπροστά στην αδυναμία χρηματοδότησής τους οι επιχειρήσεις εκδίδουν εταιρικά ομόλογα υψηλής απόδοσης τα οποία βεβαίως αγοράζουν οι τράπεζες αυξάνοντας περαιτέρω τα κέρδη τους.

Είναι άκρως ειρωνικό το γεγονός ότι η παρούσα κρίση που ξεκίνησε με την υπαιτιότητα των κεφαλαιαγορών, καταλήγει στο να ενδυναμώνει για μια ακόμα φορά τις αγορές κεφαλαίου. Ο όγκος των ομολόγων που έχουν εκδώσει οι επιχειρήσεις μόνο στην Ευρώπη –χωρίς να συμπεριλαμβάνονται τα τραπεζικά ομόλογα– στους έξι πρώτους μήνες του 2009 ανήλθε σε 318 δις δολάρια, 50% περισσότερο από το ίδιο διάστημα του προηγουμένου χρόνου.

Σε συσχέτιση με τη μεγάλη αύξηση των τραπεζικών κερδών είναι η έκρηξη στους μισθούς των τραπεζικών στελεχών. Η Goldman Sachs έχει ήδη ενισχύσει τις αποδοχές και τα bonuses κατά 33% το πρώτο μισό του 2009, βάζοντας στην άκρη το ρεκόρ των 11,4 δις δολαρίων για τις συγκεκριμένες πληρωμές – το υψηλότερο επίπεδο στην ιστορία της τράπεζας.

Η Citigroup, η οποία έλαβε 45 δις δολάρια ρευστά από την κυβέρνηση των ΗΠΑ καθώς και περισσότερο από 300 δις δολάρια εγγυήσεις για τα στοιχεία του ενεργητικού της –και η οποία ανήκει κατά 34% στο αμερικανικό δημόσιο– σχεδιάζει να αυξήσει τους μισθούς κατά 50% ώστε να αντισταθμίσει τα χαμηλά μπόνους. Άλλες τράπεζες, συμπεριλαμβανόμενων των UBS και Morgan Stanley θα δώσουν αυξήσεις μεταξύ του 30 και 60%.

Σύμφωνα με στοιχεία του Bloomberg, τον τελευταίο μήνα, ο γενικός εισαγγελέας της Νέας Υόρκης, Άντριου Κουόμο, ανέφερε σε έκθεση ότι οι Citigroup, Merrill Lynch και 7 ακόμα μεγάλες τράπεζες των ΗΠΑ πλήρωσαν 32,6 δις δολάρια σε μπόνους το 2008, την ίδια ώρα που λάμβαναν 175 δις δολάρια από τους φορολογουμένους. Και αυτό έγινε το 2008 όταν η κρίση βρισκόταν στο βαθύτερο σημείο της. Με τις αγορές τώρα να βρίσκονται σε καλύτερο σημείο και την εμπιστοσύνη να επιστρέφει, τα μπόνους του τρέχοντος έτους αναμένεται να είναι ακόμη μεγαλύτερα. Ο γενικός εισαγγελέας της Νέας Υόρκης, δήλωσε ότι το ύψος των αποδοχών των στελεχών φέτος για τη χρήση του 2008 «έχει αποσυνδεθεί πλήρως από την οικονομική απόδοση των τραπεζών» και ότι δεν έχει καμιά λογική. Ο εν λόγω εισαγγελέας διεξάγει έρευνες επί του θέματος από τον Οκτώβριο, οπότε εννέα τράπεζες έλαβαν συνολικά 125 δις δολάρια στο πλαίσιο του προγράμματος στήριξης.

Από την έρευνα προέκυψε ότι τα μπόνους των Goldman Sachs, Morgan Stanley και J. P. Morgan Chase & Co. ήταν «σημαντικά μεγαλύτερα» από τα κέρδη τους. Ενδιαφέρον στοιχείο που προέκυψε από τις έρευνες Κουόμο είναι πως οι αμοιβές των στελεχών των τραπεζών αυξήθηκαν την περίοδο 2003–2006, όταν η αγορά βρισκόταν σε άνοδο, αλλά παρέμειναν στα ίδια υψηλά επίπεδα παρά την κρίση των επισφαλών στεγαστικών δανείων και παρά την ύφεση.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο πληθαίνουν οι ενδείξεις ότι τα μπόνους ξεφεύγουν πάλι από τον έλεγχο, με την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, την κύρια εποπτική αρχή της χώρας, να έχει απειλήσει με κυρώσεις.

Παράλληλα περιμένουμε να δούμε την αντίδραση στη Γερμανία στις νομικές προσπάθειες των πρώην υπαλλήλων της Dresdner Bank να αποσπάσουν μπόνους από τη μητρική εταιρεία, την Commerzbank. Μάλιστα, ορισμένες από τις αιτήσεις έχουν γίνει αποδεκτές από το δικαστήριο και δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι οι τραπεζίτες αποχώρησαν με ικανοποιητικά ποσά. Οι Γερμανοί φορολογούμενοι δεν θα έχουν πρόβλημα να συμπεράνουν ότι τα χρήματά τους χρησιμοποιούνται για να διασώσουν άμυαλους χρηματιστές.

Αυτές οι τρομακτικές αυξήσεις, όπως είναι κατανοητό, πηγαίνουν κατά τρόπο δυσανάλογο υπέρ των εκτελεστικών μελών και των διαπραγματευτών και όχι στους απλούς εργαζόμενους.

Στη συγκεκριμένη συγκυρία παρουσιάστηκαν ευκαιρίες πλουτισμού χωρίς προηγούμενο για τις μεγαλύτερες και ισχυρότερες τράπεζες όπως Goldman Sachs, J.P. Morgan Chase και Deutsche Bank οι οποίες εφάρμοσαν μια επιθετική στρατηγική αποκλεισμού των υπολοίπων ανταγωνιστών.

Δεν είναι καθόλου παράξενο που ο Άκκερμαν επαινεί τις κυβερνήσεις όλου του κόσμου για τα μέτρα στήριξης του τραπεζικού συστήματος και τις καλεί να εντατικοποιήσουν τα μέτρα αυτά ώστε να εξασφαλιστεί το συμφέρον των παγκόσμιων χρηματοπιστωτικών παικτών. Ποιο επομένως είναι το μέλλον του χρηματοπιστωτικού συστήματος; Σύμφωνα με αρκετούς αναλυτές αυτό που θα συμβεί θα είναι μια περαιτέρω συγκέντρωση και συγκεντροποίηση των διεθνών επενδυτικών τραπεζών. Πέντε με έξι παγκόσμιοι παίκτες θα κυριαρχήσουν στον πλανήτη. Θα δημιουργηθεί ένα νέο χρηματοπιστωτικό ολιγοπώλιο με άνευ προηγουμένου δυνατότητα πρόσβασης στα κρατικά χρηματοφυλάκια αλλά και στις τσέπες των φορολογουμένων. Θα είναι οι τράπεζες που θα καθορίζουν την κρατική οικονομική πολιτική ανεξαρτήτως τι χρώματος θα είναι η κυβέρνηση. Θα είναι οι τραπεζίτες που θα δίνουν τον τόνο της πολιτικής στην Ουάσιγκτον, στο Βερολίνο, στο Λονδίνο.

Οι διευθύνοντες σύμβουλοι των Goldman Sachs, J.P. Morgan Chase και Deutsche Bank, αναφορικά με την παρούσα κρίση, για την οποία έχουν τεράστια ευθύνη, τη βλέπουν ως μια ευκαιρία και προσπαθούν να την εκμεταλλευθούν στο έπακρο. Για τους εργαζόμενους, αυτό σημαίνει τεράστια εντατικοποίηση της εκμετάλλευσης της εργασίας τους και τη διάλυση όσων κοινωνικών κατακτήσεων έχουν απομείνει.

Ο παγκόσμιος χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός όχι δεν μεταβάλλεται, όχι δεν έχει καταρρεύσει, αλλά επανέρχεται δριμύτερος κάτω από την πλήρη υποστήριξη των δυτικών κυβερνήσεων...