Πέμπτη, 28 Μαΐου 2009

Η αβεβαιότητα για Συναλλαγματική Ισοτιμία και η συμβολή της στην Οικονομική Μεγέθυνση στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης και του ευρωπαϊκού κοινού νομίσματος .

Το επιχείρημα ότι η εξάλειψη του συναλλαγματικού κινδύνου θα οδηγήσει σε αύξηση της οικονομικής μεγέθυνσης καταλαμβάνει σημαντική θέση στις απόψεις που έχουν διατυπωθεί από τους οικονομικούς ιθύνοντες της ΕΕ[1] και έχουν γίνει αποδεκτές από τους ηγέτες των χωρών μελών.
Η άποψη αυτή θεωρητικά στηρίζεται στο νεοκλασικό υπόδειγμα ενδογενούς ανάπτυξης που αναφέρεται σε καταστάσεις δυναμικών οικονομιών κλίμακας[2].
Το υπόδειγμα υποστηρίζει ότι η εξάλειψη του συναλλαγματικού κινδύνου μειώνει το συστημικό κίνδυνο προκαλώντας μείωση του πραγματικού επιτοκίου. Αυτό προκαλεί συσσώρευση κεφαλαίου και αύξηση του ρυθμού μεγέθυνσης μετακινώντας την οικονομία σε υψηλότερη θέση ισορροπίας. Σε αντίθεση με το απλό νεοκλασικό υπόδειγμα , όπου η  νέα θέση ισορροπίας δεν μπορεί να διατηρηθεί μακροχρονίως , στο υπόδειγμα ενδογενούς ανάπτυξης η μείωση του επιτοκίου μπορεί να θέσει την οικονομία σε μόνιμη υψηλότερη πορεία μεγέθυνσης. Αυτό επιτυγχάνεται επειδή η αύξηση της συσσώρευσης του κεφαλαίου δημιουργεί επιδράσεις στην εκμάθηση των εργαζομένων , συσσωρεύονται επιπρόσθετες γνώσεις οι οποίες αυξάνουν την παραγωγικότητα της εργασίας και συνεπώς την παραγωγικότητα του αποθέματος κεφαλαίου ανά εργάτη.
Σύμφωνα με το παραπάνω σκεπτικό   δίνεται η εντύπωση ότι υπάρχει σοβαρή επίδραση της νομισματικής ένωσης στη μεγέθυνση της οικονομίας. Όμως καμία εμπειρική μελέτη δεν υπάρχει που να το επιβεβαιώνει. Είναι σχεδόν σίγουρο ότι οι πιθανές επιδράσεις της νομισματικής ένωσης στην οικονομική μεγέθυνση έχουν υπερτονιστεί. Έκτός της παντελούς έλλειψης εμπειρικών επιβεβαιωτικών στοιχείων έχουν διατυπωθεί και σημαντικά θεωρητικά επιχειρήματα που καταδεικνύουν την αδυναμία της συγκεκριμένης άποψης. Συγκεκριμένα:
-          Ακόμα και σε μια πλήρη νομισματική ένωση , όχι όπως αυτή της ζώνης του ευρώ – η αβεβαιότητα για τη συναλλαγματική ισοτιμία δεν μπορεί να εξαλειφθεί παντελώς.
-           Αν δεχθούμε ως υπόθεση ότι υπάρχει μείωση της αβεβαιότητας για τη συναλλαγματική ισοτιμία σε μια νομισματική ένωση , αυτό δεν σημαίνει ότι μπορεί να επέλθει μείωση του συστημικού κινδύνου. Η μικρότερη αβεβαιότητα για τη συναλλαγματική ισοτιμία μπορεί να αντισταθμιστεί από μεγαλύτερη αβεβαιότητα για κάποια άλλη αγορά πχ των  προϊόντων ή της αγοράς εργασίας.
-          Είναι γνωστόν ότι η μείωση της διακύμανσης της συναλλαγματικής ισοτιμίας (όπως και του πληθωρισμού) μειώνει την προσδοκώμενη αξία των μελλοντικών κερδών των επιχειρήσεων . Επομένως δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι η μείωση του κινδύνου από τη συναλλαγματική ισοτιμία θα τονώσει την επενδυτική δραστηριότητα.
-          Η μείωση των επιτοκίων ενώ αποτελεί (θεωρητικά) αναγκαία συνθήκη δεν αποτελεί ικανή συνθήκη για τη αύξηση των επενδύσεων. Οι αγορές Αποταμίευσης και Επένδυσης δεν συνδέονται μέσω του επιτοκίου όπως ισχυρίζεται η νεοκλασική οικονομική. Η απόφαση της επένδυσης εξαρτάται πρωταρχικά από την ύπαρξη θετικών προσδοκιών για την ύπαρξη της απαιτούμενης ενεργούς ζήτησης.


 Montlureview.gr  28.05.2009




[1] ΕΕ: Μια αγορά ένα νόμισμα 1990.
[2] Romer. P : Increasing Returns and Long- Term Growth. Journal of Political Economy. 1986.

Πέμπτη, 21 Μαΐου 2009

Αναθεώρηση του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης ή της Συνθήκης της ΕΕ;



Είναι γνωστόν ότι οι θεσμικές διατάξεις της ΕΕ προκύπτουν κατά κύριο λόγο από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ (Δεκέμβρης 1991) όπως αυτή συμπληρώθηκε για την οικονομική πολιτική από το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης , το οποίο υιοθετήθηκε στο Άμστερνταμ τον Ιούνιο του 1997 και διευκρινίστηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Λουξεμβούργου τον Δεκέμβρη του 1997.
Το θεωρητικό περιεχόμενο των βασικών αυτών θεσμικών διατάξεων συνίσταται αποκλειστικά από τις αντιλήψεις και τις κανονιστικές αρχές του προγράμματος των νεοκλασικών οικονομικών και της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας γενικότερα.
Δηλαδή η λειτουργία  της ΕΕ θεσμοθετήθηκε με την αποδοχή … μιας ιδιαίτερης οικονομικής θεωρίας  . Γεγονός πρωτοφανές στην ιστορία θέσμισης των δημοκρατικών κοινωνιών. Αλλά οι ιθύνοντες των Εθνικών Κυβερνήσεων που ψήφισαν  το συγκεκριμένο θεσμικό πλαίσιο , προχώρησαν ακόμα περισσότερο ποσοτικοποιώντας   επιλεγμένους  στόχους της οικονομικής πολιτικής (ενώ αδιαφόρησαν πχ για το ύψος της ανεργίας)  καθιστώντας τους σχεδόν αμετάκλητους εντός του συγκεκριμένου πλαισίου λειτουργίας της οικονομίας..
Θα πρέπει να πούμε στο σημείο αυτό, ότι η συγκεκριμένη οικονομική θεωρία που άρχισε να διαμορφώνεται τον 18ο αιώνα όχι μόνο δεν έπαψε να αμφισβητείται ως τέτοια αλλά σήμερα φαντάζει εντελώς διάτρητη τόσο όσον αφορά στο θεωρητικό της status  αλλά κυρίως λόγω της αμείλικτης πραγματικότητας , ιστορικής και εμπειρικής.
Όμως το πλέον σημαντικό είναι ότι στηρίζεται σε μια ιεράρχηση αξιών που είναι απολύτως σε αντίθετη κατεύθυνση με τις αρχές της δημοκρατίας και της πολιτικής κυριαρχίας  όπως αυτή  εκφράζεται από  τη λαϊκή  βούληση. Ο λόγος είναι απλός : στη θεωρία της οικονομίας της αγοράς κάθε χρήση της κυριαρχίας οδηγεί σε περιορισμό της οικονομικής αποτελεσματικότητας. Με απλά λόγια το οικονομικό επικρατεί του πολιτικού[1].   Δεν είναι η πολιτική , ούτε το δίκαιο , ούτε η σύγκρουση εκείνο που κυβερνά την κοινωνία , είναι η αγορά. Το κύριο αποτέλεσμα αυτής της προσέγγισης είναι ότι οδηγεί σε συνολική απόρριψη του πολιτικού[2].

Θα πρέπει να σημειώσουμε  στο σημείο αυτό ότι ολόκληρο το οικοδόμημα της ΕΕ, ενιαίος οικονομικός χώρος , ενιαίο νόμισμα , κτλ στηρίζεται  στη συνθήκη της δημιουργίας της ΕΕ ( Μάαστριχτ 1991) . Το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης (Άμστερνταμ , Ιούνιος 1997) καθορίζει απλά τη διαδικασία εποπτείας των δημοσιονομικών πολιτικών , οι οποίες είχαν ήδη καθορισθεί με απόλυτο ποσοτικό τρόπο από τη συνθήκη του Μάαστριχτ. Η όλη φιλοσοφία  της συνθήκης  της δημιουργίας της ΕΕ ( Μάαστριχτ 1991)  αποτελεί το σκληρό πυρήνα της όλης κατασκευής και για το λόγο αυτό αποτελεί και τη βάση της Συνθήκης της Λισσαβόνας (Δεκέμβρης 2007) για τη δημιουργία του Συντάγματος της ΕΕ. Συνεπώς όσοι αναφέρονται στη μεταρρύθμιση του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης ουσιαστικά εννοούν την αλλαγή της διαδικασίας εποπτείας των δημοσιονομικών πολιτικών  και τίποτε περισσότερο. Δεν αγγίζουν τον πυρήνα της νεοκλασικής προβληματικής η οποία ενυπάρχει και στηρίζεται στη συνθήκη του Μάαστριχτ  και ενσωματώνεται αυτούσια σε όλες τις επόμενες συνθήκες.
Το ουσιαστικό  ζήτημα που προκύπτει επομένως είναι η ύπαρξη περιθωρίων , αν υπάρχουν δηλαδή βαθμοί ελευθερίας για την μεταρρύθμιση στο δομημένο με τον συγκεκριμένο  αυτό τρόπο οικοδόμημα,.  Με διαφορετικό τρόπο ,αν υπάρχει δυνατότητα άλλης  πολιτικής επιλογής γεγονός το οποίο  αποτελεί την πεμπτουσία της δημοκρατικής διαδικασίας.
Με όσα  ισχύουν μέχρι σήμερα , θα πρέπει να συμφωνήσουν και οι 27 χώρες για αλλαγή της βασικής συνθήκης . Παράλληλα γίνεται εύκολα κατανοητό με βάση  την  κοινή λογική ,ότι  οποιαδήποτε αλλαγή στον πυρήνα του ευρωπαϊκού οικοδομήματος  σηματοδοτεί την ολοκληρωτική κατάρρευσή του και την αντικατάστασή του με άλλες αξιακές προκείμενες.  Στο συγκεκριμένο ερώτημα  πρέπει να απαντήσουν  οι πολιτικές δυνάμεις που επικαλούνται ,στη σημερινή συγκυρία, αλλαγές στη λειτουργία και στους θεσμούς της ΕΕ.  Στην αντίθετη περίπτωση…  «πάλι δημοκρατία ανάπηρη μας τάζουν». 


Montlyreview.gr 21.05.2009. 


[1] Δες : Κ.Μελάς , Ισχύς και Οικονομία . Ιστοχώρος CIPT.gr . Δεκέμβριος 2007.
[2] Δες: Κ.Μελάς , Η Σαστισμένη Ευρώπη . Εξάντας , Μάιος 2009. Κεφάλαιο 4.