Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2009

Η ελληνική οικονομία στο δρόμο της ύφεσης.




Η Ελληνική οικονομία , σιγά-σιγά αλλά σταθερά  εισήλθε , όπως άλλωστε ήταν αναμενόμενο , στη δίνη της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης[1]. Ήδη οι πρώτες αρνητικές  επιπτώσεις γίνονται εμφανείς στο σύνολο της οικονομικής δραστηριότητας της χώρας. Πρόκειται για δυσμενείς επιπτώσεις που αφορούν πρωτίστως στους δύο βασικότερους και πρωταρχικούς στόχους της οικονομικής πολιτικής[2] ,  στη σημαντικότατη μείωση του  ρυθμού μεγένθυσης της παραγωγής και  του εισοδήματος και στη δραματική αύξηση της ανεργίας.



Το 2009, αλλά και το 2010, θα είναι πολύ δύσκολα έτη για την ελληνική οικονομία και για τους έλληνες εργαζομένους. Σύμφωνα με τις προβλέψεις της ΕΕ η ελληνική οικονομία το 2009 θα αυξηθεί κατά 0,2 % έναντι 2,9% το 2008, 4,0% το 2008 και 4,5% το 2006[3]. Επομένως η ελληνική οικονομία θα υποστεί μείωση του ρυθμού μεγένθυσης του ΑΕΠ  κατά 2,7%  σε σχέση με το 2008 (όπου ο ρυθμός μεγένθυσης του ΑΕΠ είναι ο μικρότερος της τελευταίας δεκαετίας 2000-2009)  η οποία είναι ίση και ίσως μεγαλύτερη από τη μείωση που αντιστοιχεί   με το Μ.Ο των χωρών της ευρωζώνης. 
Αυτό σημαίνει ότι ενώ κατά το 2008 το ΑΕΠ αυξήθηκε σε απόλυτους αριθμούς κατά 6,846 δις ευρώ , το 2009 θα αυξηθεί (;) μόνο κατά 470 εκατομμύρια ευρώ . Δηλαδή θα επέλθει μια σημαντικότατη μείωση της αύξησης του ΑΕΠ επιφέροντας δυσμενείς εξελίξεις στο σύνολο των μακροοικονομικών μεγεθών.

Πίνακας 1
Ελλάδα: ΑΕΠ (αναθεωρημένο- σε δις ευρώ).

2006
213.207
2007
228.180
2008
245.449
2009(πρόβλεψη)
245.920

Πηγή : Υπουργείο Οικονομικών :Προϋπολογισμός 2009




Η στασιμότητα της ΑΕΠ θα έχει ως πρώτη και άμεση συνέπεια την άνοδο της ανεργίας η οποία θα αγγίξει το 9,0% το 2009 και το 9,4% το 2010 από το 8,3% το 2008 σύμφωνα με τις  προβλέψεις τις Ευρωπαϊκής Επιτροπής[4] . Δηλαδή περίπου 55000 νέοι άνεργοι θα προστεθούν στους ήδη υπάρχοντες ,το 2009,  ανεβάζοντας τον συνολικό αριθμό των ανέργων περίπου στους 470000. Το ΙΝΕ της ΓΣΣΕ/ΑΔΕΔΥ  υπολογίζει τους νέους ανέργους για το 2009 στον εφιαλτικό αριθμό των 100000 περίπου.
Με βάση τις διαθέσιμες ενδείξεις , εκτιμάται ότι το 2009 θα ανακοπεί και η ανοδική τάση της απασχόλησης (2007: σύνολο απασχολουμένων 4701700) που καταγράφηκε τα τελευταία χρόνια. Ειδικότερα σε επιμέρους κλάδους (π.χ εξαγωγικές μεταποιητικές επιχειρήσεις, επιχειρήσεις εισαγωγικού εμπορίου , κατασκευαστικές , τουριστικές και χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις) ή κατηγορίες εργαζομένων (όπως προσωρινά απασχολούμενοι ή μετανάστες εργαζόμενοι) η απασχόληση ενδέχεται να μειωθεί.
Το ποσοστό ανεργίας ενδέχεται να μην αυξηθεί σημαντικά δεδομένου ότι ο ετήσιος ρυθμός ανόδου του εργατικού δυναμικού έχει υποχωρήσει στο 0,6% την τελευταία τετραετία , ενώ ήταν υψηλότερος του 1,0% την περίοδο 1988-2004.[5]
Τα πραγματικά στοιχεία που ανακοίνωσε η Eurostat ( Μάρτιος 2009) δείχνουν αύξηση του ποσοστού ανεργίας το Δεκέμβριο του 2008 στο 8,9% , έναντι 7,8% το Νοέμβριο του 2008 και 7,4% τον Οκτώβριο του ιδίου έτους. Στην Ευρωζώνη το ποσοστό ανεργίας ήταν 8,0% το Δεκέμβριο του 2008 και 7,4% στην ΕΕ-27. Επίσης  ρεκόρ απολύσεων σημειώθηκε τον περασμένο Δεκέμβριο, σύμφωνα με το Στατιστικό Δελτίο Οικονομικής Συγκυρίας της Τραπέζης της Ελλάδος. Τα στοιχεία για τις ροές της μισθωτής απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα καταδεικνύουν ότι οι καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας τον περασμένο Δεκέμβριο αυξήθηκαν κατά 17%, ενώ χάθηκαν 4.023 περισσότερες θέσεις εργασίας από αυτές το 2007. Επίσης, τον τελευταίο μήνα του 2008 έγιναν 12,9% λιγότερες προσλήψεις έναντι του αντίστοιχου μήνα του 2007, ενώ η ίδια αυξητική τάση στις απολύσεις καταγράφεται και τους τρεις τελευταίους μήνες του χρόνου. Όπως προκύπτει από το δελτίο, η πτώση στην απασχόληση άρχισε να καταγράφεται από τον Αύγουστο. Η εικόνα είναι αρκετά μετριοπαθής και δεν αποδίδει το βάθος του προβλήματος. Όπως σημειώνεται και στην υποσημείωση των στοιχείων, δεν καταγράφονται πλήρως ούτε οι οικειοθελείς αποχωρήσεις, στις οποίες για τον μήνα Δεκέμβριο εμφανίζεται μείωση 6,1%, ούτε η απώλεια θέσεων εργασίας στους αυτοαπασχολουμένους, οι οποίοι δεν δηλώνονται, έτσι ή αλλιώς, στον ΟΑΕΔ, διότι δεν δικαιούνται επίδομα ανεργίας.

Πίνακας 2


Προβλέψεις της ΕΕ για την Ελληνική Οικονομία.
(Ρυθμός μεταβολής. Ποσοστό επί του ΑΕΠ).


2007
2008
2009
2010

ΑΕΠ

4,0
2,9
0,2
0,7
Πληθωρισμός
3,0
4,2
2,5
2,7
Ανεργία
8,3
8,3
9,0
9,4
Δημοσιονομικό Έλλειμμα
-3,5
-3,4
-3,7
-4,2
Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών
-14,0
-13,4
-12,8
-13,2

Πηγή: European Commission. Interim Forecast January 2009.



Το δημοσιονομικό έλλειμμα για το 2008 ανήλθε στο 3,7% του ΑΕΠ ,αντί στόχου 2,5%.
Δηλαδή παρουσίασε αύξηση κατά 5,6 δις ευρώ φθάνοντας τα 13,91 δις ευρώ έναντι στόχου 8,3 δις . Τα έσοδα ανήλθαν σε 51,66 δις ευρώ αυξημένα κατά 5,1% έναντι στόχου 10,1%. Θα έπρεπε να φτάσουν τα 55,52 δις ευρώ. Παρουσιάστηκαν απώλειες 3,9δις ευρώ από τη μεριά των εσόδων. Οι δαπάνες αυξήθηκαν το 2008 κατά 9,3% έναντι στόχου 8,5% . Αυτό σημαίνει δαπάνες αυξημένες κατά 2,0 δις ευρώ.
Οι δαπάνες για δημόσιες επενδύσεις  αυξήθηκαν κατά 9,25% και ανήλθαν σε 9624 δις ευρώ.

Το δημόσιο χρέος της Κεντρικής Κυβέρνησης το 2008 αυξήθηκε κατά 10,2% ,( από 237742  δις ευρώ ή 104,2% του ΑΕΠ   σε 262071 δις ευρώ ή 107,0% του ΑΕΠ).  Στόχος για το 2008 ήταν τα 257929 δις ευρώ (υπέρβαση κατά 4,14 δις ευρώ ή 1,7% του ΑΕΠ). Για το 2009 στόχος είναι 271956 δις ευρώ δηλαδή το 110,5% του ΑΕΠ.    Η αύξηση του Δημοσίου χρέους ήταν διπλάσια από την αύξηση του δημοσιονομικού ελλείμματος γεγονός που δείχνει ότι το δημοσιονομικό έλλειμμα είναι πολύ μεγαλύτερο από το εμφανιζόμενο. Συγκεκριμένα η αύξηση του χρέους της Κεντρικής Κυβέρνησης ήταν 24,3 δις ευρώ ενώ η αντίστοιχη αύξηση του δημοσιονομικού ελλείμματος ήταν 13,9 δις ευρώ.   
Στον προϋπολογισμό του 2009, οι δανειακές ανάγκες του δημοσίου ήταν 40,7 δις ευρώ. Με το έλλειμμα του προϋπολογισμού του 2008 να αποκλίνει κατά 5,6 δις ευρώ θα φθάσουν τα 46 δις ευρώ. Στο ποσό αυτό θα πρέπει να προστεθούν τα δάνεια των Νοσοκομείων , τις υποχρεώσεις προς την Τοπική Αυτοδιοίκηση και τις κατασκευαστικές εταιρείες   που υπολογίζονται σε 10,8 δις ευρώ.
Μέχρι τα μέσα Μαρτίου το ελληνικό δημόσιο έχει δανειστεί 26,0 δις ευρώ. Στην έκδοση του δεκαετούς ομολόγου (Μάρτιος 2009) ποσού 7,5 δις ευρώ το επιτόκιο ήταν 6,0%.


Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών αποτελώντας, in senso lato, τον καθρέπτη της ελληνικής οικονομίας , απεικονίζει τα σοβαρά προβλήματα της. Το έλλειμμα του Ισοζυγίου Τρεχουσών Συναλλαγών τη διετία 2007-8 έφθασε το 14,0% του ΑΕΠ . Βέβαια παρουσιάζει μια έντονα αυξητική τάση , στην κυριολεξία ένα άλμα από το 2000 την περίοδο προετοιμασίας και  ένταξης της Ελλάδος στη ζώνη του ευρώ. Η αναμενόμενη μικρή μείωση το 2009 εξηγείται λόγω της παγκόσμιας κρίσης και της συνεπαγόμενης ύφεσης.
Η εξάρτησή της ελληνικής οικονομίας  από την εξωτερική χρηματοδότηση αποτελεί έναν απόλυτο περιοριστικό παράγοντα που δεν τη βοηθά στην παρούσα συγκυρία. Η ελληνική οικονομία δεν θα μπορέσει να «ορθοποδήσει» εύκολα, αν δεν αλλάξει η κατάσταση με τα ελλείμματά της (δημοσιονομικό 3,2% του ΑΕΠ το 2008  και τρεχουσών συναλλαγών 14,0% του ΑΕΠ ), αλλά και το υπέρογκο χρέος της.(περίπου στο 100,0% του ΑΕΠ μετά την αναπροσαρμογή του τελευταίου). Η εξάρτηση αυτή με δεδομένη την χρηματοπιστωτική κρίση αυξάνει τον όγκο αλλά και το  κόστος του δημόσιου δανεισμού που απαιτείται για την χρηματοδότηση των ελλειμμάτων.

Η ρευστότητα εξακολουθεί να αποτελεί το μείζον πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας . Το χρηματοπιστωτικό σύστημα αδυνατεί (λόγω του συγκεκριμένου τρόπου ρύθμισης της λειτουργίας του ) να δώσει ώθηση στην οικονομική δραστηριότητα μέσω της απαιτούμενης πιστωτικής επέκτασης. Η παρακράτηση της ρευστότητας από το τραπεζικό σύστημα αλλά και από όσους κατέχουν ρευστότητα αποτελεί χαρακτηριστικό μιας οικονομίας που βρίσκεται σε «παγίδα ρευστότητας».
 Το χρηματοπιστωτικό σύστημα της χώρας εξακολουθεί να ενδιαφέρεται αποκλειστικά για την επιβίωσή του και τα συμφέροντα των μετόχων του δείχνοντας μια εκπληκτικά μυωπική αντιμετώπιση της πραγματικής οικονομικής κατάστασης . Μέχρι το πρώτο δεκαήμερο του Μαρτίου 2009 οι Ελληνικές Τράπεζες είχαν απορροφήσει το 33,0% των 28 δις ευρώ  ή 9,13 δις ευρώ που τους έχει προσφέρει ως δανειακή βοήθεια το ελληνικό δημόσιο.
Παρόλα αυτά  στασιμότητα καταγράφηκε στη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών τον μήνα Ιανουάριο, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΤτΕ, που δείχνουν μηδενική σχεδόν αύξηση των υπολοίπων των δανείων. Είναι χαρακτηριστικό ότι για πρώτη φορά τα τελευταία χρόνια, μετά τις προσαρμογές για διαγραφές δανείων και συναλλαγματικές διαφορές, καταγράφεται μείωση (-0,1%) στο ρυθμό χρηματοδότησης του ιδιωτικού τομέα, έναντι αύξησης 16,4% τον μήνα Δεκέμβριο του 2008 και 21,5% το 2007. Ο δανεισμός του ιδιωτικού τομέα διαμορφώθηκε στο τέλος Ιανουαρίου στα 250,2 δισ. ευρώ, ενώ χωρίς τα εταιρικά ομόλογα, το χρέος των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών συγκρατήθηκε στα 226,7 δισ. ευρώ, καταγράφοντας αύξηση μόλις κατά 0,4% σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2008.Η καθίζηση της ζήτησης τον Ιανουάριο οδήγησε σε περιορισμό της πιστωτικής επέκτασης στο 14,5% σε ετήσια βάση, από 15,1% τον προηγούμενο μήνα. Τη μεγαλύτερη υποχώρηση του ρυθμού πιστωτικής επέκτασης εμφανίζει ο δανεισμός προς τα νοικοκυριά, που περιορίστηκε στο 11,8% (από 12,8% τον Δεκέμβριο), ενώ στο 17,5% διαμορφώθηκε ο ρυθμός της πιστωτικής επέκτασης προς τις επιχειρήσεις (από 17,7% τον Δεκέμβριο). Από το συνολικό χρέος των 226,7 δισ. ευρώ, τα 117,2 δισ. ευρώ είναι δάνεια των επιχειρήσεων προς τις τράπεζες, τα υπόλοιπα των οποίων, λόγω κυρίως των χρηματοδοτήσεων του ΤΕΜΠΜΕ, αυξήθηκαν κατά 1,5 δισ. ευρώ στο τέλος Ιανουαρίου. Στα 109,4 δισ. ευρώ ανήλθαν τα υπόλοιπα των δανείων των νοικοκυριών, παρουσιάζοντας αύξηση μόλις κατά 68,8 εκατ. ευρώ σε σχέση με τον Δεκέμβριο. Ο ρυθμός αύξησης των υπολοίπων στεγαστικών δανείων σε ετήσια βάση υποχώρησε τον Ιανουάριο στο 10,6%, ενώ σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα αυξήθηκε οριακά κατά 0,2%, καταγράφοντας ουσιαστικά αύξηση των υπολοίπων μόλις κατά 112,7 εκατ. ευρώ. Αντίστοιχη είναι και η εικόνα που προκύπτει για την καταναλωτική πίστη, ο ρυθμός αύξησης της οποίας περιορίστηκε στο 14,7% σε ετήσια βάση και σε 0,1% σε μηνιαία βάση. Ουσιαστικά πρόκειται για μείωση, αφού τα υπόλοιπα των καταναλωτικών δανείων αυξήθηκαν μόλις κατά 14,3 εκατ. ευρώ, ενώ εάν προστεθεί και η κατηγορία των λοιπών δανείων, που αφορά σε ανοιχτά δάνεια τα οποία μειώθηκαν από 3,068 εκατ. σε 3,010 εκατ. ευρώ, τα συνολικά υπόλοιπα περιορίστηκαν στα 39,5 δισ. ευρώ.
Παράλληλα οι ληξιπρόθεσμες οφειλές δεν εξυπηρετούνται και οι ακάλυπτες επιταγές κυριαρχούν. Έτσι σε 222,3 εκατ. ευρώ ανήλθε η αξία των ακάλυπτων επιταγών τον Φεβρουάριο του 2009, σημειώνοντας μείωση κατά 1,86% σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα του τρέχοντος έτους και αύξηση κατά 229,2% συγκριτικά με τον Φεβρουάριου του 2008, σύμφωνα με στοιχεία της εταιρείας Τειρεσίας ΑΕ. Σε τεμάχια οι ακάλυπτες επιταγές ανήλθαν τον Φεβρουάριο του 2009 σε 22.376 σημειώνοντας αύξηση 4,76%. Το πρώτο δίμηνο του έτους οι ακάλυπτες επιταγές ανήλθαν σε 43.736 και σε αξία 448,8 εκατ. ευρώ.
Η κατανομή του παραχθέντος εισοδήματος έγινε πιο άνιση την περίοδο που συζητάμε. Το εισόδημα συγκεντρώθηκε σε λιγότερα χέρια ανοίγοντας την ψαλίδα. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat ο διαρθρωτικός δείκτης ανισότητας που είναι ο λόγος του εισοδήματος των 20% πιο εύπορων προς το εισόδημα των 20% λιγότερο εύπορων για την Ελλάδα, είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος στην ΕΕ-15 ανερχόμενος το 2003 στο 6,6. Αντίστοιχα ο ίδιος δείκτης το 1993 ήταν στο 6,5. Επίσης η εξέλιξη του μεριδίου της εργασίας στο σύνολο της οικονομίας (ΑΕΠ) αλλά και στον επιχειρηματικό τομέα, παρουσιάζει μακροχρόνια πτωτική τάση. Συγκεκριμένα το μερίδιο των αμοιβών εργασίας στο ΑΕΠ, από 86% στη δεκαετία του 1960 και 72% στην αντίστοιχη του 1980 σήμερα κυμαίνεται στο 63,8%. Στην ΕΕ σήμερα οι αμοιβή της εργασίας ανέρχεται στο 68% [6] . Επίσης το 20% του ελληνικού πληθυσμού βρίσκεται στα όρια της φτώχειας πάντοτε σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat για το έτος 2003, καταλαμβάνοντας τη δεύτερη θέση μαζί με την Πορτογαλία. Στην πρώτη θέση βρίσκεται η Ιρλανδία με 21%. Την ίδια στιγμή, ο φτωχός της Ελλάδος είναι ίσως ο φτωχότερος στην Ευρώπη των πρώην 15.
Σύμφωνα με την ΕΕ αλλά και πολλούς παράγοντες που ακολουθούν άκριτα τα ευρωπαϊκά κελεύσματα ,στην Ελλάδα, δεν υπάρχουν δυνατότητες επαρκούς δημοσιονομικής επέκτασης, τόσο λόγω υψηλού χρέους όσο και λόγω των επανειλημμένων παραβιάσεων του ορίου του 3% για το δημοσιονομικό έλλειμμα (μόνον το 2006 επετεύχθη ο στόχος), που αποκλείουν μια πιθανή χαλάρωση του Συμφώνου Σταθερότητας & Ανάπτυξης μετά το 2009.
Πρόκειται για το μεγαλύτερο πολιτικό σφάλμα που θα οδηγήσει την ελληνική οικονομία ακόμα περισσότερο στη βαθιά ύφεση και ίσως στην κατάρρευση.
 Το ουσιαστικό ερώτημα είναι όχι το αν η ΕΕ θα αποφασίσει την τήρηση των κανόνων του Συμφώνου αλλά γιατί συνεχίζει να τίθεται ως θέμα συζήτησης εν μέσω μιας βαθιάς παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Οι ιθύνοντες της ΕΕ  όχι μόνο δεν προέβλεψαν έγκαιρα τις επιπτώσεις της αμερικάνικης χρηματοπιστωτικής κρίσης στην Ευρώπη αλλά συνεχίζουν  ακόμα και σήμερα να θέλουν τη σχεδόν τυφλή εφαρμογή του νεοφιλελευθερισμού στην Ε.Ε., την οποία  πληρώνουν ακριβά σήμερα οι ευρωπαϊκές οικονομίες . Οι Αλμούνια και Γιούνκερ αναγνώρισαν ότι «έπεσαν έξω». Όμως αυτό δεν τους οδηγεί να αναγνωρίσουν ότι τα θεωρητικά και ιδεολογικά εργαλεία στα οποία στήριξαν τις πολιτικές τους είναι λανθασμένα. Ανέκαθεν ισχυριζόμουν ότι η οικονομική πολιτική που ασκείται στην ΕΕ , στηριζόμενη σε συγκεκριμένους γραφειοκρατικούς και άκαμπτους θεσμικούς μηχανισμούς (ΕΚΤ, Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης κτλ) είναι περισσότερο νεοφιλελεύθερη από την αντίστοιχη των ΗΠΑ. Μεσούσης της κρίσης αυτό γίνεται σαφέστερο. Το ερώτημα είναι αν πρέπει να επιβιώσουν πρωτίστως οι οικονομίες των ευρωπαϊκών χωρών . Αν η απάντηση είναι ναι τότε όλες οι ενστάσεις και οι ιδεοληψίες περνούν στο περιθώριο. Η διάσωση δεν μπορεί να γίνει με τους όρους που προκάλεσαν την καταστροφή. Δεν είναι δυνατόν να βγει μια οικονομία από την ύφεση χωρίς επεκτατική δημοσιονομική πολιτική. Δεν υπάρχει ιστορικό προηγούμενο.
Δεν είναι αρκετή η επικαλούμενη  ανακατανομή των δαπανών. Είναι απολύτως σωστό ότι η κατανομή των πόρων οφείλει να γίνεται σύμφωνα με ένα δημοσιοποιημένο σχέδιο βασισμένο σε μια ανάλυση κόστους – οφέλους με συγκεκριμένες προτεραιότητες και χωρίς να υποκύπτει στις πέσεις συγκεκριμένων ομάδων και συμφερόντων. Όμως απαιτείται, επίσης, επιτάχυνση και αύξηση  των επενδύσεων με την αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων και των ΣΔΙΤ. Επίσης απαιτείται η αύξηση του εισοδήματος των πολιτών με υψηλή ροπή προς κατανάλωση (π.χ. χαμηλοσυνταξιούχοι), αναδιάρθρωση του φορολογικού μηχανισμού, ενίσχυση της διαφάνειας, χρήση νέων τεχνολογιών και καταπολέμηση της διαφθοράς.. Αναγκαία είναι επίσης, η συνέχιση της πιστωτικής επέκτασης προς τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις (αναμένεται ρυθμός μόνον 5% το 2009). Ο φόβος για τυχούσες επιπτώσεις εκ μέρους της ΕΕ για  υπέρβαση του ελλείμματος δεν μπορεί να αποτελέσει πρόφαση για την προσπάθεια διάσωσης της χώρας.
Monthlyreview.gr  17.03.2009



[1] Έχω αναφερθεί για τα χαρακτηριστικά της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και τις επιπτώσεις της στην ελληνική οικονομία στα παρακάτω κείμενα:
-Απορύθμιση και χρηματοπιστωτική κρίση. Ιστοχώρος MR. gr 21.03.2008.
-Η κρίση προ των πυλών της οικονομίας. Περιοδικό Μηνιαία Επιθεώρηση Νο 45. Σεπτέμβριος 2008.
-Η παρούσα χρηματοπιστωτική κρίση: διακριτά χαρακτηριστικά. Εφημερίδα Αριστερά 03.10.2008.
-Η ύφεση εμφανίζεται πρώτα στην ευρωζώνη. Ιστοχώρος MR. gr 07.10.2008.
-Η επερχόμενη βαθιά κρίση της ελληνικής οικονομίας. Περιοδικό Στροφή Νο25. Νοέμβριος 2008.
-Σκέψεις για την παρούσα οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση. Περιοδικό Εκτός Γραμμής .Νο 21 .Νοέμβρης 2008.
-Στη δίνη της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Περιοδικό Νέος Αγωνιστής Νο 5. Δεκέμβριος 2008.
-Οι άμεσοι συνυπεύθυνοι της παρούσας χρηματοπιστωτικής κρίσης. Ιστοχώρος MR. gr 11.11.2008.
-Τα διεθνή φληναφήματα για την επίλυση της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Ιστοχώρος MR. gr 18.11.2008.
-Η παρούσα κρίση της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας. Ιστοχώρος  MR. gr 15.01.2009.
-Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση, η ΕΕ και η ελληνική οικονομία. Περιοδικό Μηνιαία Επιθεώρηση , Νο 49. Ιανουάριος 2009.
-Το σύμφωνο σταθερότητας και η επιτήρηση της ελληνικής οικονομίας. Περιοδικό Στροφή Νο26 .Δεκέμβρης 2008-Ιανουάριος 2009.
Επίσης το 18ο Κεφάλαιο του βιβλίου μου «Εισαγωγή στην Τραπεζική Χρηματοοικονομική Διοικητική»Εξάντας 2009(Δεύτερη έκδοση) διαπραγματεύεται «Τις σύγχρονες χρηματοπιστωτικές κρίσεις».  Συνολικά διαπραγματεύομαι το θέμα στο υπό έκδοση βιβλίο μου : «Οι σύγχρονες χρηματοπιστωτικές κρίσεις του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος 1971-2009» .ΑΑ.Λιβάνης 2009.

[2]Στο πλαίσιο της οικονομικής θεωρίας η επίτευξη της κοινωνικής ευημερίας συγκεκριμενοποιείται στους γνωστούς στόχους της οικονομικής πολιτικής:
  • -πλήρης απασχόληση του εργατικού δυναμικού.
  • -υψηλός ρυθμός οικονομικής μεγένθυσης
  • -σταθερότητα του γενικού επιπέδου τιμών
  • -προσαρμογή του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών(ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών).
  • -μείωση των ανισοτήτων στην κατανομή του εισοδήματος.
[3] European Commission- Interim Forecast January 2009  και  European Economy No 6 Autumn 2008.
[4] Δες υποσημείωση 2.  
[5] Τράπεζα της Ελλάδος, Ενδιάμεση Έκθεση για την Νομισματική Πολιτική. Φεβρουάριος 2009.
[6] Έκθεση ΙΝΕ για το 2004.

Τετάρτη, 11 Μαρτίου 2009

Το Σύμφωνο Σταθερότητας και …η επιτήρηση της ελληνικής οικονομίας.





ΣΤΙΣ 18 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα ξεκαθαρίσει τη στάση της για τις χώρες της ευρωζώνης που έχουν υπερβολικό έλλειμμα, δίνοντας έτσι συνέχεια στις τελευταίες αναθεωρημένες προβλέψεις της  Δευτέρας 19.01.2009.
Η ευρωζώνη έχει εισέλθει σε ύφεση πρώτη φορά από την ίδρυσή της το 1999.
 Πέντε μέλη της (Ιρλανδία, Ελλάδα, Ισπανία, Γαλλία, Μάλτα) παρουσιάζουν το 2008 δημόσιο έλλειμμα άνω του ορίου του 3% του ΑΕΠ, στις οποίες αναμένεται να προστεθούν το 2009 και άλλες 3 χώρες (Ιταλία, Πορτογαλία, Σλοβενία).
Τα πράγματα επιδεινώνονται ακόμη περισσότερο το 2010, δεδομένου ότι προβλέπεται να παρουσιάσουν υπερβολικό έλλειμμα άλλες 4 χώρες (Βέλγιο, Γερμανία, Αυστρία, Σλοβακία), ενώ σύμφωνα ,πάντα με τις προβλέψεις ,θα εξέλθουν δύο (Σλοβενία, Μάλτα). Επομένως το 2010, 10 από τα 16 κράτη-μέλη της ευρωζώνης, μεταξύ των οποίων η Γερμανία, η Γαλλία, η Ιταλία και η Ισπανία, αναμένεται ότι θα έχουν υπερβολικό έλλειμμα.
Η ΕΕ  δεν πρόκειται να ξεχάσει το Σύμφωνο Σταθερότητας στις συστάσεις που θα κάνει στο Ecofin της 10ης Μαρτίου. Απόδειξη οι δηλώσεις της τριάδας Αλμούνια- Γιούνκερ-Τρισέ ότι δεν τίθεται θέμα μη εφαρμογής του Συμφώνου, με την απαιτούμενη, φυσικά, λόγω κρίσης, ευελιξία... Από εκεί και πέρα, Η ΕΕ θα απευθύνει συστάσεις, φροντίζοντας να μην πιάσει από το λαιμό καμία κυβέρνηση, και θα αναληφθούν δεσμεύσεις, υπό τη μορφή υποσχέσεων. Με το παιχνίδι που θα παιχθεί θα επιδιωχθεί να βγει προς τα έξω ότι εφαρμόζεται το Σύμφωνο. Στη συνέχεια, όλα θα πάνε χαλαρά.



Το ουσιαστικό ερώτημα είναι όχι το αν η ΕΕ θα αποφασίσει την τήρηση των κανόνων του Συμφώνου αλλά γιατί συνεχίζει να τίθεται ως θέμα συζήτησης εν μέσω μιας βαθιάς παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Οι ιθύνοντες της ΕΕ  όχι μόνο δεν προέβλεψαν έγκαιρα τις επιπτώσεις της αμερικάνικης χρηματοπιστωτικής κρίσης στην Ευρώπη αλλά συνεχίζουν  ακόμα και σήμερα να θέλουν τη σχεδόν τυφλή εφαρμογή του νεοφιλελευθερισμού στην Ε.Ε., την οποία  πληρώνουν ακριβά σήμερα οι ευρωπαϊκές οικονομίες . Οι Αλμούνια και Γιούνκερ αναγνώρισαν ότι «έπεσαν έξω». Όμως αυτό δεν τους οδηγεί να αναγνωρίσουν ότι τα θεωρητικά και ιδεολογικά εργαλεία στα οποία στήριξαν τις πολιτικές τους είναι λανθασμένα. Ανέκαθεν ισχυριζόμουν ότι η οικονομική πολιτική που ασκείται στην ΕΕ , στηριζόμενη σε συγκεκριμένους γραφειοκρατικούς και άκαμπτους θεσμικούς μηχανισμούς (ΕΚΤ, Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης κτλ) είναι περισσότερο νεοφιλελεύθερη από την αντίστοιχη των ΗΠΑ. Μεσούσης της κρίσης αυτό γίνεται σαφέστερο. Το ερώτημα είναι αν πρέπει να επιβιώσουν πρωτίστως οι οικονομίες των ευρωπαϊκών χωρών . Αν η απάντηση είναι ναι τότε όλες οι ενστάσεις και οι ιδεοληψίες περνούν στο περιθώριο. Η διάσωση δεν μπορεί να γίνει με τους όρους που προκάλεσαν την καταστροφή.

Το πραγματικό αντικείμενο των επερχόμενων ευρωεκλογών δεν μπορεί παρά να είναι α)το άνοιγμα της συζήτησης για τον απολογισμό της ένταξης της χώρας μας κατ’ αρχάς στη ζώνη του ευρώ και
Β) η συζήτηση για αυτό καθ’ αυτό το ευρωπαϊκό μόρφωμα .



Τώρα η ελληνική οικονομία αρχίζει να γεύεται τους πρώτους καρπούς της κρίσης. Παρά τα αλλεπάλληλα μηνύματα τουλάχιστον τα τελευταία δύο έτη , οι ιδεοληψίες περί την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης , δεν επέτρεψαν να αντιληφθεί τα επερχόμενα.
Προβάλλοντας ως αδιάψευστο μάρτυρα των επιτυχιών της το ρυθμό μεγένθυσης του ΑΕΠ , αδιαφόρησε παντελώς για την εξέλιξη άλλων σημαντικών μακροοικονομικών δεικτών , όπως το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, το δημόσιο χρέος και το πλέον σημαντικό ,την συνεχώς μειούμενη παραγωγική βάση της ελληνικής οικονομίας [1] . Η συνεχώς μειούμενη παραγωγική βάση και η αδυναμία επέκτασης της είναι ένας από τους βασικούς λόγους που  κατέστησαν ως αιχμή του δόρατος της ελληνικής οικονομίας το χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Το 2009 αλλά και το 2010 θα είναι πολύ δύσκολα έτη για την ελληνική οικονομία και για τους έλληνες εργαζομένους. Σύμφωνα με τις προβλέψεις της ΕΕ η ελληνική οικονομία το 2009 θα αυξηθεί κατά 0,2 % έναντι 2,9% το 2008, 4,0% το 2008 και 4,5% το 2006. Επομένως η ελληνική οικονομία θα υποστεί μείωση του ρυθμού μεγένθυσης κατά 2,7% η οποία είναι ίση με το Μ.Ο των χωρών της ευρωζώνης.
Αυτό σημαίνει ότι ενώ κατά το 2008 το ΑΕΠ αυξήθηκε σε απόλυτους αριθμούς κατά 6,846 δις ευρώ , το 2009 θα αυξηθεί μόνο κατά 470 εκατομμύρια ευρώ . Δηλαδή θα επέλθει μια σημαντικότατη μείωση της αύξησης του ΑΕΠ.
Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών θα συνεχίσει να κυμαίνεται στο πολύ υψηλό  13,0% του ΑΕΠ , παρόλη τη μείωση της εξωτερικής ζήτησης λόγω κρίσης υπογραμμίζοντας την εγγενή αδυναμία των μικρών χωρών της ΕΕ όπως η Ελλάδα να αντεπεξέλθουν σε οικονομικά περιβάλλοντα δομημένα στα μέτρα μεγάλων και ισχυρών οικονομιών όπως η Γερμανία ή χωρών με διαφορετική  ιστορικά οικονομική , κοινωνική και πολιτιστική δομή  όπως η Σουηδία ή Ολλανδία.
Αυτό δεν σημαίνει την απαλλαγή  των ελληνικών κυβερνήσεων (1996-2009)  που δεν θέλησαν να αντιληφθούν αυτά τα προβλήματα  βαδίζοντας  μόνο με  την πυξίδα της ΕΕ.
Το δημόσιο χρέος  θα ανέλθει στο 96,2% του ΑΕΠ δημιουργώντας προβλήματα στην αναχρηματοδότηση του λόγω των υψηλών περιθωρίων δανεισμού.
Όμως το μεγαλύτερο πρόβλημα θα είναι η άνοδος της ανεργίας η οποία θα αγγίξει το 9,0% το 2009 και το 9,4% το 2010 από το 8,3% το 2008. Δηλαδή περίπου 100000 εργαζόμενοι θα χάσουν τη δουλειά τους.




Monthlyreview.gr  22.01.2009


[1]Τα ζητήματα αυτά επεξεργάζομαι στο νέο βιβλίο μου «Η Σαστισμένη Ευρώπη» Εξάντας , Απρίλιος του 2009.

Τρίτη, 10 Μαρτίου 2009

Απαιτείται Κριτική Αποτίμηση της Ένταξης της Ελλάδος στην Ευρωζώνη.



Το πραγματικό αντικείμενο των επερχόμενων ευρωεκλογών δεν μπορεί παρά να είναι:
1)το άνοιγμα της συζήτησης για τον απολογισμό της ένταξης της χώρας μας κατ’ αρχάς στη ζώνη του ευρώ· και 2) η συζήτηση για αυτό καθ’ αυτό το ευρωπαϊκό μόρφωμα[1] .

Μέχρι σήμερα στην Ελλάδα δεν έχει γίνει καμιά σοβαρή και διαρκής συζήτηση για το φλέγον θέμα της ευρωπαϊκής ενοποίησης , για το ποιες δυνάμεις για ποιους λόγους το προωθούν και ποιες γιατί ενδεχομένως θα τη ματαιώσουν, για τις συναφείς ελληνικές απόψεις και προτάσεις και για τη θέση του ελληνικού έθνους μέσα σ’ αυτές τις εξαιρετικά αντιφατικές διαδικασίες.
Παρά τα όσα περίμεναν πολλοί το έθνος κράτος δεν διαλύεται μέσα σε υπερεθνικά μορφώματα όπως αυτό της ΕΕ. Απλούστατα αναλαμβάνει ένα νέο ιστορικό ρόλο , λίγο ή πολύ διαφορετικό από εκείνο που είχε στο απώτερο παρελθόν. Πρωταρχικό του μέλημα είναι η εξασφάλιση μιας θέσης μέσα στο νέο ανταγωνιστικό περιβάλλον του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος. Ανάλογα με τις δυνατότητες του οι οποίες απορρέουν από την γεωπολιτική του θέση και την γεωοικονομική του ισχύ  και ειδικά όταν αυτές βρίσκονται σε φθίνουσα κατάσταση , ο αγώνας του στην κυριολεξία μπορεί να μετατραπεί σε αγώνα επιβίωσης.
 Στο μέσον μιας τεράστιας παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και με αφορμή τις επερχόμενες ευρωεκλογές παρουσιάζεται μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία να γίνει μια ουσιαστική αποτίμηση της συμμετοχής της Ελλάδος στην ΕΕ αλλά και στη ζώνη του Ευρώ.
Η είσοδος της Ελλάδος στην ΕΟΚ το 1981 αλλά και η ένταξη στην ευρωζώνη (2002), μέσω της παθητικής αποδοχής των Συνθηκών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (1992) , Άμστερνταμ (1997) και Νίκαιας (2001) αποτέλεσαν στρατηγικές επιλογές των πολιτικών και οικονομικών ελίτ με τη σύμφωνη γνώμη της μεγάλης πλειοψηφίας του ελληνικού λαού. Η μεγάλη ευφορία που παρατηρήθηκε δεν ήταν αποτέλεσμα εντέχνως δημιουργημένο μέσω της χειραγώγησης της κοινής γνώμης αλλά σε μεγάλο βαθμό αντανακλούσε θετικές προσδοκίες του ελληνικού λαού.
Ο «ευρωπαϊκός προσανατολισμός» της χώρας επιλέχτηκε ως κυρίαρχη και ευρύτερα αποδεκτή εθνική πολιτική και κατέληξε στην οργανική ένταξή της σε μια οικονομικά «ενοποιημένη» Ευρώπη πιστεύοντας ότι με τη βοήθειά της και την οικονομία της θα εκσυγχρόνιζε (καθιστώντας την ισχυρή και ανταγωνιστική) και την ακεραιότητά της θα διασφάλιζε – θα έλυνε δηλαδή το πρόβλημα της εθνικής της βιωσιμότητας.

Το 2000 η Ελλάδα εισήλθε με πανηγυρικούς   τόνους στη ζώνη του ευρώ. Η είσοδος αυτή επιχειρήθηκε να χαρακτηρισθεί ως το μέγιστο βήμα προόδου της ελληνικής οικονομίας τη μεταδιδακτορική πολιτική περίοδο της χώρας.  Η ελληνικές κυβερνήσεις του Κ. Σημίτη (1996-2004) στο πλαίσιο του «εκσυγχρονιστικού πειράματος» στην οικονομία όχι μόνο υιοθέτησαν πλήρως τις ευρωπαϊκές επιλογές αλλά και υπερέβαλε πολλάκις υπερακοντίζοντας σε κομπορρημοσύνη και σε ψεύτικες υποσχέσεις . Ο όρος «ισχυρή οικονομία» , αποτέλεσε το βασικό επικοινωνιακό σύνθημα της δεύτερης κυβέρνησης Σημίτη . Προέκυψε κυρίως     ως προϊόν αλαζονικής έπαρσης ,  αλλά  και ως επιχείρηση πολιτικού αντιπερισπασμού απέναντι στις συγκεκριμένες διεκδικήσεις των κοινωνικών τάξεων   κατά την οκταετία 1997-2004…Η κομπορρημοσύνη περί «ισχυρής οικονομίας» κληροδότησε επίσης τους ισχυρισμούς ότι η Ελλάδα εξήλθε από τη χρόνια «ευρωπαϊκή υστέρηση», από την «εργασιακή οπισθοδρόμηση» και τα παραδοσιακά κοινωνικά αδιέξοδα, ότι υλοποίησε επί τέλους την «επαναθεμελίωση» του κοινωνικού κράτους . Οι ισχυρισμοί περί ισχυρής οικονομίας λειτούργησαν με τρόπο αντίστοιχο της παλιάς Μεγάλης  Ιδέας με κατεύθυνση προς τη Δύση αυτή τη φορά. Σιγά - σιγά δημιουργήθηκε και εξαπλώθηκε στην ελληνική κοινωνία  ένας εκσυγχρονιστικός φονταμενταλισμός βασιζόμενος υποτίθεται στον ορθό λόγο , λες και όλες οι υπόλοιπες απόψεις ήσαν ανορθολογικές. Η μονοσήμαντη σκέψη σε όλο της το μεγαλείο κατέκλυσε την ελληνική κοινωνία.
 
Αυτονοήτως το πρώτο που χρειάζεται να ειπωθεί προς αποκατάσταση της αλήθειας για την ελληνική οικονομία είναι ότι δεν πρόκειται περί ισχυρής οικονομίας Σύμφωνα με οποιαδήποτε    κριτήρια , δεν συνάγεται από πουθενά  τα περί ισχυρής οικονομίας. Ισχυρή οικονομία σημαίνει  υψηλός ρυθμός μεγένθυσης, χαμηλός διαφορικός πληθωρισμός   σε σχέση με τους εμπορικούς εταίρους , απασχόληση που το επίπεδό της πρέπει να ευρίσκεται πλησίον της πλήρους απασχόλησης , ελεγχόμενα πλήρως δίδυμα ελλείμματα (δημοσιονομικά και εξωτερικών συναλλαγών), απολύτως ελεγχόμενο ως προς την αναχρηματοδότηση του δημόσιο και ιδιωτικό χρέος , μείωση των ανισοτήτων στην κατανομή του εισοδήματος , προσέλκυση ξένων επενδύσεων , εργασιακή ειρήνη , ικανή κερδοφορία του κεφαλαίου ώστε να εξασφαλίζεται η αναπαραγωγή του , αποτελεσματική λειτουργία του κρατικού μηχανισμού ως αναπτυξιακού μοχλού  της οικονομικής διαδικασίας , χρηματοπιστωτικό σύστημα αρωγός στην οικονομική ανάπτυξη ,  μηχανισμοί  εκπαίδευσης του εργασιακού δυναμικού προσανατολισμένοι στις ανάγκες της παραγωγής (δεν εννοώ τα Πανεπιστημιακά Ιδρύματα) , διαμόρφωση εταιρικής κουλτούρας στις επιχειρήσεις , μηχανισμοί πληροφόρησης για το κάθε τι που γίνεται παγκοσμίως και ενδιαφέρει άμεσα την ελληνική οικονομία , χάραξη οικονομικής πολιτικής  με βάση τη στρατηγική του δυναμικού συγκριτικού πλεονεκτήματος , άρθρωση εναλλακτικού λόγου στα κέντρα αποφάσεων της ΕΕ που να συνάδει με την ασκούμενη «εγχώρια» οικονομική πολιτική.
Οι κυβερνήσεις Καραμανλή ακολούθησαν τον ίδιο τρόπο χάραξης της οικονομικής πολιτικής προτάσσοντας τους ίδιους στόχους και με την χρησιμοποίηση των  ίδιων μέσων . Δύο είναι οι λόγοι που πρωτίστως διαφοροποιούν προς το χειρότερο  τις κυβερνήσεις Καραμανλή: το πρώτο είναι ότι τα προβλήματα από την επιλογή εισόδου στην ευρωζώνη άρχισαν σιγά -σιγά να εμφανίζονται σκληρά και αδυσώπητα , αφήνοντας πίσω τις πρώτες μέρες ευφορίας .  Το δεύτερο αφορά στην απίστευτη ανικανότητά της στην άσκηση σε στοιχειώδες επίπεδο των καθηκόντων της . Νομίζω ότι πρόκειται για τις κυβερνήσεις με την μεγαλύτερη αναποτελεσματικότητα που έχουν  υπάρξει μέχρι σήμερα (για το μέλλον κανείς δεν γνωρίζει) από την περίοδο της μεταπολίτευσης.


Όπως έχει δείξει η εμπειρία των τελευταίων χρόνων (2002-2008) η ένταξη ούτε αποτελεί οικονομική πανάκεια ούτε ισχυροποίησε αυτόματα την Ελλάδα μέσα στην ιδιαίτερη γεωπολιτική της περιφέρεια. Αντιθέτως θα έλεγα , φαίνεται και δια γυμνού οφθαλμού, ότι τα εθνικά προβλήματα έχουν αυξηθεί και η ελληνική οικονομία ακολουθεί φθίνουσα πορεία.
Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη επιχειρηματολογία για να δείξει κανείς την φθίνουσα πορεία της ελληνικής οικονομίας σε σχέση με τις απαιτήσεις και τους περιορισμούς που θέτει αμετάκλητα το διεθνές σύγχρονο ανταγωνιστικό περιβάλλον του παγκόσμιου καπιταλισμού.
Σήμερα , ακόμα και οι σοβαροί υποστηρικτές του σημιτικού «εκσυγχρονισμού» αλλά και των καραμανλικών «μεταρρυθμίσεων» ομολογούν ότι όποια μεγέθυνση της οικονομίας και η συνεπαγόμενη ευημερία δεν στηριζόταν στην κατανάλωση μέσω δανεικών πόρων.
 Οι εξελίξεις αυτές θέτουν για μια ακόμα φορά το καίριο ζήτημα της ανάλυσης των λόγων αυτής της εξέλιξης, που ευρίσκεται στον αντίποδα των γνωστών  διακηρύξεων των πολιτικών και οικονομικών ελιτ περί του «ευρωπαϊκού παραδείσου», και της απόδοσης ευθυνών σε όλους όσοι έχουν τέτοιες ευθύνες.
Μια συζήτηση αυτού του είδους χρειάζεται πρωτίστως να απομακρυνθεί από τις συνήθεις συζητήσεις που κατά κόρον πραγματοποιούνται μέσω του ΜΜΕ αλλά και των διαφόρων διανοουμενίστικών ομίλων περί των μελλοντικών εξελίξεων της ελληνικής οικονομίας αλλά και της εθνικής πολιτικής . Τέτοιου είδους συζητήσεις είναι άνευ νοήματος αν προηγουμένως δεν θιγεί το βασικό ζήτημα που αφορά στο ποια είναι η ταυτότητα και η οντότητα του πολιτικού υποκειμένου , δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση της  Ελλάδος  , το οποίο αφορά στη συζήτηση. Ως στόχο η συζήτηση θα έχει την απεικόνιση των  αδυναμιών και πλεονεκτημάτων άρα των πραγματικών δυνατοτήτων του υποκειμένου για άσκηση εθνικής πολιτικής.
 
Η σφαιρικότητα του σύγχρονου οικονομικού προβλήματος απαιτεί σφαιρικότητα και συλλογικότητα της προσπάθειας για την επίλυσή του, δηλαδή απαιτεί τη σύλληψή του ως πρόβλημα εθνικής επιβίωσης.  Σημαίνει με απλά λόγια χάραξη «εθνικής στρατηγικής επιβίωσης» σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο όπου κυριαρχούν πλανητικές και περιφερειακές δυνάμεις οι οποίες έχουν ίδια συμφέροντα και αυτά επιχειρούν να εξυπηρετήσουν  πρωτίστως.  Επειδή δεν υπάρχουν αυτόνομα και αφηρημένα «ελληνικά» ή «εθνικά» συμφέροντα, πρέπει να θυμόμαστε πάντοτε ότι έτσι μπορούμε να χαρακτηρίσουμε και να θεωρήσουμε τα συμφέροντα της μέγιστης πλειοψηφίας του λαού, των Ελλήνων, με πρώτο την εξασφάλιση της συλλογικής ύπαρξής τους σε συνθήκες ελευθερίας και ανεξαρτησίας, την εξασφάλιση των όρων διατήρησης του χώρου παραγωγής και αναπαραγωγής της συλλογικής τους ύπαρξης.

  Μια πρώτη απάντηση θα περιέκλειε την ακριβή καταγραφή του εθνικού δυναμικού , με την ευρεία έννοια του όρου, όχι με στατικό τρόπο αλλά σε ένα πολυδιάστατο πλέγμα πολιτικών , κοινωνικών , οικονομικών , πολιτιστικών και ψυχολογικών παραγόντων[2].  
Δίχως την αυτογνωσία των δυνατοτήτων του εθνικού δυναμικού οδηγούμεθα μέρα με την μέρα στην καταστροφή.


Montlyreview,gr  10.03.2009


[1] Τα ζητήματα αυτά επεξεργάζομαι στο  βιβλίο μου: Η Σαστισμένη Ευρώπη, εκδόσεις Εξάντας, Απρίλιος 2009.
 

[2] Μια πρώτη προσπάθεια προς αυτή την κατεύθυνση υπάρχει στο : Κ.Μελάς, Ελλάδα 1990-2005, Οικονομική πολιτική και κοινωνικές ανακατατάξεις. Μηνιαία Επιθεώρηση Νο 21, Σεπτέμβριος 2006.
Κ. Πατρινός, Το πλαίσιο λειτουργίας της πολιτικής στην Ελλάδα 1990 –2005. Μηνιαία Επιθεώρηση Νο 21, Σεπτέμβριος 2006.