Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2009

Η ελληνική οικονομία και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.




Η στρατηγική  επιλογή της χώρας μας για πλήρη και ολοκληρωτική αποδοχή του οικονομικού πλαισίου λειτουργίας της οικονομίας όπως απορρέει από τη συνθήκη του Μάαστριχτ και του Συμφώνου Σταθερότητας νομίζω ότι για τα κυβερνώντα κόμματα στην χώρα μας είναι εκ των ων ουκ άνευ.
Το συμπέρασμα αυτό αποτελεί άλλωστε πραγματικότητα διακρινόμενη δια γυμνού οφθαλμού. Συνεπώς η όλη προβληματική που αναπτύσσεται για τη διαχείριση των ζητημάτων  της ελληνικής οικονομίας αναγκαστικά και υποχρεωτικά, καλώς ή κακώς , χρειάζεται να λαμβάνει υπόψη το συγκεκριμένο πλαίσιο.
Θεματοφύλακας αυτού του πλαισίου λειτουργίας της οικονομίας  είναι ως γνωστόν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Αξιολογικά μιλώντας το πλαίσιο αυτό συνάδει απολύτως με το υπόδειγμα της νέας κλασικής οικονομικής και των αποτελεσματικών αγορών[1]. Ως εκ τούτου εμπεριέχει στοχεύσεις και μέσα για τη επίτευξη τους που παρότι θεωρητικά και πρακτικά έχουν αποδειχθεί εμφανώς εσφαλμένα εξακολουθούν να βρίσκονται εν ισχύ δεδομένης της ακλόνητης  θεσμικής κατοχύρωσής τους. Επομένως η λειτουργία της ελληνικής οικονομίας εντός του συγκεκριμένου πλαισίου σαφώς επηρεάζεται ποικιλοτρόπως από αυτό . Ο καθορισμός του πλαισίου ομοιάζει με ένα κοστούμι ραμμένο στα μέτρα αυτού που αποφάσισε το ράψιμό του και στο οποίο πρέπει όλοι να μπορούν στη συνέχεια, ανεξαρτήτως του μεγέθους τους,  να βολευτούν με αυτό.
Το ποιος αποφασίζει  για τα μέτρα του κουστουμιού είναι απολύτως γνωστό : οι έχοντες και κατέχοντες την ισχύ για να το πράξουν. Όλοι μας γνωρίζουμε ποιοι είναι αυτοί. Άρα υπάρχουν αυτοί που αποφασίζουν , άρα υπάρχουν και κυρίαρχοι.
Ανεξαρτήτως όμως των (αρνητικών ή θετικών )επιδράσεων που δέχεται η ελληνική οικονομία , δεν θα μας απασχολήσει αυτό το ζήτημα εδώ, η πρωταρχική ευθύνη για την κατάσταση στην οποία ευρίσκεται η ελληνική οικονομία , αφορά μόνον στους ασκούντες (τώρα και στο παρελθόν) την οικονομική πολιτική στην χώρα. Αυτό πρέπει να είναι απολύτως σαφές και αποδεκτό δίχως τον παραμικρό ενδοιασμό.
Ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός της χώρας τον τελευταίο χρόνο αλλά και τα συνεχή υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα σε τακτά χρονικά διαστήματα από το 1981 και μετά , ανεξαρτήτως κυβερνήσεων , με συνεχή διόγκωση του δημοσίου χρέους , αλλά και του ιδιωτικού χρέους ιδίως μετά το 1996 , το υψηλό αναλογιστικό έλλειμμα των ασφαλιστικών ταμείων δείχνουν εμφανώς την αδυναμία της ελληνικής οικονομίας να προσαρμοσθεί στους στόχους της ΕΕ, χωρίς να υποστεί μια δραματική συρρίκνωση της  οικονομικής ευημερίας  που απολαμβάνουν σήμερα οι έλληνες πολίτες.. Ουσιαστικά η ΕΕ μας διαμηνύει τα εξής : η οικονομική ευημερία σας είναι πλαστή κατά το  μέρος που στηρίζεται στις δανειακές υποχρεώσεις του δημοσίου που υπερβαίνουν τα ποσοστά που έχουν συμφωνηθεί με τη συνθήκη του Μάαστριχτ και του Συμφώνου Σταθερότητας. Στο σημείο αυτό χρειάζεται να δοθεί , αν υπάρχει εμπεριστατωμένη διαφορετική απάντηση. Ως γνωστόν το δημοσιονομικό είναι το κατ’ εξοχήν οικονομικό πρόβλημα  ανέκαθεν και διαχρονικά για όλα τα κράτη και όλες τις αυτοκρατορίες. Παράλληλα , και εδώ βρίσκεται η αντίφαση στην όλη νεοφιλελεύθερη σύλληψη , η ΕΕ αδιαφορεί πλήρως για την υπερχρέωση του ιδιωτικού τομέα ,επιχειρήσεων και νοικοκυριών, όμως η υπερχρέωση του δημοσίου τομέα είναι ..θανάσιμο αμάρτημα. Η ιδεολογική αντιμετώπιση του ζητήματος είναι εμφανής. Το κράτος στην νεοφιλελεύθερη αντίληψη δεν έχει χώρο επιβίωσης , τουλάχιστον στα χαρτιά. Όμως πώς να προσαρμοσθεί μια οικονομία χωρίς τον καταλυτικό ρόλο του κράτους όταν ολόκληρη η μεταπολεμική ανάπτυξη της χώρας ,  στηρίχθηκε κυρίως στη λειτουργία του κράτους. Εύκολο να λέγεται δύσκολο να γίνει πράξη.
 Τα αδιέξοδα φαντάζουν ανυπέρβλητα  όχι μόνο γιατί η ελληνική οικονομία περιστρέφεται γύρω από το κράτος , αλλά διότι το πλαίσιο εντός του οποίου είναι ενταγμένη αποστρέφεται και τιμωρεί αυτό τον τρόπο αντίληψης αλλά και διότι κάθε μέρα που περνά γίνεται  εμφανής η αδυναμία του ελληνικού  δημοσίου να  αντεπεξέλθει σε σωστό χρόνο στις υποχρεώσεις του και να εκπληρώσει τις στοιχειώδης λειτουργίες για τις οποίες έχει δημιουργηθεί σχετικά με τη διαχείριση του δημοσιονομικού προβλήματος . Η  τεράστια φοροδιαφυγή, η απίστευτη εισφοροδιαφυγή , η εκτεταμένη διαφθορά και η απροκάλυπτη διαπλοκή  που ζουν και βασιλεύουν υπό τη σκέπη του , η απίστευτη αναποτελεσματικότητα στις ανταποδοτικές λειτουργίες  προς τους πολίτες αποτελούν  διαχρονικά τα βασικά προβλήματα του ελληνικού κράτους . Η Ελλάδα βρίσκεται σε δυσχερή θέση . Η κατάσταση θα χειροτερεύει συνεχώς μέχρις ότου η ΕΕ θα έχει επιβάλλει πλήρως τις απόψεις της . Δηλαδή θα έχει μειωθεί σημαντικά  η σημερινή (πλαστή;) ευημερία των ελλήνων πολιτών αλλά θα ευημερούν τα νούμερα της ελληνικής οικονομίας.

Κώστας Μελάς.  26.11.2009. 






[1] Τα θέματα αυτά έχω αναπτύξει στο βιβλίο μου : Κ.Μελάς , Η Σαστισμένη Ευρώπη , Εξάντας , Ιούνιος 2009.

Πέμπτη, 5 Νοεμβρίου 2009

Η ασθένεια της ελληνικής οικονομίας



Η ελληνική οικονομία για ακόμα μια φορά τα τελευταία χρόνια , βρίσκεται σε κατάσταση έντονων κλυδωνισμών και σοβαρών πιέσεων. Είναι εντυπωσιακό το να αναλογισθεί κανείς τη συχνότητα της εμφάνισης αυτών των προβλημάτων στην ελληνική οικονομία αλλά και τα αντίστοιχα σταθεροποιητικά προγράμματα που ακολουθούν. Τα τελευταία  καταλαμβάνουν  ως συνολική χρονική διάρκεια , σύμφωνα με απλούς υπολογισμούς , μεγαλύτερη από το ήμισυ της χρονικής περιόδου της μεταπολίτευσης.
Η ελληνική οικονομία δηλαδή βρίσκεται σε μια σισύφειο προσπάθεια δημοσιονομικής προσαρμογής σε ολόκληρη την περίοδο της μεταπολίτευσης .
 Η φανερή αδυναμία της ελληνικής οικονομίας να «προσαρμοσθεί» στα δημοσιονομικά κριτήρια που τίθονται από το διεθνή καταμερισμό εργασίας  αλλά και την ΕΕ ιδιαίτερα  αποτελεί πρώτης προτεραιότητας ζήτημα που χρειάζεται να μελετηθεί και να κατανοηθεί.
Σήμερα βρισκόμαστε εκ νέου αντιμέτωποι με μια παρόμοια κατάσταση. Μάλιστα αυτή την φορά  η κατάσταση της οικονομίας χρησιμοποιήθηκε ως πραγματικός λόγος και όχι ως δικαιολογία για την προκήρυξη  των πρόωρων εκλογών. Η παρέμβαση του πρωθυπουργού δεν άφησε καμία αμφιβολία για τη σημερινή δεινή κατάσταση της ελληνικής οικονομίας.

Η ιδιαιτερότητα του προβλήματος έγκειται στην έντονη αδυναμία των ασκούντων την οικονομική πολιτική να αντιληφθούν την σοβαρότητα της κατάστασης πιεζόμενοι αφενός από την ΕΕ για την τήρηση των κριτηρίων της συνθήκης  του Μάαστριχτ και του ΣΣ και αφετέρου από τη μείωση   του πολιτικού χρόνου που είχαν στη διάθεσή τους μέχρι τις επόμενες εκλογές. Αποτέλεσμα να λαμβάνονται  μέτρα αποσπασματικά , άνισα και κυρίως αναποτελεσματικά.

Όλα αυτά τα μέτρα προκειμένου να μειωθεί το δημοσιονομικό έλλειμμα το οποίο σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις του ΟΟΣΑ   και ακολουθούν τις αρνητικές προβλέψεις της ΕΕ  για το έλλειμμα, το δημοσιονομικό έλλειμμα θα αυξηθεί φέτος στο 6,1%. Το ανησυχητικό είναι ότι στην εκτίμηση αυτή καταλήγει ο Οργανισμός έχοντας συμπεριλάβει τα μέτρα μείωσης των δαπανών που έχει εξαγγείλει το υπουργείο Οικονομίας και τόσο καιρό βρίσκονταν εκτός των υπολογισμών για το έλλειμμα. Για το 2010, η κατάσταση επιδεινώνεται, καθώς ο ΟΟΣΑ θεωρεί ότι το έλλειμμα θα καταγράψει νέα άνοδο και θα διαμορφωθεί στο 6,7% του ΑΕΠ. (Για τους γνωρίζοντες το έλλειμμα θα υπερβεί το 7,5% το 2009 και θα σκαρφαλώσει στο 8,5%-9,0% το 2010).

Ο ρυθμός ανάπτυξης, σύμφωνα πάντοτε  με τις προβλέψεις των διεθνών οργανισμών  φέτος θα συρρικνωθεί κατά 1,3% -για πρώτη φορά από το 1993- λόγω της μείωσης της ζήτησης κατά 1,6%, των επενδύσεων κατά 8,4%, των εξαγωγών κατά 23,4%, ενώ και η ιδιωτική κατανάλωση θα καταγράψει πτώση 0,2%. Παράλληλα και οι εισαγωγές θα υποχωρήσουν, παρουσιάζοντας πτώση 17,7%. Το 2010, η κατάσταση θα είναι καλύτερη λόγω της γενικευμένης ανάκαμψης στην παγκόσμια οικονομία, με αποτέλεσμα το ελληνικό ΑΕΠ να σημειώσει μικρή άνοδο κατά 0,3%.
Η ανεργία το 2009 αναμένεται να διαμορφωθεί στο 9,5% και το 2010 στο 10,3%. Με τα δεδομένα του Μαρτίου για το εργατικό δυναμικό, αυτό σημαίνει ότι φέτος οι άνεργοι θα αυξηθούν κατά 77.295 και του χρόνου κατά 39.546. Συνολικά στη διετία 2009 - 2010 θα προκύψουν 116.841 νέοι άνεργοι. Είναι απορίας άξιον γιατί η ΕΣΥΕ έχει σταματήσει να στέλνει στοιχεία σχετικά με την ανεργία στη EUROSTAT από τον Μάρτιο του 2009. Το πιθανότερο είναι ότι υπάρχει προσπάθεια απόκρυψης του μεγέθους της ανεργίας όπως καταγγέλλει και η ΓΣΕΕ.  
 Παράλληλα,  ο πληθωρισμός μειώνεται λόγω της κάμψης των τιμών του πετρελαίου, ωστόσο ο δομικός πληθωρισμός παραμένει υψηλός σε σχέση με την Ευρωζώνη λόγω  της νέας αύξησης των τιμών των εμπορευμάτων.
Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της Ελλάδας θα βελτιωθεί φέτος και το έλλειμμά του θα διαμορφωθεί στο 12,9% του ΑΕΠ από 14,4% του ΑΕΠ που ήταν το 2008, εξαιτίας της κάμψης των τιμών του πετρελαίου που σημειώνεται το 2009 σε σχέση με πέρυσι. Ωστόσο, μόλις εμφανιστούν τα πρώτα σημάδια ανάκαμψης της διεθνούς οικονομίας, το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών θα ξαναπάρει την ανιούσα και θα ανέλθει στο 13,4% του ΑΕΠ. Το γεγονός αυτό αντανακλά τα χρόνια προβλήματα που έχει η ελληνική οικονομία, αλλά και την αναγκαιότητα να αλλάξει το ξεπερασμένο πλέον μοντέλο ανάπτυξής της έτσι ώστε να βελτιωθεί η χαμηλή ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας και να επιστρέψουν οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης.
Ένα ακόμα σημαντικό στοιχείο που δείχνει την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας είναι τα στοιχεία που αφορούν στον τομέα των ξένων άμεσων επενδύσεων. Στις τελευταίες θέσεις μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ (Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης) βρίσκεται η Ελλάδα.
 Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν χθες και αφορούν το 2008, η Ελλάδα βρίσκεται στην 21η θέση, ενώ μόλις 9 χώρες έχουν λιγότερες ξένες άμεσες επενδύσεις. Συνολικά οι ξένες άμεσες επενδύσεις στις χώρες του ΟΟΣΑ ήταν μειωμένες το 2008 σε σύγκριση με το 2007 κατά 35% και συγκεκριμένα διαμορφώθηκαν στο ένα τρισ. δολάρια από 1,58 τρισ. δολάρια το 2007.
Η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας είναι σοβαρή αλλά το πλέον σημαντικό   συμπέρασμα που συνάγεται είναι η απουσία οποιουδήποτε συγκροτημένου σχεδίου δια την έξοδο από την κρίση και την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας. Το υψηλό έλλειμμα σε συνδυασμό με το υπέρογκο δημόσιο χρέος, περιορίζουν τα  περιθώρια δημοσιονομικού ελιγμού στην Ελλάδα. Η ανάγκη  για ουσιαστική αντιμετώπιση του δημοσιονομικού προβλήματος της χώρας  χρειάζεται ένα αναλυτικό και ρεαλιστικό μεσοπρόθεσμο σχέδιο δημοσιονομικής πολιτικής, το οποίο θα στηρίζεται σε συγκεκριμένα μέτρα. Μόνο σε αυτή την περίπτωση θα επιστρέψουν και τα επιτόκια δανεισμού της χώρας στα επίπεδα που βρίσκονταν πριν από την κρίση. Μερικά από αυτά είναι:  ο αυστηρός έλεγχος των δαπανών και η διοχέτευσή τους σε στόχους που συμμετέχουν αποφασιστικά στην ανάπτυξη της οικονομίας κυρίως μέσω της προσφοράς αλλά και της τόνωσης της ζήτησης των ατόμων με υψηλή ροπή προς κατανάλωση , η διεύρυνση της φορολογικής βάσης, η πάταξη της φοροδιαφυγής, καθώς και η νέα μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος και του συστήματος υγείας. Όμως η δημοσιονομική προσαρμογή θα πρέπει να ακολουθεί και να υποστηρίζει τα αναπτυξιακά μέτρα της ελληνικής οικονομίας και κυρίως αυτά που ανήκουν στην πλευρά της προσφοράς.  Η ελληνική οικονομία από το 1996 και μετά στηρίχτηκε στους υψηλούς ρυθμούς της εγχώριας ζήτησης και κυρίως σε εκείνους της ιδιωτικής και δημόσιας κατανάλωσης με αποτέλεσμα τη συρρίκνωση της παραγωγικής της βάσης λόγω της διοχέτευσης μεγάλου μέρους της ζήτησης στο εξωτερικό. Το συγκεκριμένο υπόδειγμα που σε ένα βαθμό επιβλήθηκε  από την ολοκληρωτική ένταξη της χώρας στο διεθνή καταμερισμό εργασίας μέσω του πλαισίου της ΕΕ οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στη μείωση του επιπέδου διαβίωσης την ελληνική οικογένεια. Το μέλλον διαγράφεται δύσκολο και με μοναδική  βεβαιότητα τη συρρίκνωση της προσδοκώμενης  «ευημερίας»  .

Monthlyreview.gr  05.09.2009. 






Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2009

Η αύξηση του δημοσίου χρέους (2003-2009).


Εκτός κάθε στόχου κινήθηκε το δημόσιο χρέος στο πρώτο τρίμηνο του έτους, καταγράφοντας πρωτοφανή αύξηση κατά 20 δισ. ευρώ σε σχέση με το τελευταίο τρίμηνο του 2008, αναδεικνύοντας την κακή δημοσιονομική κατάσταση της ελληνικής οικονομίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία  του Γενικού Λογιστηρίου  του Κράτους (ΓΛΚ), το χρέος της κεντρικής κυβέρνησης ανήλθε στο  ποσό των 282,07 δισ. ευρώ το διάστημα Ιανουαρίου - Μαρτίου 2009, από 262,07 δισ. ευρώ που ήταν στο τέταρτο τρίμηνο του 2008 και 247,43 δισ. ευρώ που είχε διαμορφωθεί πέρυσι στο πρώτο τρίμηνο (34,63 δισ. ευρώ επιπλέον χρέος μέσα σε ένα χρόνο).
Τα 282,07 δισ. ευρώ μεταφράζονται σε 111,8% του προσδοκώμενου ΑΕΠ για το 2009. Η τελευταία επίσημη εκτίμηση του υπουργείου Οικονομίας για το χρέος της κεντρικής κυβέρνησης ήταν στον προϋπολογισμό του 2009. Στον προϋπολογισμό, ο στόχος για το χρέος της κεντρικής κυβέρνησης ήταν να ανέλθει στα 274, 710 δις. Ευρώ  ή 93,10% του ΑΕΠ  για ολόκληρο το έτος, ενώ για το χρέος της γενικής κυβέρνησης ήταν 237,930 δις ευρώ ή 91,4%. Βεβαίως τα αναφερόμενα στον προϋπολογισμό έχουν μόνο ιστορική αξία για να θυμίζουν στους έλληνες πολίτες την «αξιοπιστία»  των κυβερνώντων.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις αναμένεται το χρέος της Κεντρικής Κυβέρνησης , για το 2009, να ξεπεράσει τα 300, 0 δις ευρώ ή 119,0% του ΑΕΠ και το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης τα 273,0 δις ευρώ ή 109,9% του ΑΕΠ. Αν επιβεβαιωθούν οι εκτιμήσεις , γεγονός που πρέπει να θεωρείται βέβαιον, τότε ο  μέσος όρος του  ρυθμού  μεγέθυνσης του δημοσίου  χρέους , την περίοδο 2003-2009  θα ανέλθει στο 8,5% και θα είναι  υψηλότερος του αντίστοιχου ρυθμού μεγέθυνσης του ΑΕΠ , ο οποίος θα είναι 6,4%. Αυτό σημαίνει ότι το παραγωγικό μας αποτέλεσμα ως οικονομία υπολήφθηκε του ποσού που δανειστήκαμε .

 

Πίνακας 1.
Εξέλιξη του δημοσίου χρέους στην ελληνική οικονομία.(Ως % του ΑΕΠ)
Έτη                                           Κεντρική Κυβέρνηση              Γενική Κυβέρνηση
2003
106,4
97,0
2004
108,2
98,8
2005
109,0
98,8
2006
106,1
95,9
2007
105,0
94,8
2008
107,9
97,6
2009[1]
119,0
109,9






Πηγή : Γενικό Λογιστήριο του Κράτους.

Monthlyreview.gr  23.09.2009


[1] Εκτιμήσεις. Στα στοιχεία που έστειλε η Ελλάδα στην Κομισιόν στις 31 Μαρτίου, δεν γίνεται καμία αναφορά για το χρέος της κεντρικής κυβέρνησης

Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2009

Η ολιγοπωλιακή διάρθρωση της ελληνικής αγοράς και ο «ελεύθερος ανταγωνισμός»




Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας είναι το θέμα της καρτελοποίησης, δηλαδή η ολιγοπωλιακή διάρθρωση της αγοράς, με τις εναρμονισμένες πρακτικές, την κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης μεγάλων επιχειρήσεων και τις καταχρηστικές πρακτικές ενάντια στους καταναλωτές. Τα ολιγοπώλια είναι ο βασικός λόγος που στην ελληνική αγορά διαπιστώνονται σε καθημερινή βάση, αυξημένες τιμές σε πολλαπλό αριθμό ομοειδών αγαθών σε σχέση με άλλα περισσότερο αναπτυγμένα ευρωπαϊκά κράτη.

Την ολιγοπωλιακή διάρθρωση της ελληνικής αγοράς νομίζω ότι πλέον δεν την αμφισβητεί κανείς αναλυτής. Εξάλλου, τα διαθέσιμα στοιχεία είναι καταλυτικά στην υποστήριξη της παραπάνω άποψης. Μπορώ να δώσω ορισμένα παραδείγματα:
• Στο χώρο της λιανικής αγοράς τροφίμων, 10 αλυσίδες πολυκαταστημάτων ελέγχουν πάνω από το 85% της αγοράς.
• Στο χώρο των προμηθευτών, σε σύνολο 1.375 εταιρειών, οι 100 πρώτες κατέχουν το 76,1% των πωλήσεων, οι 50 πρώτες το 62% και οι 30 πρώτες το 51%.
• Σε ένα σύνολο 60 προϊόντων πρώτης ανάγκης και ευρείας κατανάλωσης, μία εταιρεία προμηθεύει περίπου το 60% για κάθε ένα προϊόν, ενώ οι δύο μεγάλες εταιρείες το 99% αντίστοιχα.
• Στο χώρο των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, οι πέντε μεγαλύτεροι τραπεζικοί όμιλοι κατέχουν πάνω από το 85% των ιδίων κεφαλαίων, των καταθέσεων, των χορηγήσεων και του ενεργητικού.
• Στο χώρο των καυσίμων συμβαίνει ακριβώς το ίδιο.

Παράλληλα, υπάρχουν κλειστά επαγγέλματα, κυρίως στο χώρο των υπηρεσιών, που δημιουργούν και καρπώνονται μεγάλες προσόδους.

Η κυρίαρχη αντίληψη σήμερα στην Ελλάδα φαίνεται να αναγνωρίζει την ύπαρξη αυτών των καταστάσεων και επιδιώκει την καταπολέμηση και την πάταξή τους. Η όλη προσπάθεια κατατείνει στην εμπέδωση του ελεύθερου ανταγωνισμού, στη βελτίωση των συνθηκών του, στην πάταξη όλων των εμποδίων που υψώνονται εμπρός του. Σε αυτή τη συλλογιστική όλα αυτά τα εμπόδια αποτελούν απλά στρεβλώσεις και ατέλειες της λειτουργίας της αγοράς και ως εκ τούτου χρειάζεται ένας εποπτικός μηχανισμός –κάτι σαν την Επιτροπή Ανταγωνισμού–, ο οποίος να επεμβαίνει όποτε προκύπτει ανάγκη. Η διαπίστωση όμως που προκύπτει από την ιστορική εμπειρία είναι η ακόλουθη: δεδομένου ότι καθ’ όλη την ιστορική περίοδο του καπιταλισμού τα συγκεκριμένα φαινόμενα δεν είναι συγκυριακά αλλά αποτελούν μια διαχρονική συνεχώς επεκτεινόμενη μεγεθυντική διαδικασία, αποτελούν και δομικό χαρακτηριστικό του συστήματος. Τα μονοπώλια, τα ολιγοπώλια δεν συνιστούν απλώς ατέλειες ή στρεβλώσεις των αγορών, αλλά είναι οργανικό αποτέλεσμα του καπιταλιστικού ανταγωνισμού. Δεν είναι μόνον άρνηση του ελεύθερου ανταγωνισμού (ολοκληρωτικά πλασματική έννοια) αλλά είναι παιδιά του καπιταλιστικού ανταγωνισμού. Είναι εκδηλώσεις της εγγενούς στον καπιταλισμό τάσης για συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου. Αυτή η εγγενής τάση, δείτε το παράδοξο αλλά πραγματικό, γίνεται περισσότερο έντονη και δυνατή όσο οι πολιτικές δυνάμεις επιχειρούν να απελευθερώσουν την οικονομία από παλιούς ή νέους περιορισμούς ρύθμισής της. Επομένως δεν μπορεί να θεωρηθεί απάντηση στο πρόβλημα των ολιγοπωλίων ο ελεύθερος ή υγιής ανταγωνισμός· απλούστατα διότι τέτοιος δεν υπάρχει ούτε υπήρξε ποτέ. Υπάρχει ο πραγματικός καπιταλιστικός ανταγωνισμός [1], στον οποίο οι επιχειρήσεις χρησιμοποιούν όλα τα υπάρχοντα μέσα, θεμιτά και αθέμιτα, από τη διαπλοκή με την πολιτική εξουσία μέχρι τις μαφιόζικες λύσεις εξόντωσης του αντιπάλου.

Εκείνο όμως που είναι εντυπωσιακό είναι ότι συνεχώς επανέρχονται στην οικονομία ζητήματα που θα έπρεπε να θεωρούνται λυμένα τα τελευταία τουλάχιστον 100 έτη για να μην πω και περισσότερο. Στο ζήτημα των ολιγοπωλίων, των καρτέλ, της συγκέντρωσης και της συγκεντροποίησης του κεφαλαίου στο καπιταλιστικό σύστημα. η βιβλιογραφία είναι άπειρη αλλά και αποφασιστικά καταλυτική σε όσα υποστηρίξαμε.

Συνεπώς θα μπορούσαμε,προχωρώντας τη σκέψη μας λίγο περισσότερο, να αναρωτηθούμε: γιατί επανέρχονται συνεχώς τα ίδια προβλήματα στον χώρο της οικονομικής; Η πρώτη απάντηση που έρχεται στο νου έχει να κάνει με την ιδεολογική της χρήση από τις εκάστοτε εξουσίες· η δεύτερη έχει να κάνει με το ίδιο το επιστημονικό της στάτους το οποίο επιτρέπει αυτή τη χειραγώγηση. Όπως και να έχουν τα πράγματα ένα είναι απολύτως σίγουρο: η οικονομική είναι μια «επιστήμη με σαφή όρια».

Υποσημείωση:

[1] Για το ζήτημα αυτό, βλ. Κ. Μελάς & Γ. Πολλάλης, Παγκοσμιοποίηση και πολυεθνικές επιχειρήσεις, κεφ. 2, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 2005.

Τρίτη, 15 Σεπτεμβρίου 2009

Η φενάκη του εκσυγχρονισμού.



Η μη είσοδος του πρώην πρωθυπουργού Κ. Σημίτη στις εκλογικές λίστες του ΠΑΣΟΚ για τις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009 σηματοδοτεί πρακτικά και συμβολικά τον δραστικό περιορισμό της «εκσυγχρονιστικής» θεώρησης για την ελληνική κοινωνία ως κυρίαρχης στο εσωτερικό του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Σ’ αυτό έχει συμβάλλει αφενός μεν η απομάκρυνση ή η εθελουσία έξοδος ακραιφνών σημιτικών αφετέρου η προσαρμογή των υπολοίπων στα κελεύσματα της νέας εξουσίας «ποιούμενοι την ανάγκη φιλοτιμία». Πολλοί από τους ανήκοντες στην τελευταία κατηγορία διακρίνονται διαχρονικά από χαμαιλεοντικά χαρακτηριστικά υποτασσόμενοι χωρίς δεύτερη κουβέντα στον εκάστοτε αρχηγό. Όμως υπάρχουν και πολλοί που η βαθύτερη αντίληψή τους εξακολουθεί να συνάδει με τα εκσυγχρονιστικά προτάγματα.
Σχετικά με τα τελευταία θα ήθελα να σημειώσω τα ακόλουθα:
Ο σημιτικός εργαλειακός εκσυγχρονισμός στην φιλοσοφική του θεώρηση , αν υπάρχει τέτοια, υποτίθεται ότι εκφράζει την ενεργή ιστορική συνείδηση της νεωτερικότητας στη σημερινή πλανητική συγκυρία. Με την έννοια αυτή παρουσιάζεται ως επιχείρηση υπέρβασης της καθυστερημένης και ανοκλήρωτης αστικής επανάστασης στην Ελλάδα. Όμως τα ιστορικά γεγονότα έχουν αλλάξει άρδην εδώ και πολλά χρόνια με την ιδεολογική κοσμοκατασκευή της νεωτερικότητας δεν έχει απολύτως καμία σχέση με το εμπραγματωμένο γίγνεσθαι της Ιστορίας.
Ως εκ τούτου δεν αποτελεί τίποτε περισσότερο από φενακισμένες συνειδήσεις ιστορικών υποκειμένων που οδηγούν τα βήματά τους στο δρόμο της οριστικής εξαφάνισης.
Δεν κατανοούν όλοι αυτοί ότι επιχειρούν να πολεμήσουν για ιδέες που προ πολλού χρόνου έχουν εκλείψει δεδομένου ότι έχει διαμορφωθεί μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα κυριαρχούμενη από τη μετανεωτερικότητα και το μεταμοντέρνο ως πολιτιστική του έκφραση. Η α-δυνατότητα και η μη-συμβατότητα των νεωτερικών προταγμάτων , σε ένα παγκοσμιοποιημένο μαζικοδημοκρατικό ιστορικό γίγνεσθαι γίνονται ορατές δια γυμνού οφθαλμού προτού καταφθάσουν τα εκ του αποτελέσματος αξιολόγηση.
Οι αξιακές κατηγορίες της νεωτερικότητας ως εποχής του Διαφωτισμού και του φορέα της την αστική τάξη έχουν προ πολλού ηττηθεί στον αγώνα τους ενάντια στο μεταμοντέρνο.  Επομένως τουφεκιές στον αέρα αποτελούν αυτές οι επιδιώξεις , ενός ήδη ηττημένου στρατού λίγο πριν εισαχθεί στα κιτάπια της ιστορικής μνήμης. Επομένως το όλο εγχείρημα καθίσταται έωλο αλλά το χειρότερο είναι ότι εξυπηρετεί , ίσως εν αγνοία του, τις απαιτήσεις των πλέων παγκοσμιοποιημένων μεταβιομηχανικών ελίτ.  



Monthlyreview.gr 15.09.2009.