Τρίτη, 18 Νοεμβρίου 2008

Τα διεθνή φληναφήματα για την επίλυση της χρηματοπιστωτικής κρίσης

Μεσούσης της χρηματοπιστωτικής κρίσης όλοι οι διεθνείς παράγοντες της πολιτικής, ανεξαρτήτως ιδεολογικού στίγματος (από τους Βρετανούς συντηρητικούς έως τη σοσιαλιστική διεθνή) έχουν αναλωθεί σε προτάσεις διάσωσης του χρηματοπιστωτικού συστήματος και αποτροπής των καταστροφικών συνεπειών της οικονομικής κρίσης. Είναι εντυπωσιακό και συγχρόνως αποκαλυπτικό ότι κατά περίεργο τρόπο οι προτάσεις είναι πανομοιότυπες. Οι G-20 στην πρόσφατη σύνοδο της Ουάσιγκτον συμφώνησαν ότι «συμφωνούν ότι χρειάζεται … διαφάνεια … έλεγχος … ελεγκτικοί μηχανισμοί …» κ.τ.λ. Όλοι όσοι γνωρίζουν την ιστορία και τη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος τα τελευταία 20 χρόνια μόνο να γελάσουν τρανταχτά δύνανται. Βεβαίως, παραμένουν μόνο προτάσεις οι οποίες αναφέρονται αποκλειστικά στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Εδώ χρειάζεται να υπενθυμίσουμε τα εξής: το Παγκόσμιο Χρηματοπιστωτικό Σύστημα είναι το τελευταίο βαγόνι ενός τραίνου, το οποίο σύρεται από το βαγόνι του Διεθνούς Νομισματικού Συστήματος, το οποίο με τη σειρά του σύρεται από το βαγόνι της εφαρμοσμένης Οικονομικής Πολιτικής, το οποίο σύρεται από το βαγόνι του επικρατούντος υποδείγματος ή του επικρατούντος επιστημονικού προγράμματος της Οικονομικής Θεωρίας, το βαγόνι του οποίου με τη σειρά του έχει επιλεγεί εκ μέρους των κυρίαρχων κυβερνήσεων των ανεπτυγμένων χωρών και οι οποίες αποτελούν την ατμομηχανή της όλης διαδικασίας.

Οι παροικούντες στην Ιερουσαλήμ γνωρίζουν ότι χωρίς αλλαγή του οικονομικού υποδείγματος, οι όποιες αλλαγές στο χρηματοπιστωτικό σύστημα αποτελούν πομφόλυγα η οποία θα εκραγεί με βαρύτερο κρότο στην επόμενη χρηματοπιστωτική κρίση η οποία θα συμβεί πάλι σε «ανύποπτο» (πολύ κοντινό) μελλοντικό χρόνο.

Τι προσπαθούμε να υποστηρίξουμε γράφοντας τα παραπάνω; Ότι ο συγκεκριμένος τρόπος λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος δεν είναι καθόλου ανεξάρτητος από τον θεσμοθετημένο ρόλο λειτουργίας του ΔΝΣ και των πυλώνων διαχείρισης και εφαρμογής της απορρέουσας εξ αυτού οικονομικής πολιτικής. Δηλαδή του ΔΝΤ, του ΠΟΕ, της Παγκόσμιας Τράπεζας αλλά και όλων των δημιουργηθέντων εποπτικών και ελεγκτικών μηχανισμών (γιατί υπάρχουν και τέτοιοι) όπως της Τραπέζης Διεθνών Διακανονισμών, The Basel Committee on Banking Supervision, της Διεθνούς Επιτροπής Λογιστικών Προτύπων (ISAC), The Committee on the Global Financial System (CGFS), The Committee on Payment and Settlement Systems (CPSS), του Financial Stability Institute (FSI),τα υποδείγματα διαχείρισης κινδύνων που έχουν αναπτυχθεί από τις μεγαλύτερες τράπεζες του πλανήτη, τις διευθύνσεις Διαχείρισης Κινδύνων που δημιουργήθησαν εντός των τραπεζικών ιδρυμάτων οι οποίοι αποδείχτηκαν αναποτελεσματικοί και ανίκανοι όχι μόνο να προστατεύσουν την παγκόσμια οικονομία από τη βρισκόμενη σε πλήρη εξέλιξη συστημική κρίση αλλά και να προβλέψουν έστω και υπαινικτικά την επερχόμενη καταστροφή για τα ίδια τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που υπηρετούν.

Στον τρόπο λειτουργίας του ΔΝΣ συμπυκνώνεται ο τρόπος ρύθμισης της οικονομίας σύμφωνα με το κυρίαρχο οικονομικό υπόδειγμα που καθίσταται τέτοιο μόνο μετά την υιοθέτησή του από την(τις) κυρίαρχη(ες) δύναμη(εις) του πλανήτη. Το καθεστώς που διέπει τον καθορισμό των συναλλαγματικών ισοτιμιών εκφράζει συμπυκνωμένα αλλά επακριβώς τα καθεστώτα που διέπουν: α) το διεθνές εμπόριο προϊόντων και υπηρεσιών και β) τη διεθνή κίνηση κεφαλαίων. Ως εκ τούτου εκφράζει την κυρίαρχη άποψη του επικρατούντος οικονομικού υποδείγματος και της οικονομικής θεωρίας που το στηρίζει. Η αδυναμία συμφωνίας, σε θεωρητικό επίπεδο για το κατάλληλο καθεστώς του ΔΝΣ και η διαδοχική εφαρμογή διαφόρων καθεστώτων στα τελευταία 200 χρόνια δείχνει ότι το πρόβλημα επιλύεται στο πλαίσιο κατίσχυσης των συμφερόντων των μεγάλων δυνάμεων ή της ηγεμονικής δύναμης και των περιορισμών που επιβάλλει η φάση ανάπτυξης του καπιταλιστικού συστήματος.

Επομένως, όπως εύκολα γίνεται κατανοητό το ευρύτερο πλαίσιο εντός του οποίου μπορεί να αναλυθεί η παρούσα κρίση είναι το σύστημα κυμαινόμενων συναλλαγματικών ισοτιμιών που καθιερώθηκε μετά την κατάρρευση του συστήματος Bretton Woods (1944), το οποίο δημιουργήθηκε πάνω στα χαλάσματα του Συστήματος Ανταλλαγής Χρυσού (Gold Exchange Standard) (Genova 1922) και το οποίο δημιουργήθηκε πάνω στα συντρίμμια του Συστήματος Χρυσού (Gold Exchange, 1844) [1] .
Η διαδοχή αυτή δεν μπορεί παρά να εκφράζει αφενός τα δημιουργούμενα αδιέξοδα των παραπάνω συστημάτων και αφετέρου τις αναγκαίες συνεχείς απαιτήσεις για τη διευρυμένη αναπαραγωγή του καπιταλιστικού συστήματος τις οποίες καλείται να διεκπεραιώσει ως φορέας ιδίων συμφερόντων η εκάστοτε ηγετική δύναμη ή ομάδα των κυρίαρχων χωρών.
Η ηγετική δύναμη ή ομάδα μπορεί να υπάρξει μόνο αν αναπαράγει αφενός συνεχώς στο εσωτερικό της τις πηγές της υπεροχής της και αν ξέρει αφετέρου να εκμεταλλευτεί τη διεθνή ρύθμιση του παγκόσμιου συστήματος σαν πηγή της ηγεμονίας της [2] .
Είναι γνωστό ότι τα κοινωνικο-ιστορικά υποκείμενα (φυσικά ή θεσμικά) παίζουν σημαντικό ρόλο στην ιστορία καθιστώντας την ανοιχτή ως προς τις πιθανές εκβάσεις γιατί δεν δρα εντός της μια πάγια ιεραρχία παραγόντων όπου ο ένας είναι πιο καθοριστικός από κάποιον άλλον, αλλά το βάρος και η σπουδαιότητά τους ποικίλλουν συνεχώς ανάλογα με τη συγκυρία. Έτσι η Ιστορία αποκαθάρεται από κάθε είδος εσχατολογικές προσεγγίσεις.
Οι συμφωνίες για την όποια μεταρρύθμιση του ΔΝΣ που αποτελεί το πρώτο και ουσιαστικό πρόβλημα, πρέπει να συνοδεύονται απαραιτήτως από συγκεκριμένους κανόνες για το σχεδιασμό της νομισματικής πολιτικής στην παγκόσμια οικονομία. Η θέσπιση τέτοιων κανόνων απαιτεί είτε διευρυμένη και απρόσκοπτη συνεργασία των εθνικών οικονομικών αρχών κατά το σχεδιασμό της νομισματικής πολιτικής είτε την ύπαρξη μιας ιδιαίτερης ασύμμετρης σχέσης μεταξύ των χωρών που συμφωνούν στη μεταρρύθμιση.
Ωστόσο οι αναγκαίες αυτές συνθήκες δεν ικανοποιούνται στο σύγχρονο οικονομικό περιβάλλον. Οι κυριότερες αναπτυγμένες βιομηχανικές χώρες είναι εξαιρετικά δύσκολο να συμφωνήσουν και να αποδεχθούν κοινούς κανόνες στο σχεδιασμό της νομισματικής πολιτικής. Στο σύγχρονο οικονομικό περιβάλλον, στο οποίο οι νομισματικές αρχές των κυριότερων βιομηχανικών χωρών, διατηρούν την πλήρη ανεξαρτησία τους καμία δέσμευση δεν μπορεί να παραμείνει ισχυρή και ανθεκτική για μεγάλο χρονικό διάστημα. Οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ ανεξάρτητων εθνικών χωρών για το σχεδιασμό κοινής νομισματικής πολιτικής πάσχει αναπόφευκτα από έλλειψη αξιοπιστίας.

Η πρώτη συστηματική «ειδική» ματιά δείχνει απροκάλυπτα τις ασυνάρτητες ρητορείες που εκστομίζονται από τη διεθνή και εγχώρια πολιτική τάξη. Εκτός και αν γνωρίζοντες την πραγματικότητα μας λοιδορούν με πομφόλυγες τύπου Παγκόσμιας Διακυβέρνησης και … πράσινα άλογα (εκ του πράττειν άλογα κυριολεκτικώς).