Τρίτη, 18 Νοεμβρίου 2008

Η επερχόμενη βαθιά κρίση στην ελληνική οικονομία.




Τα μηνύματα για την ελληνική οικονομία δεν είναι καθόλου ευοίωνα για το επερχόμενο έτος 2009. Σιγά - σιγά  αλλά σταθερά τα χρόνια προβλήματα αρχίζουν να εμφανίζουν το πραγματικό τους πρόσωπο κάτω από τους αδυσώπητους προβολείς της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κρίσης. Οι προβλέψεις για όλα τα βασικά μακροοικονομικά μεγέθη είναι παραπάνω από δυσοίωνες. Η  εξέλιξη του ΑΕΠ , αναμένεται να κινηθεί ,  αναλόγως με τις εκτιμήσεις των διαφόρων διεθνών οργανισμών, μεταξύ αύξησης του 1,8% και μείωσης του 0,1% σε αντίθεση με αύξηση 3,1% του 2008.
Όλοι οι δείκτες οικονομικής συγκυρίας (ΙΟΒΕ, Οκτώβριος 2008), δηλαδή α)οικονομικού
κλίματος , β)βιομηχανίας , κατασκευών, λιανικού εμπορίου, υπηρεσιών, γ) καταναλωτικής εμπιστοσύνης  ,  κατρακυλούν αγγίζοντας τα ιστορικά χαμηλότερα σημεία τους. Συγκεκριμένα : ο βασικός  δείκτης οικονομικού κλίματος βρίσκεται στα χαμηλότερα επίπεδα από το  1990. Αρνητική εξέλιξη παρουσιάζουν  οι δείκτες καταναλωτικής εμπιστοσύνης και πρόθεσης για αποταμίευση. Άνοδο της ανεργίας προβλέπει η ΕΕ καθώς το ποσοστό θα διαμορφωθεί από 8,3% που ήταν το 2007 στο 9% το 2008, στο 9,2% το 2009 και στο 9,3% το 2010. Σύμφωνα με τις προβλέψεις της ΓΣΕΕ, αναμένεται αύξηση της ανεργίας από 50000-100000 άτομα αναλόγως της μείωσης του ρυθμού μεγένθυσης της οικονομίας. Η εξάρτησή της ελληνικής οικονομίας  από την εξωτερική χρηματοδότηση αποτελεί έναν απόλυτο περιοριστικό παράγοντα που δεν τη βοηθά στην παρούσα συγκυρία. Η ελληνική οικονομία δεν θα μπορέσει να «ορθοποδήσει» εύκολα, αν δεν αλλάξει η κατάσταση με τα ελλείμματά της (δημοσιονομικό 3,2% του ΑΕΠ το 2008  και τρεχουσών συναλλαγών 14,0% του ΑΕΠ ), αλλά και το υπέρογκο χρέος της.(περίπου στο 100,0% του ΑΕΠ μετά την αναπροσαρμογή του τελευταίου). Η εξάρτηση αυτή με δεδομένη την χρηματοπιστωτική κρίση αυξάνει τον όγκο αλλά και το  κόστος του δημόσιου δανεισμού που απαιτείται για την χρηματοδότηση των ελλειμμάτων. Έτσι : Σε 43 δισ. ευρώ θα ανέλθει φέτος ο συνολικός δανεισμός του Δημοσίου, υπερβαίνοντας κατά 6 δισ. ευρώ τον αρχικό στόχο του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησης που προέβλεπε 37 δισ. ευρώ. Στην τελευταία δημοπρασία τριετών ομολόγων  (τον περασμένο Ιούλιο) το μέσο σταθμικό επιτόκιο που κατέβαλε το Δημόσιο ήταν 4,84% και αποτελεί το υψηλότερο από τον Αύγουστο του 2005, οπότε και είχε διαμορφωθεί στο 2,75%.
Τους επόμενους μήνες το Δημόσιο θα κληθεί να εκδώσει και τα ειδικά ομόλογα για τη στήριξη της ρευστότητας των τραπεζών, γεγονός το οποίο θα δημιουργήσει επιπρόσθετο βάρος στο χρέος και στο κόστος εξυπηρέτησής του. Στον φετινό προϋπολογισμό, το κονδύλι για τους τόκους αυξήθηκε κατά 800 εκατ. ευρώ έναντι του στόχου. Συνολική αύξηση τόκων  1,6 δισ. Ευρώ  σε σύγκριση με τους τόκους που καταβλήθηκαν το 2007. Το 2009, οι πληρωμές τόκων θα προσεγγίσουν τα 12 δισ. ευρώ. Ιδιαίτερα ανησυχητική εξέλιξη είναι η υλοποίηση του προγράμματος δανεισμού για το 2009, σε περιβάλλον υψηλών επιτοκίων και των αβεβαιοτήτων που εγκυμονεί η παγκόσμια κρίση, αλλά και της αύξησης του spread (περιθωρίου  απόδοσης) των ελληνικών ομολόγων έναντι των γερμανικών, έως και 175 μονάδες στο δεκαετές ομόλογο αναφοράς. Αυτό σημαίνει ότι το Ελληνικό Δημόσιο δανείζεται ακριβότερα κατά 1,75% σε σύγκριση με το γερμανικό κράτος. Έχει υπολογισθεί ότι κάθε αύξηση των επιτοκίων των ομολόγων κατά 0,50% υπολογίζεται ότι επιβαρύνει την αποπληρωμή των τόκων με 450 εκατ. ευρώ. Εκτός από τα παραπάνω , η διατραπεζική αγορά παραμένει σε μεγάλο βαθμό ανενεργός με αποτέλεσμα τα προβλήματα ρευστότητας να πολλαπλασιάζονται , το χρηματοπιστωτικό σύστημα να μπαίνει σε τροχιά αδυναμίας εκπλήρωσης των υποχρεώσεών του και η πραγματική οικονομία να αισθάνεται το παγερό χέρι της συρρίκνωσης. Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές δεν εξυπηρετούνται , οι ακάλυπτες επιταγές κυριαρχούν.  Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία η  αξία των επιταγών που σφραγίστηκαν (ακάλυπτες) τον περασμένο μήνα ανήλθε σε 152,4 εκατ. ευρώ αυξάνοντας τη συνολική αξία τους στο σύνολο του δεκάμηνου Ιανουαρίου Οκτωβρίου 2008 στο επίπεδο ρεκόρ των 967,8 εκατ. ευρώ. Σε σχέση με τον αντίστοιχο περυσινό μήνα η αξία των ακάλυπτων επιταγών σχεδόν διπλασιάστηκε (αύξηση 95%) ενώ στο δεκάμηνο, σε σχέση με την αντίστοιχη περυσινή περίοδο, παρουσίασε αύξηση 20,8%. Η καχυποψία και η επιφυλακτικότητα κυριαρχούν στην αγορά. Οι εργαζόμενοι βρίσκονται στη μέγγενη του φόβου και της ανημπόριας. Οι λαϊκές μάζες θα υποστούν , όπως πάντα, το υψηλότερο κόστος.
Η κυβέρνηση Καραμανλή φέρει μεγάλο μέρος της ευθύνης για την παρούσα κατάσταση  πρωτίστως για δύο λόγους: ο  πρώτος γιατί δεν κατάφερε απολύτως τίποτε, τα πέντε χρόνια που ευρίσκεται στην εξουσία , σχετικά με τα χρόνια προβλήματα της ελληνικής οικονομίας , μάλιστα χειροτέρεψε τα περισσότερα και ο δεύτερος για την απίστευτη αδράνεια που επιδεικνύει στην παρούσα φάση , δέσμια των νεοφιλελεύθερων ιδεολογημάτων της και της απίστευτης ανικανότητάς της. Επίσης για έναν ακόμα λόγο : ότι αφέθηκε , ως άλλη κυβέρνηση Σημίτη , απολύτως στα χέρια των κελευσμάτων  της Ευρωπαϊκής Ένωσης  χωρίς να προβάλλει ή να διεκδικήσει τα στοιχειώδη όπως πράττουν ακόμα και οι νεοεισελθείσες χώρες . Η εναπόθεση του τιμονιού στον  «αυτόματο πιλότο» της ΕΕ  οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην περιθωριοποίηση και στη «νομαρχιοποίηση» της χώρας. 

Monthlyreview.gr 18.11.2008.



Τα διεθνή φληναφήματα για την επίλυση της χρηματοπιστωτικής κρίσης

Μεσούσης της χρηματοπιστωτικής κρίσης όλοι οι διεθνείς παράγοντες της πολιτικής, ανεξαρτήτως ιδεολογικού στίγματος (από τους Βρετανούς συντηρητικούς έως τη σοσιαλιστική διεθνή) έχουν αναλωθεί σε προτάσεις διάσωσης του χρηματοπιστωτικού συστήματος και αποτροπής των καταστροφικών συνεπειών της οικονομικής κρίσης. Είναι εντυπωσιακό και συγχρόνως αποκαλυπτικό ότι κατά περίεργο τρόπο οι προτάσεις είναι πανομοιότυπες. Οι G-20 στην πρόσφατη σύνοδο της Ουάσιγκτον συμφώνησαν ότι «συμφωνούν ότι χρειάζεται … διαφάνεια … έλεγχος … ελεγκτικοί μηχανισμοί …» κ.τ.λ. Όλοι όσοι γνωρίζουν την ιστορία και τη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος τα τελευταία 20 χρόνια μόνο να γελάσουν τρανταχτά δύνανται. Βεβαίως, παραμένουν μόνο προτάσεις οι οποίες αναφέρονται αποκλειστικά στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Εδώ χρειάζεται να υπενθυμίσουμε τα εξής: το Παγκόσμιο Χρηματοπιστωτικό Σύστημα είναι το τελευταίο βαγόνι ενός τραίνου, το οποίο σύρεται από το βαγόνι του Διεθνούς Νομισματικού Συστήματος, το οποίο με τη σειρά του σύρεται από το βαγόνι της εφαρμοσμένης Οικονομικής Πολιτικής, το οποίο σύρεται από το βαγόνι του επικρατούντος υποδείγματος ή του επικρατούντος επιστημονικού προγράμματος της Οικονομικής Θεωρίας, το βαγόνι του οποίου με τη σειρά του έχει επιλεγεί εκ μέρους των κυρίαρχων κυβερνήσεων των ανεπτυγμένων χωρών και οι οποίες αποτελούν την ατμομηχανή της όλης διαδικασίας.

Οι παροικούντες στην Ιερουσαλήμ γνωρίζουν ότι χωρίς αλλαγή του οικονομικού υποδείγματος, οι όποιες αλλαγές στο χρηματοπιστωτικό σύστημα αποτελούν πομφόλυγα η οποία θα εκραγεί με βαρύτερο κρότο στην επόμενη χρηματοπιστωτική κρίση η οποία θα συμβεί πάλι σε «ανύποπτο» (πολύ κοντινό) μελλοντικό χρόνο.

Τι προσπαθούμε να υποστηρίξουμε γράφοντας τα παραπάνω; Ότι ο συγκεκριμένος τρόπος λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος δεν είναι καθόλου ανεξάρτητος από τον θεσμοθετημένο ρόλο λειτουργίας του ΔΝΣ και των πυλώνων διαχείρισης και εφαρμογής της απορρέουσας εξ αυτού οικονομικής πολιτικής. Δηλαδή του ΔΝΤ, του ΠΟΕ, της Παγκόσμιας Τράπεζας αλλά και όλων των δημιουργηθέντων εποπτικών και ελεγκτικών μηχανισμών (γιατί υπάρχουν και τέτοιοι) όπως της Τραπέζης Διεθνών Διακανονισμών, The Basel Committee on Banking Supervision, της Διεθνούς Επιτροπής Λογιστικών Προτύπων (ISAC), The Committee on the Global Financial System (CGFS), The Committee on Payment and Settlement Systems (CPSS), του Financial Stability Institute (FSI),τα υποδείγματα διαχείρισης κινδύνων που έχουν αναπτυχθεί από τις μεγαλύτερες τράπεζες του πλανήτη, τις διευθύνσεις Διαχείρισης Κινδύνων που δημιουργήθησαν εντός των τραπεζικών ιδρυμάτων οι οποίοι αποδείχτηκαν αναποτελεσματικοί και ανίκανοι όχι μόνο να προστατεύσουν την παγκόσμια οικονομία από τη βρισκόμενη σε πλήρη εξέλιξη συστημική κρίση αλλά και να προβλέψουν έστω και υπαινικτικά την επερχόμενη καταστροφή για τα ίδια τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που υπηρετούν.

Στον τρόπο λειτουργίας του ΔΝΣ συμπυκνώνεται ο τρόπος ρύθμισης της οικονομίας σύμφωνα με το κυρίαρχο οικονομικό υπόδειγμα που καθίσταται τέτοιο μόνο μετά την υιοθέτησή του από την(τις) κυρίαρχη(ες) δύναμη(εις) του πλανήτη. Το καθεστώς που διέπει τον καθορισμό των συναλλαγματικών ισοτιμιών εκφράζει συμπυκνωμένα αλλά επακριβώς τα καθεστώτα που διέπουν: α) το διεθνές εμπόριο προϊόντων και υπηρεσιών και β) τη διεθνή κίνηση κεφαλαίων. Ως εκ τούτου εκφράζει την κυρίαρχη άποψη του επικρατούντος οικονομικού υποδείγματος και της οικονομικής θεωρίας που το στηρίζει. Η αδυναμία συμφωνίας, σε θεωρητικό επίπεδο για το κατάλληλο καθεστώς του ΔΝΣ και η διαδοχική εφαρμογή διαφόρων καθεστώτων στα τελευταία 200 χρόνια δείχνει ότι το πρόβλημα επιλύεται στο πλαίσιο κατίσχυσης των συμφερόντων των μεγάλων δυνάμεων ή της ηγεμονικής δύναμης και των περιορισμών που επιβάλλει η φάση ανάπτυξης του καπιταλιστικού συστήματος.

Επομένως, όπως εύκολα γίνεται κατανοητό το ευρύτερο πλαίσιο εντός του οποίου μπορεί να αναλυθεί η παρούσα κρίση είναι το σύστημα κυμαινόμενων συναλλαγματικών ισοτιμιών που καθιερώθηκε μετά την κατάρρευση του συστήματος Bretton Woods (1944), το οποίο δημιουργήθηκε πάνω στα χαλάσματα του Συστήματος Ανταλλαγής Χρυσού (Gold Exchange Standard) (Genova 1922) και το οποίο δημιουργήθηκε πάνω στα συντρίμμια του Συστήματος Χρυσού (Gold Exchange, 1844) [1] .
Η διαδοχή αυτή δεν μπορεί παρά να εκφράζει αφενός τα δημιουργούμενα αδιέξοδα των παραπάνω συστημάτων και αφετέρου τις αναγκαίες συνεχείς απαιτήσεις για τη διευρυμένη αναπαραγωγή του καπιταλιστικού συστήματος τις οποίες καλείται να διεκπεραιώσει ως φορέας ιδίων συμφερόντων η εκάστοτε ηγετική δύναμη ή ομάδα των κυρίαρχων χωρών.
Η ηγετική δύναμη ή ομάδα μπορεί να υπάρξει μόνο αν αναπαράγει αφενός συνεχώς στο εσωτερικό της τις πηγές της υπεροχής της και αν ξέρει αφετέρου να εκμεταλλευτεί τη διεθνή ρύθμιση του παγκόσμιου συστήματος σαν πηγή της ηγεμονίας της [2] .
Είναι γνωστό ότι τα κοινωνικο-ιστορικά υποκείμενα (φυσικά ή θεσμικά) παίζουν σημαντικό ρόλο στην ιστορία καθιστώντας την ανοιχτή ως προς τις πιθανές εκβάσεις γιατί δεν δρα εντός της μια πάγια ιεραρχία παραγόντων όπου ο ένας είναι πιο καθοριστικός από κάποιον άλλον, αλλά το βάρος και η σπουδαιότητά τους ποικίλλουν συνεχώς ανάλογα με τη συγκυρία. Έτσι η Ιστορία αποκαθάρεται από κάθε είδος εσχατολογικές προσεγγίσεις.
Οι συμφωνίες για την όποια μεταρρύθμιση του ΔΝΣ που αποτελεί το πρώτο και ουσιαστικό πρόβλημα, πρέπει να συνοδεύονται απαραιτήτως από συγκεκριμένους κανόνες για το σχεδιασμό της νομισματικής πολιτικής στην παγκόσμια οικονομία. Η θέσπιση τέτοιων κανόνων απαιτεί είτε διευρυμένη και απρόσκοπτη συνεργασία των εθνικών οικονομικών αρχών κατά το σχεδιασμό της νομισματικής πολιτικής είτε την ύπαρξη μιας ιδιαίτερης ασύμμετρης σχέσης μεταξύ των χωρών που συμφωνούν στη μεταρρύθμιση.
Ωστόσο οι αναγκαίες αυτές συνθήκες δεν ικανοποιούνται στο σύγχρονο οικονομικό περιβάλλον. Οι κυριότερες αναπτυγμένες βιομηχανικές χώρες είναι εξαιρετικά δύσκολο να συμφωνήσουν και να αποδεχθούν κοινούς κανόνες στο σχεδιασμό της νομισματικής πολιτικής. Στο σύγχρονο οικονομικό περιβάλλον, στο οποίο οι νομισματικές αρχές των κυριότερων βιομηχανικών χωρών, διατηρούν την πλήρη ανεξαρτησία τους καμία δέσμευση δεν μπορεί να παραμείνει ισχυρή και ανθεκτική για μεγάλο χρονικό διάστημα. Οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ ανεξάρτητων εθνικών χωρών για το σχεδιασμό κοινής νομισματικής πολιτικής πάσχει αναπόφευκτα από έλλειψη αξιοπιστίας.

Η πρώτη συστηματική «ειδική» ματιά δείχνει απροκάλυπτα τις ασυνάρτητες ρητορείες που εκστομίζονται από τη διεθνή και εγχώρια πολιτική τάξη. Εκτός και αν γνωρίζοντες την πραγματικότητα μας λοιδορούν με πομφόλυγες τύπου Παγκόσμιας Διακυβέρνησης και … πράσινα άλογα (εκ του πράττειν άλογα κυριολεκτικώς).