Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2008

Η αλλαγή υποδείγματος και τα διεθνή φληναφήματα για την επίλυση της χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κρίσης.

Μεσούσης της χρηματοπιστωτικής κρίσης όλοι οι διεθνείς παράγοντες της πολιτικής, ανεξαρτήτως ιδεολογικού στίγματος,(από τους βρετανούς συντηρητικούς έως τη σοσιαλιστική διεθνή)   έχουν αναλωθεί σε προτάσεις διάσωσης του χρηματοπιστωτικού συστήματος και αποτροπής των καταστροφικών συνεπειών της οικονομικής κρίσης. Είναι εντυπωσιακό και συγχρόνως αποκαλυπτικό ότι  κατά περίεργο τρόπο οι προτάσεις είναι πανομοιότυπες .Οι  G-20 στην πρόσφατη σύνοδο της Ουάσιγκτον συμφώνησαν ότι …..συμφωνούν ότι χρειάζεται …διαφάνεια …έλεγχος…ελεγκτικοί μηχανισμοί… κτλ. Όλοι όσοι γνωρίζουν την ιστορία και τη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος τα τελευταία 20 χρόνια μόνο να γελάσουν τρανταχτά δύνανται.     Βεβαίως παραμένουν μόνο προτάσεις οι οποίες αναφέρονται αποκλειστικά στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα .
 Εδώ χρειάζεται να υπενθυμίσουμε τα εξής: το Παγκόσμιο Χρηματοπιστωτικό Σύστημα είναι το τελευταίο βαγόνι ενός τραίνου, το οποίο σύρεται από το βαγόνι του Διεθνούς Νομισματικού Συστήματος, το οποίο με τη σειρά του σύρεται από το βαγόνι της εφαρμοσμένης Οικονομικής Πολιτικής, το οποίο σύρεται από το βαγόνι του επικρατούντος υποδείγματος  ή του επικρατούντος επιστημονικού προγράμματος της Οικονομικής Θεωρίας, το βαγόνι του οποίου με τη σειρά του έχει επιλεγεί εκ μέρους των κυρίαρχων κυβερνήσεων των ανεπτυγμένων χωρών και οι οποίες αποτελούν την ατμομηχανή της όλης διαδικασίας.
Οι παροικούντες στην Ιερουσαλήμ γνωρίζουν ότι χωρίς αλλαγή του οικονομικού υποδείγματος, οι όποιες αλλαγές στο χρηματοπιστωτικό σύστημα αποτελούν πομφόλυγα η οποία θα εκραγεί με βαρύτερο κρότο στην επομένη χρηματοπιστωτική κρίση η οποία θα συμβεί πάλι σε «ανύποπτο» (πολύ κοντινό ) μελλοντικό χρόνο.
Τι προσπαθούμε να υποστηρίξουμε γράφοντας τα παραπάνω; Ότι ο συγκεκριμένος τρόπος λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος δεν είναι καθόλου ανεξάρτητος από τον θεσμοθετημένο ρόλο λειτουργίας του ΔΝΣ και των πυλώνων διαχείρισης και εφαρμογής  της απορρέουσας εξ αυτού ,  οικονομικής  πολιτικής . Δηλαδή του ΔΝΤ, ΠΟΕ , Παγκόσμιας Τράπεζας αλλά και όλων των δημιουργηθέντων εποπτικών και ελεγκτικών μηχανισμών (γιατί υπάρχουν και τέτοιοι) όπως της Τραπέζης Διεθνών Διακανονισμών, The Basel Committee on Banking Supervision, της Διεθνούς Επιτροπής Λογιστικών Προτύπων(ISAC), The Committee on the Global Financial System (CGFS), The Committee on Payment and Settlement Systems (CPSS) the Financial Stability Institute (FSI),τα υποδείγματα διαχείρισης κινδύνων που έχουν αναπτυχθεί από τις μεγαλύτερες τράπεζες του πλανήτη , τις διευθύνσεις Διαχείρισης Κινδύνων που δημιουργήθησαν εντός των τραπεζικών ιδρυμάτων   οι οποίοι αποδείχτηκαν αναποτελεσματικοί και ανίκανοι όχι μόνο να προστατεύσουν την παγκόσμια οικονομία από την βρισκόμενη σε πλήρη εξέλιξη  συστημική κρίση αλλά και να προβλέψουν έστω και υπαινικτικά  την επερχόμενη καταστροφή για τα ίδια τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που υπηρετούν.
 Στον τρόπο λειτουργίας του ΔΝΣ συμπυκνώνεται ο τρόπος ρύθμισης της οικονομίας σύμφωνα με το κυρίαρχο οικονομικό υπόδειγμα που καθίσταται τέτοιο μόνο μετά την υιοθέτησή του από την(τις) κυρίαρχη(ες) δύναμη(εις) του πλανήτη. Το καθεστώς που διέπει τον καθορισμό των συναλλαγματικών ισοτιμιών εκφράζει  συμπυκνωμένα αλλά επακριβώς τα καθεστώτα που διέπουν: α) το διεθνές εμπόριο προϊόντων και υπηρεσιών  και β) τη διεθνή κίνηση κεφαλαίων. Ως εκ τούτου εκφράζει την κυρίαρχη άποψη του επικρατούντος οικονομικού υποδείγματος και της οικονομικής θεωρίας που το στηρίζει. Η αδυναμία συμφωνίας, σε θεωρητικό επίπεδο , για το κατάλληλο καθεστώς του ΔΝΣ  , και η διαδοχική εφαρμογή διαφόρων καθεστώτων στα τελευταία 200 χρόνια , δείχνει ότι το πρόβλημα επιλύεται στο πλαίσιο κατίσχυσης των συμφερόντων των μεγάλων δυνάμεων ή της ηγεμονικής δύναμης  και των περιορισμών που επιβάλλει η φάση ανάπτυξης του καπιταλιστικού συστήματος.
Επομένως  ,όπως εύκολα γίνεται κατανοητό , το ευρύτερο πλαίσιο εντός του οποίου μπορεί να αναλυθεί η παρούσα κρίση είναι το σύστημα κυμαινόμενων συναλλαγματικών ισοτιμιών που καθιερώθηκε μετά την κατάρρευση του συστήματος Bretton Woods (1944), το οποίο δημιουργήθηκε πάνω στα χαλάσματα του Συστήματος Ανταλλαγής Χρυσού (Gold Exchange Standard) ( Genova 1922) και το οποίο δημιουργήθηκε πάνω στα συντρίμμια του Συστήματος Χρυσού (  Gold Exchange).(1844)[1] .
Η διαδοχή αυτή δεν μπορεί παρά να εκφράζει αφενός τα δημιουργούμενα αδιέξοδα των παραπάνω συστημάτων και αφετέρου τις αναγκαίες συνεχείς απαιτήσεις για τη διευρυμένη  αναπαραγωγή του καπιταλιστικού συστήματος τις οποίες καλείται να διεκπεραιώσει ως φορέας ιδίων συμφερόντων  η εκάστοτε ηγετική δύναμη ή ομάδα των κυρίαρχων χωρών.
Η ηγετική  δύναμη ή ομάδα μπορεί να υπάρξει μόνο αν αναπαράγει αφενός συνεχώς στο εσωτερικό της τις πηγές της υπεροχής της και αν ξέρει αφετέρου να εκμεταλλευτεί τη διεθνή ρύθμιση του παγκόσμιου συστήματος σαν πηγή της ηγεμονίας της[2].
 Είναι γνωστό ότι τα κοινωνικο-ιστορικά υποκείμενα (φυσικά ή θεσμικά) παίζουν σημαντικό ρόλο στην ιστορία καθιστώντας την ανοιχτή ως προς τις πιθανές εκβάσεις , γιατί δεν δρα εντός της μια πάγια ιεραρχία παραγόντων , όπου ο ένας είναι πιο καθοριστικός από κάποιον άλλον, αλλά το βάρος και η σπουδαιότητά τους ποικίλλουν συνεχώς ανάλογα με τη συγκυρία. Έτσι η Ιστορία αποκαθάρεται από κάθε είδος εσχατολογικές προσεγγίσεις.  
Οι συμφωνίες για την  όποια μεταρρύθμιση  του  ΔΝΣ , που αποτελεί το πρώτο και ουσιαστικό πρόβλημα, πρέπει να συνοδεύονται απαραιτήτως από συγκεκριμένους κανόνες για το σχεδιασμό της νομισματικής πολιτικής στην παγκόσμια οικονομία. Η θέσπιση τέτοιων κανόνων απαιτεί είτε διευρυμένη και απρόσκοπτη συνεργασία των εθνικών οικονομικών αρχών κατά το σχεδιασμό της νομισματικής πολιτικής είτε την ύπαρξη μιας ιδιαίτερης ασύμμετρης σχέσης μεταξύ των χωρών που συμφωνούν στη μεταρρύθμιση. Ωστόσο , οι αναγκαίες αυτές συνθήκες δεν ικανοποιούνται στο σύγχρονο οικονομικό περιβάλλον. Οι κυριότερες αναπτυγμένες βιομηχανικές χώρες είναι  εξαιρετικά δύσκολο να συμφωνήσουν και να αποδεχθούν κοινούς κανόνες στο σχεδιασμό της νομισματικής πολιτικής. Στο σύγχρονο οικονομικό περιβάλλον ,στο οποίο οι νομισματικές αρχές των κυριοτέρων βιομηχανικών χωρών διατηρούν την πλήρη ανεξαρτησία τους καμία δέσμευση δεν μπορεί να παραμείνει ισχυρή και ανθεκτική για μεγάλο χρονικό διάστημα. Οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ ανεξαρτήτων εθνικών χωρών για το σχεδιασμό κοινής νομισματικής πολιτικής πάσχει αναπόφευκτα από έλλειψη αξιοπιστίας.
Η πρώτη συστηματική «ειδική» ματιά δείχνει απροκάλυπτα τις ασυνάρτητες ρητορείες  που εκστομίζονται από την διεθνή και εγχώρια πολιτική τάξη. Εκτός και αν γνωρίζοντες την πραγματικότητα μας λοιδορούν με     πομφόλυγες τύπου Παγκόσμιας Διακυβέρνησης και …πράσινα άλογα (εκ του πράττειν άλογα κυριολεκτικώς).


Monthlyreview.gr 17.10.2008


[1] Η βιβλιογραφία είναι τεράστια για τα ζητήματα αυτά . Για μια συνοπτική και κριτική διερεύνηση δες: Κ. Μελάς, Αγορά συναλλάγματος και Ιδιωτικοποίηση Κινδύνου . Εξάντας 2003..
[2] Για το ζήτημα αυτό δες: Κ.Μελάς, Ευρώ : Παγκόσμιο Νόμισμα; Τυπολογία για ένα ισχυρό-αποθεματικό παγκόσμιο νόμισμα. Ιστοχώρος Monthly Review 04-01-2006.

Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου 2008

Αποκρατικοποιήσεις

Για πρώτη φορά η έννοια της αποκρατικοποίησης αναφέρθηκε στις Προγραμματικές Δηλώσεις που ανέγνωσε στη Βουλή ο τότε νέος πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Μητσοτάκης στις 24 Απριλίου 1990.

Στη συνέχεια, οι λέξεις «ιδιωτικοποιήσεις», «αποκρατικοποιήσεις» αναφέρονται σε όλους τους κρατικούς προϋπολογισμούς που κατατέθηκαν στη Βουλή μετά το 1990.

Οι αποκρατικοποιήσεις (ανεξάρτητα αν αυτές μπορούν να σηματοδοτούν ιδιωτικοποιήσεις, μετοχοποιήσεις ή συμμετοχή ιδιωτών στο μετοχικό κεφάλαιο δημόσιων επιχειρήσεων) αποτέλεσαν ολόκληρη την περίοδο του σημιτικού «εκσυγχρονισμού» και της καραμανλικής «μεταρρύθμισης» ένα από τα βασικά διαρθρωτικά μέτρα που χρησιμοποίησε η πολιτική των ελληνικών κυβερνήσεων ακολουθώντας πιστά τη νεοφιλελεύθερη θεωρία και πολιτική. Το ιδεολογικό επιχείρημα ήταν ότι το κράτος δεν μπορεί να είναι επιχειρηματίας ενώ το πολιτικό επιχείρημα που ακόμα και σήμερα χρησιμοποιείται, είναι η εξοικονόμηση σημαντικών εσόδων από τις δαπάνες λειτουργίας των δημόσιων οργανισμών και επιχειρήσεων, τα οποία κανονικά πρέπει να διατίθενται σε παραγωγικούς τομείς. Επίσης υποστηρίζεται ότι τα έσοδα που εξασφαλίζονται από τις αποκρατικοποιήσεις, πρέπει να διατίθενται στο σύνολό τους για μείωση του δημόσιου χρέους.

Δυστυχώς παρά τα έσοδα αυτά, το δημόσιο χρέος όχι μόνο δεν μειώνεται αλλά αυξάνεται και μάλιστα με ιλιγγιώδεις ρυθμούς. Για την ιστορία αναφέρουμε ότι η πρώτη ιδιωτικοποίηση, ήταν η περιπετειώδης αποκρατικοποίηση της Επιχείρησης Αστικών Συγκοινωνιών (ΕΑΣ) το 1991. Πρόκειται μάλιστα για μια ιδιωτικοποίηση από την οποία όχι μόνο δεν εξασφαλίσθηκαν έσοδα από την πώληση αυτή, αλλά, όπως προκύπτει από την Εισηγητική Έκθεση του Κρατικού Προϋπολογισμού του 1992, επιβαρύνθηκε το Δημόσιο και με 12 δις δραχμές.

Η πρώτη ουσιαστική ιδιωτικοποίηση ήταν η πώληση της Τράπεζας Πειραιώς σε Όμιλο Επενδυτών το 1991, η πώληση της Τράπεζας Αθηνών στην Hanwha First Investment το 1993 και η αποκρατικοποίηση της Ελληνικής Βιομηχανίας Ζάχαρης με την εισαγωγή της στο Χρηματιστήριο το 1993. Η νέα τότε Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και οι άλλες έως τον Μάρτιο του 2004, κατάρτιζαν συνεχώς προγράμματα αποκρατικοποιήσεων και μετοχοποιήσεων. Από τις αποκρατικοποιήσεις αυτές, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, μέσα σε έξι χρόνια, εξασφάλισε έσοδα 13,7 δις ευρώ.


Πίνακας 1: Το χρονικό των αποκρατικοποιήσεων από το 1991

Το χρονικό των μετοχοποιήσεων, ιδιωτικοποιήσεων ή αποκρατικοποιήσεων μετά το 1991 έχει ως εξής:
1991 Πώληση της Τράπεζας Πειραιώς σε όμιλο επενδυτών υπό τον καθηγητή και τραπεζίτη Μιχάλη Σάλλα
1991 Ιδιωτικοποίηση των αστικών συγκοινωνιών με την ίδρυση των Συγκοινωνιακών Επιχειρήσεων (ΣΕΠ)
1993 Μετοχοποίηση και εισαγωγή της Ελληνικής Βιομηχανίας Ζάχαρης στο Χρηματιστήριο
1993 Πώληση της Τράπεζας Αθηνών στην Hanwha First Investment
1996 Πρώτη μετοχοποίηση ΟΤΕ
1997 Αναγγελία μετοχοποίησης ομίλου ΔΕΠ
1998 Πρώτη και δεύτερη μετοχοποίηση Καταστημάτων Αφορολήτων Ειδών (δημόσια έσοδα 20 δις και 82 δις δρχ. αντίστοιχα)
1998 Πρώτη και δεύτερη μετοχοποίηση Χρηματιστηρίου Αθηνών (δημόσια έσοδα 22 δις και 10 δις δρχ. αντίστοιχα)
1998 Δεύτερη και τρίτη μετοχοποίηση ΟΤΕ (δημόσια έσοδα 126 δις και 302 δις δρχ. αντίστοιχα)
1998 Πώληση μετοχών Εθνικής Τράπεζας (δημόσια έσοδα 63 δις δρχ.)
1998 Πώληση Τράπεζας Κρήτης στη Eurobank (δημόσια έσοδα –προκαταβολή– 22 δις δρχ. )
1998 Μετοχοποίηση ΔΕΠ (δημόσια έσοδα 35 δις δρχ.)
1998 Τράπεζα Μακεδονίας-Θράκης από Τράπεζα Πειραιώς (δημόσια έσοδα 27,3 δις δρχ.)
1998 Πώληση της Τράπεζας Κεντρικής Ελλάδος στην Εγνατία Τράπεζα (δημόσια έσοδα 17,3 δις δρχ.)
1998 Μετοχοποίηση Olympic Catering (δημόσια έσοδα 2,5 δις δρχ.)
1998 Μετοχοποίηση Γενικής Τράπεζας (δημόσια έσοδα 14 δις δρχ.)
1998 Αναγγελία για την εισαγωγή στο ΧΑ την περίοδο 1998-2000 των ακολούθων κερδοφόρων δημόσιων επιχειρήσεων: Διώρυγα Κορίνθου, ΔΕΘ, Κτηματική Εταιρεία Δημοσίου, ΕΥΔΑΠ, Οργανισμοί Αποχέτευσης και Ύδρευσης Θεσ/νίκης, Οργανισμός Διεξαγωγής Ιπποδρομιών Ελλάδος, Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς, Οργανισμός Λιμένος Θεσ/νίκης, Olympic Catering, Ολυμπιακή Τουριστική και Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου (ΟΠΑΠ)
1999 Μετοχοποίηση Εθνικής Τράπεζας (δημόσια έσοδα 281 δις δρχ.)
1999 Τρίτη μετοχοποίηση Καταστημάτων Αφορολογήτων Ειδών (δημόσια έσοδα 127 δις δρχ.)
1999 Τέταρτη μετοχοποίηση ΟΤΕ (δημόσια έσοδα 341 δις δρχ)
1999 Νέα μετοχοποίηση ΔΕΠ (δημόσια έσοδα 50 δις δρχ.)
1999 Μετοχοποίηση ΔΕΠΑ (δημόσια έσοδα 35 δις δρχ.)
1999 Μετοχοποίηση ΕΥΔΑΠ (δημόσια έσοδα 60 δις δρχ.)
1999 Πώληση Ιονικής Τράπεζας στην Alpha Bank (δημόσια έσοδα 272 δις δρχ.)
1999 Νέα μετοχοποίηση Olympic Catering (δημόσια έσοδα 3 δις δρχ.)
1999 Μετοχοποίηση ΕΤΒΑ (δημόσια έσοδα 75 δις δρχ.)
2001 Μετοχοποίηση της Εταιρείας Ύδρευσης Αποχέτευσης Θεσ/νίκης (δημόσια έσοδα 10 εκατ. ευρώ)
2001 Μετοχοποίηση Οργανισμού Λιμένος Θεσ/νίκης (δημόσια έσοδα 20 εκατ. ευρώ)
2001 Νέα μετοχοποίηση ΟΠΑΠ (δημόσια έσοδα 90 εκατ. ευρώ)
2002 Πώληση της ΕΤΒΑ στην Τράπεζα Πειραιώς (δημόσια έσοδα 511 εκατ. ευρώ)
2002 Νέα μετοχοποίηση ΟΤΕ (δημόσια έσοδα 652 εκατ. ευρώ)
2002 Νέα μετοχοποίηση ΟΠΑΠ (δημόσια έσοδα 508 εκατ. ευρώ)
2002 Πρώτη και δεύτερη μετοχοποίηση ΔΕΗ (δημόσια έσοδα 814 εκατ. ευρώ)
2002 Πώληση πακέτου 2,3% μετοχών της Εμπορικής Τραπέζης στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων στην Credit Agricole-CA (δημόσια έσοδα 56 εκατ. ευρώ) 
2002 Πώληση 58% της Olympic Catering στην Everest ΑΕ (δημόσια έσοδα 18 εκατ. ευρώ)
2002 Πώληση 49% του Ελληνικού Καζίνου Πάρνηθας στην Κοινοπραξία Hyatt-ET και επενδύσεις (δημόσια έσοδα 170 εκατ. ευρώ)
2002 Μακροχρόνια μίσθωση και επενδύσεις των Ακτών Αττικής (δημόσια έσοδα 32 εκατ. ευρώ)
2002 Πώληση των Ελληνικών Ναυπηγείων (Ναυπηγεία Σκαραμαγκά) στην HDW.
2003 Τρίτη μετοχοποίηση ΔΕΗ (δημόσια έσοδα 636 εκατ. ευρώ)
2003 Πώληση πακέτου 11% της Εθνικής Τράπεζας (δημόσια έσοδα 490 εκατ. ευρώ)
2003 Δημόσια εγγραφή Οργανισμού Λιμένος Πειραιώς (δημόσια έσοδα 55 εκατ. ευρώ)
2003 Πώληση πακέτου 33,4% της Ελληνικά Χρηματιστήρια Ελλάδος (δημόσια έσοδα 89 εκατ. ευρώ)
2003 Τρίτη μετοχοποίηση (24,61%) ΟΠΑΠ (δημόσια έσοδα 736 εκατ. ευρώ)
2003 Πώληση πακέτου 16,65% των Ελληνικών Πετρελαίων (δημόσια έσοδα 326 εκατ. ευρώ)
2003 Πώληση πακέτου 40% των Καταστημάτων Αφορολογήτων Ειδών (δημόσια έσοδα 174 εκατ. ευρώ)
2004 Πώληση πακέτου 8,21% των Ελληνικών Πετρελαίων (δημόσια έσοδα 192 εκατ. ευρώ)
2004 Πώληση πακέτου 7,46% της Εθνικής Τράπεζας (562 εκατ. ευρώ)
2005 Διάθεση 16,44% μετοχών του ΟΠΑΠ (δημόσια έσοδα 1266 εκατ. ευρώ)
2005 Διάθεση 10% των μετοχών του ΟΤΕ (δημόσια έσοδα 835 εκατ. ευρώ)
2006 Διάθεση 7,18% των μετοχών της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος (δημόσια έσοδα 328 εκατ. ευρώ)
2006 Κεφαλαιακή αναδιάρθρωση Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου και μετοχική συνεργασία με ΕΛΤΑ (δημόσια έσοδα 436 εκατ. ευρώ)
2006 Εισαγωγή στο ΧΑ με τη διάθεση 34,84% των μετοχών του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου (δημόσια έσοδα 612 εκατ. ευρώ)
2006 Διάθεση του 11,01% των μετοχών της Εμπορικής Τράπεζας (δημόσια έσοδα 364 εκατ. ευρώ)
2007 Προσφορά 10,7% των μετοχών του ΟΤΕ (δημόσια έσοδα 1100 εκατ. ευρώ)
2007 Διάθεση 20% των μετοχών του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου (δημόσια έσοδα 510 εκατ. ευρώ)
2008 Διάθεση 3% των μετοχών του ΟΤΕ (431 εκατ. ευρώ)
Πηγή: Υπουργείο Οικονομικών
Πίνακας 2: Εξέλιξη των εσόδων από αποκρατικοποιήσεις, 1998–2008
Έτος Έσοδα (σε εκατ. ευρώ)
1998 2104
1999 3971
2000 1830
2001 1651
2002 2677
2003 3148
2004 0,754
2005 2101
2006 1740
20071633
2008 431
Σύνολο 20876,185
 Πηγή:Υπουργείο Οικονομικών

Σάββατο, 4 Οκτωβρίου 2008

Η ύφεση εμφανίζεται πρώτα στην Ευρωζώνη.


1.
Οι πολίτες των χωρών που ανήκουν στη Ζώνη του ευρώ αλλά και των υπολοίπων χωρών της ΕΕ βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα , υπό μια έννοια , παράδοξο το οποίο συνίσταται στο  ότι η ΕΕ-15 εισέρχεται στην οικονομική ύφεση πριν από τις ΗΠΑ και παρότι  η οικονομία της  τελευταίας  ταλανίζεται  εδώ και ένα χρόνο από τη μεγάλη  χρηματοπιστωτική κρίση. Η οικονομία της Ευρωζώνης  ευρίσκεται με μεγάλη πιθανότητα  στα πρόθυρα μιας ύφεσης, καθώς, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΑΕΠ 2ου τριμήνου, η οικονομική δραστηριότητα στην Ευρωζώνη φαίνεται να έχει συρρικνωθεί για πρώτη φορά από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 [1].
Μετά από ένα  θετικό  πρώτο τρίμηνο, η οικονομική  δραστηριότητα στην Ευρωζώνη επιβραδύνθηκε σημαντικά κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2008. Το πραγματικό Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) μειώθηκε κατά 0,2% (Διάγραμμα 1) σε σχέση με το πρώτο τρίμηνο του 2008, αυξάνοντας  σημαντικά τις πιθανότητες για ύφεση στις οικονομίες της Ευρωζώνης.
Σύμφωνα με το γερμανικό οικονομικό ινστιτούτο DIW η μεγαλύτερη ευρωπαϊκή οικονομία συρρικνώθηκε , μείωση 0,5% , το β’ τρίμηνο του 2008 μετά την ανάπτυξη 1,3% που είχε σημειώσει το α’ τρίμηνο.
Τα ίδια ισχύουν για τη γαλλική οικονομία,  τη δεύτερη μεγαλύτερη  οικονομία της Ζώνης του Ευρώ. Σύμφωνα με ανακοίνωση της γαλλικής στατιστικής υπηρεσίας INSEE το γαλλικό ΑΕΠ συρρικνώθηκε κατά 0,3% το β΄ τρίμηνο του 2008 , έναντι αύξησης κατά 0,4% το πρώτο τρίμηνο.
Η μείωση της οικονομικής δραστηριότητας οφείλεται στη μείωση της εσωτερικής και εξωτερικής ζήτησης. Οι λόγοι μείωσης της εσωτερικής  ζήτησης είναι Οι αυστηρότεροι όροι δανεισμού  λόγω της πιστωτικής κρίσης και η αύξηση των τιμών του πετρελαίου οδήγησαν σε πτώση της  κατανάλωσης των  νοικοκυριών και των επενδύσεων κατά 0,2% και 1,2% αντίστοιχα. Ταυτόχρονα, οι λόγοι πτώσης των εξαγωγών κατά 0,4%,  θα  πρέπει να αναζητηθούν πρωτίστως στην  ανατίμηση του ευρώ έναντι του  δολαρίου με αποτέλεσμα η εξωτερική συνιστώσα να έχει μηδενική συνεισφορά στη μεταβολή του πραγματικού ΑΕΠ (Διάγραμμα 1).

 Αν οι αρνητικοί ρυθμοί ανάπτυξης συνεχιστούν και στο 3ο τρίμηνο, θα είναι η πρώτη φορά στη μεταπολεμική ιστορία που η ευρωζώνη μπαίνει σε μια ύφεση πριν τις ΗΠΑ, καθώς -σύμφωνα με την ιστορική εμπειρία- οι υφέσεις στην Ευρωζώνη ακολουθούν τις υφέσεις στις ΗΠΑ με μια μέση χρονική υστέρηση ενός έτους[2] . Θεωρούμε ότι πράγματι η οικονομία της ευρωζώνης βρίσκεται ουσιαστικά σε ύφεση . Στη Ζώνη του Ευρώ αναμένεται τώρα αρνητική ανάπτυξη και το 3ο 3μηνο.’08, ενώ η ύφεση στην οικονομία μπορεί να συνεχιστεί και στο 4ο 3μηνο.’08,
Το γερμανικό οικονομικό ινστιτούτο DIW προέβλεψε ότι το γ΄ τρίμηνο του τρέχοντος έτους η μεγαλύτερη ευρωπαϊκή οικονομία δεν θα αναπτυχθεί περισσότερο από ένα αναιμικό 0,1% μετά τη συρρίκνωση του 0,5% που σημείωσε το β' τρίμηνο και την ανάπτυξη 1,3% που είχε σημειώσει το α' τρίμηνο. Το DIW τόνισε μάλιστα ότι μόνον ο τομέας των υπηρεσιών μπορεί να αποτρέψει την επανάληψη της συρρίκνωσης για β΄ συναπτό τρίμηνο, κάτι που θα σήμαινε πως η ατμομηχανή της ευρωπαϊκής οικονομίας βρίσκεται και τυπικά σε ύφεση. Εξέφρασε, πάντως, την ελπίδα πως οι καταναλωτικές δαπάνες θα αυξηθούν τους επόμενους μήνες, καθώς αναμένεται να χαλαρώσουν οι πληθωριστικές πιέσεις το β΄ εξάμηνο. Στη διάρκεια του γ΄ τριμήνου, πάντως, αναμένεται υποχώρηση της βιομηχανικής παραγωγής κατά 0,5%. Παράλληλα οι περισσότεροι πρόδρομοι δείκτες  για τη μελλοντική οικονομική δραστηριότητα στη ζώνη του ευρώ αντανακλούν μια σημαντική επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας. Συγκεκριμένα :
ο συνολικός δείκτης  οικονομικού κλίματος της ΕΕ υποχώρησε στο χαμηλότερο επίπεδο από την οικονομική ύφεση του 2001,  επιβεβαιώνοντας τις προβλέψεις για μείωση της οικονομικής δραστηριότητας στη ζώνη του ευρώ.
Επιπλέον, ο δείκτης οικονομικής δραστηριότητας PMI  βρίσκεται κάτω από το όριο των 50 μονάδων, γεγονός που
σηματοδοτεί μείωση της παραγωγής στον τομέα της  βιομηχανίας, καθώς επίσης συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας στον τομέα των υπηρεσιών: Ο δείκτης ΡΜΙ στη μεταποίηση μειώθηκε ακόμη περισσότερο από την αρχική εκτίμηση στο 45 τον Σεπτ.΄08, από 47,6 τον Αυγ.΄08, εξέλιξη που συμβαδίζει με σημαντική επιβράδυνση της παραγωγής αλλά και της οικονομίας το 3ο 3μηνο.΄08.
Ειδικότερα, σημαντική πτώση του δείκτη παρατηρείται σε όλες τις  επιμέρους οικονομίες: στη Γερμανία (Σεπτ.΄08: 47,4, Αυγ.΄08: 49,7), τη Γαλλία (Σεπτ.΄08: 43, Αυγ.΄08: 45,8), την Ιταλία (Σεπτ.΄08: 44,4,Αυγ.΄08: 47,1), την Ισπανία (Σεπτ.΄08: 38,3, Αυγ.΄08: 42,4), αλλά και την Ιρλανδία (Σεπτ.΄08: 43,7, Αυγ.΄08: 44,9). Ο δείκτης Οικονομικού Κλίματος μειώθηκε εκ νέου στο 87,7 τον Σεπτ.΄08 (χαμηλό επίπεδο 7 ετών), από 88,5 τον Αυγ.΄08, ενώ το επίπεδο του δείκτη συμβαδίζει με αύξηση του ΑΕΠ μόλις στο 0,5% σε ετήσια βάση το 3ο 3μηνο.΄08 (από 1,4% το 2ο 3μηνο.΄08). Πτώση παρουσίασε και ο δείκτης της βιομηχανίας στο -12 τον Σεπτ.΄08, από - 9 τον Αυγ.΄08, αντανακλώντας την πτώση της βιομηχανικής παραγωγής και τους επόμενους μήνες (μετά και από τη διατήρηση του δείκτη ΡΜΙ στη μεταποίηση κάτω του 50), ενώ ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης ήταν αμετάβλητος στο χαμηλό επίπεδο στο -19[3] .
Τις δυσοίωνες προοπτικές επιβεβαιώνει και η ραγδαία πτώση του δείκτη  επιχειρηματικής εμπιστοσύνης IFO, εξαιτίας  της γενικότερης χρηματοοικονομικής κρίσης, αλλά και της ανατίμησης του ευρώ που έχει οδηγήσει σε μείωση της  ανταγωνιστικότητας των εξαγωγών της Ευρωζώνης.
 Αντίθετα στις ΗΠΑ αναμένεται τώρα μηδενική ανάπτυξη το 3ο 3μηνο.’08 και πτώση του ΑΕΠ το 4ο 3μηνο.’08. Έτσι, η αύξηση του ΑΕΠ το 2008 εκτιμάται τώρα στο 1,5%, ενώ σε ακόμη χαμηλότερα επίπεδα αναμένεται η ανάπτυξη το 2009, όπου αναμένεται πτώση και της ιδιωτικής κατανάλωσης για το έτος ως σύνολο.
Η έκταση και η διάρκεια της ύφεσης στην Ευρωζώνη θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την πορεία της κατανάλωσης των νοικοκυριών  και τις επενδύσεις των επιχειρήσεων. Οι καταναλωτικές δαπάνες έχουν αρχίσει να πλήττονται  μέσω της μείωσης της αγοραστικής δύναμης
Αλλά και οι προοπτικές για τις επενδύσεις σε ένα περιβάλλον υψηλών επιτοκίων και αυστηρότερων όρων δανεισμού δε φαίνονται θετικές, μετά την πτώση μάλιστα που σημειώθηκε κατά 1,2% στο δεύτερο τρίμηνο του 2008
σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο. Πρόκειται ουσιαστικά για την πρώτη μείωση των επενδύσεων παγίου κεφαλαίου κατά την τελευταία πενταετία, μετά την πτώση  κατά 0,3% που σημειώθηκε το πρώτο τρίμηνο του 2003.
Σύμφωνα με την έρευνα για τον τραπεζικό δανεισμό που  διενεργείται κάθε τρίμηνο από την ΕΚΤ, η ζήτηση για δάνεια από επιχειρήσεις έχει μειωθεί σημαντικά κατά το τελευταίο εξάμηνο.


2.
Μπορούμε να αναζητήσουμε τους λόγους αυτής της κατάστασης κατ΄ αρχάς στην  αμερικάνικη  χρηματοπιστωτική κρίση που εξαπλώνεται ραγδαία μετατρεπόμενη σε διεθνή και στην επιβράδυνση της παγκόσμιας ανάπτυξης. Όμως οι λόγοι αυτοί δεν αποτελούν ικανή αιτιολόγηση της μεγαλύτερης ταχύτητας, έναντι εκείνης των ΗΠΑ, με την οποία η  οικονομία της Ευρωζώνης οδηγείται στην ύφεση. Σε άλλους παράγοντες θα πρέπει να αναζητηθούν οι συγκεκριμένοι λόγοι. Ως εκ τούτου θεωρούμε ότι υπάρχουν λόγοι που άπτονται την ασκούμενη  εγχώρια  οικονομική πολιτική και το πλαίσιο που τις καθορίζει . Συνεπώς πιστεύουμε ότι σε μεγάλο βαθμό η ταχύτητα με την οποία  εξαπλώνεται η επιβράδυνση στις οικονομίες της Ευρωζώνης οφείλεται στο περιοριστικό πλαίσιο λειτουργίας της δημοσιονομικής αλλά και της νομισματικής πολιτικής. Δηλαδή στο ατεκμηρίωτο σύμφωνα με όλα τα οικονομικά δόγματα , σύμφωνο σταθερότητας και στην μη-δημοκρατική  «ανεξαρτησία» του ΕΣΚΤ  με την αποκλειστική του ενασχόληση με τον στόχο του πληθωρισμού[4]. Έτσι η υιοθέτηση του συμφώνου σταθερότητας  στερεί την απαιτούμενη ευελιξία από τις κυβερνήσεις της ζώνης του ευρώ να αυξήσουν τις δημόσιες δαπάνες για τη  στήριξη των  οικονομιών τους, σε αντίθεση με την κυβέρνηση των ΗΠΑ, η οποία υιοθέτησε ένα έκτακτο δημοσιονομικό πακέτο πρωτοφανούς μεγέθους για την τόνωση της οικονομικής μεγένθυσης . Επιπλέον θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν υφίσταται κεντρικός μηχανισμός άσκησης της δημοσιονομικής πολιτικής στην ευρωζώνη και ως εκ τούτου θα πρέπει κάθε χώρα να αποφασίσει ,αν βεβαίως έχει τα περιθώρια λόγω των υφιστάμενων  ελλειμμάτων, μόνη της ή θα πρέπει μέσω της διακυβερνητικής διαβούλευσης να αποφασιστεί κάποια κοινή δράση. Απόφαση καθόλου εύκολη λόγω και των διαφορετικών επιπτώσεων της κρίσης ή του διαφορετικού σημείου του οικονομικού κύκλου στον οποίο ευρίσκεται η οικονομία κάθε χώρας. Άλλωστε οι πρώτες αντιθέσεις έχουν δει τα φώτα της δημοσιότητας. Συγκεκριμένα τις δυσκολίες συντονισμού των κυβερνήσεων στην αντιμετώπιση της πιστωτικής κρίσης που απειλεί και την Ευρώπη, αναδεικνύει η διαφωνία Γαλλίας - Γερμανίας για μία «ευρωπαϊκή εκδοχή» του σχεδίου Πόλσον. Η γαλλική κυβέρνηση προτείνει τη δημιουργία ενός Ταμείου με κεφάλαια 300 δισ. ευρώ, ώστε η ΕΕ να μπορεί να διασώσει τράπεζες ή ασφαλιστικές εταιρείες που κινδυνεύουν από την κρίση και να περιορίσει τον συστημικό κίνδυνο. Η Γαλλίδα υπουργός Οικονομικών Κριστίν Λαγκάρντ, σε συνέντευξή της στη γερμανική εφημερίδα Handelsblatt, τονίζει ότι ένα ανάλογο του αμερικανικού σχέδιο διάσωσης των προβληματικών τραπεζών θα βοηθήσει τα μικρότερα ευρωπαϊκά κράτη να αντιμετωπίσουν καλύτερα το ενδεχόμενο μιας τραπεζικής χρεοκοπίας. Η γερμανική κυβέρνηση εξέφρασε την αντίθεσή της με αυτή την πρόταση, με τον εκπρόσωπο του υπουργείου Οικονομικών να λέει ότι το Βερολίνο «δεν στηρίζει το σχέδιο» που προτείνει ο Γάλλος πρόεδρος Ν. Σαρκοζί. Ο κ. Σαρκοζί αναμένεται να παρουσιάσει το συγκεκριμένο σχέδιο στη συνάντηση που θα έχει με τους ηγέτες της Βρετανίας, της Ιταλίας, της Γερμανίας και του προέδρου της ΕΚΤ Ζαν-Κλοντ Τρισέ στις 4 Οκτωβρίου. Η σύγκρουση ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες της ευρωζώνης υπονομεύει τις προσπάθειες δημιουργίας μίας κοινής ευρωπαϊκής συναίνεσης για την απάντηση στην κρίση, την ίδια ώρα που ο κίνδυνος της ύφεσης προβάλει απειλητικός πάνω από την Ευρώπη.[5]
Από την άλλη πλευρά όπως έχουμε αναφέρει η ΕΚΤ  έχει ως  πρωταρχικό στόχο τη σταθερότητα των τιμών και όχι τη σταθεροποίηση της οικονομίας, με αποτέλεσμα να μην έχει προβεί ακόμη σε επιθετικές μειώσεις του βασικού επιτοκίου παρέμβασης για την αντιμετώπιση της  οικονομικής επιβράδυνσης, όπως πράττει η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) σε περιπτώσεις σημαντικής επιβράδυνσης της οικονομικής δραστηριότητας η οποία ασκεί επιθετική πολιτική μείωσης των επιτοκίων παρέμβασης. Τον τελευταίο χρόνο, μάλιστα, έχει προβεί σε μείωση του βασικού επιτοκίου κατά 325 μονάδες βάσης, από τα επίπεδα του 5,25% το Σεπτέμβριο του 2007 στα επίπεδα του 2% σήμερα. Επικαλούμενη τις πληθωριστικές πιέσεις
η ΕΚΤ προέβη κατά τη συνεδρίαση στις 3 Ιουλίου 2008 σε αύξηση του βασικού επιτοκίου παρέμβασης κατά 25 μονάδες βάσης στο 4,25%, ενώ από τον Ιούνιο του 2007 έως σήμερα είχε διατηρήσει το  επιτόκιο αμετάβλητο στο 4%. Κατά τη συνεδρίαση της 01.10.2008 μεσούσης της χρηματοπιστωτικής κρίσης η ΕΚΤ  διατήρησε το βασικό επιτόκιο αμετάβλητο στο 4,25% επικαλούμενη εκ νέου ότι οι πληθωριστικές πιέσεις εξακολουθούν να υφίστανται παρότι είναι πλέον εμφανές ότι αυτές έχουν ατονήσει. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η αύξηση των πληθωριστικών πιέσεων από το τέλος του προηγούμενου έτους αποδείχτηκε συγκυριακή αλλά με τρόπο που χρησιμοποιήθηκε από τις πολιτικές και οικονομικές ελίτ της αναπτυγμένης δύσης κατάφερε να αποτελέσει ικανοποιητικό όπλο στην εξάπλωση του φόβου και στη δικαιολόγηση της ακολουθούμενης οικονομικής πολιτικής. Αυτό προκύπτει από σειρά στοιχείων που αφορούν τα μεγέθη που κυρίως επηρεάζουν τις πληθωριστικές πιέσεις.  Συγκεκριμένα μπορούμε να αναφέρουμε τα παρακάτω :
Παρότι ο  πληθωρισμός αυξήθηκε  κατά το πρώτο εξάμηνο του 2008 (από 2,1% το 2007 σε 3,5% το α’ εξάμηνο του 2008), ο δομικός πληθωρισμός έχει παραμείνει έχει μειωθεί ελάχιστα  στην Ευρωζώνη κατά τους τελευταίους μήνες (μέσος όρος Ιαν-Αύγουστος 2008: 1,8% έναντι 1,9% για το 2007). Στην Ευρωζώνη, ο εναρμονισμένος δείκτης τιμών καταναλωτή
αποκλιμακώθηκε στο 3,8% τον Αύγουστο από 4,0% τον Ιούλιο, όταν κατέγραψε την υψηλότερη ετήσια αύξηση από τον Απρίλιο του 1992.
 Παράλληλα ένα ακόμα στοιχείο που συνηγορεί  υπέρ των επιχειρημάτων μας είναι ότι  τα τελευταία στοιχεία που δημοσιεύτηκαν από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) για τους μισθούς στις χώρες της Ευρωζώνης φανερώνουν μια σημαντική επιβράδυνση του ετήσιου ρυθμού αύξησης των αποδοχών.  Σύμφωνα με αυτά τα στοιχεία το συνολικό εργατικό κόστος ανά ώρα παρουσίασε ετήσια αύξηση της τάξεως του 2,7% το δεύτερο τρίμηνο του 2008 από 3,5% το πρώτο τρίμηνο, όταν σημειώθηκε η μεγαλύτερη ετήσια αύξηση από το τρίτο τρίμηνο του 2001. Η μείωση του εργατικού κόστους αντανακλάται και στην αποκλιμάκωση του ετήσιου ρυθμού μεταβολής των μισθών από 3,7% το πρώτο τρίμηνο σε 2,8% το δεύτερο τρίμηνο του 2008 . Όμως το πλέον σημαντικό στοιχείο είναι ότι  οι τιμές των περισσότερων εμπορευμάτων έχουν υποχωρήσει σημαντικά από τα ιστορικά υψηλά του Ιουλίου.
 Οι  παγκόσμιοι δείκτες αναφοράς S&P και GSCI,  ο κλάδος  της ενέργειας εμφανίζει τη μεγαλύτερη μείωση όπου οι τιμές υποχωρούν κατά 33% από τις αρχές Ιουλίου. Συγκεκριμένα  , η τιμή του αργού πετρελαίου  έχει αποκλιμακωθεί σημαντικά σημειώνοντας μια πτώση της τάξεως του 35% από το ιστορικό υψηλό των 147,27 δολαρίων το βαρέλι που  καταγράφηκε τον Ιούλιο. Στους κλάδους των αγροτικών προϊόντων, των βιομηχανικών και των πολύτιμων μετάλλων οι τιμές βρίσκονται κατά 26%, 22% και 7% χαμηλότερα αντίστοιχα[6].
Στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται και οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό κατά τους επόμενους 12 μήνες από την πλευρά των καταναλωτών.
Επομένως είναι εξαιρετικά δύσκολο η ΕΚΤ να συνεχίσει την ίδια πολιτική επιτοκίων το άμεσο μέλλον και θα εξαναγκαστεί να το μειώσει.  Όμως, καθώς η θετική επίδραση στην οικονομική μεγέθυνση  από μια  μείωση του επιτοκίου παρέμβασης εμφανίζεται πάντοτε με χρονική υστέρηση, ο κίνδυνος είναι ότι όταν η ΕΚΤ  αποφασίσει να μειώσει τα επιτόκια ίσως να είναι πολύ αργά για να αποφευχθεί  η  ύφεση.

 









Διάγραμμα 2 . Ζήτηση για επιχειρηματικά δάνεια και Ιδιωτικές Επενδύσεις.






Montlyreview.gr  04.10.2008


[1] «Αν αποδεχτούμε τον συνήθη τεχνικό ορισμό μιας ύφεσης  ως τουλάχιστον δύο διαδοχικά τρίμηνα συρρίκνωσης του
πραγματικού ΑΕΠ, τότε η Ευρωζώνη από το 1970 έως σήμερα πέρασε τέσσερις υφέσεις: το 1974-75, το 1980, το
1982 και το 1992-93. Όπως φαίνεται και στον Πίνακα 2, η μέση διάρκεια μιας ύφεσης στην Ευρωζώνη είναι περίπου
3 τρίμηνα, και συνοδεύεται από μια μείωση του ΑΕΠ της τάξης του 1,1% σωρευτικά. Η μέση επιβράδυνση του
ετήσιου ρυθμού μεταβολής του ΑΕΠ από το ανώτατο στο  κατώτατο σημείο του οικονομικού κύκλου φτάνει κατά
μέσο όρο τις 5 ποσοστιαίες μονάδες. Αν η ιστορία  επαναληφθεί, τότε η απώλεια σε όρους ΑΕΠ από την
τρέχουσα ύφεση στην Ευρωζώνη θα οδηγήσει σε μείωση  του ετήσιου ρυθμού μεταβολής του ΑΕΠ από 3,3% (που
ήταν το ανώτατο σημείο του τρέχοντος κύκλου το τέταρτο τρίμηνο του 2006) σε περίπου -1,5%.»

[2] Δ. Μαλλιαρόπουλος – Ο. Κοσμά , Βρίσκεται η Ευρώπη στα πρόθυρα μιας ύφεσης;  Eurobank E.F.G , Οικονομία και Αγορά . Τόμος ΙΙΙ , Τεύχος 8, Σεπτέμβριος 2008.
[3] Alpha Bank, Εβδομαδιαίο Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων. Διεύθυνση Οικονομικών Μελετών .01.10.2008.
[4] Έχουμε αναλύσει το θεωρητικό υποστύλωμα αυτών των απόψεων στα: Κ.Μελάς , Η νεοκλασική θεμελίωση της οικονομικής φιλοσοφίας των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων. Ιστοχώρος   MR.gr 01.06..2007 και στο Κ.Μελάς : Το Υπόδειγμα της Νέας Συναίνεσης . Ιστοχώρος MR.gr 19.03.2007.
[5] Ιστοχώρος,  in.gr 02.10.2008. Όταν γραφόταν το άρθρο αυτό πληροφορηθήκαμε ότι στη σύσκεψη των τεσσάρων μεγαλύτερων οικονομιών της ευρωζώνης , 04.10.2008, το σχέδιο αυτό απορρίφθηκε και υιοθετήθηκε το σχέδιο της Καγκελαρίου Μέρκελ σύμφωνα με το οποίο υπεύθυνη για τυχούσες πτωχεύσεις σε κάθε εθνικό κράτος είναι η κυβέρνησή του.
[6] Τα στοιχεία αφορούν το τέλος του Σεπτεμβρίου 2008.