Τετάρτη, 3 Σεπτεμβρίου 2008

Δημοσιονομικές εξελίξεις


Μιλώντας για τα δημοσιονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει στην παρούσα συγκυρία η χώρα μας (μια συγκυρία που δυστυχώς διαρκεί… τουλάχιστον όσο και η μεταπολίτευση) θα πρέπει να ξεκινήσουμε υπενθυμίζοντας στους παροικούντες την Ιερουσαλήμ και κάνοντας γνωστό στους υπολοίπους ότι:

Πρώτον, κάθε κοινωνικό πρόβλημα, και στην πραγματικότητα κάθε οικονομικό πρόβλημα, είναι σε τελική ανάλυση δημοσιονομικό. Για οποιοδήποτε ζήτημα βρίσκεται υπό συζήτηση χρειαζόμαστε πάντοτε πόρους –κεφάλαιο– οι οποίοι με κάποιον τρόπο πρέπει να παραχθούν.

Δεύτερον, η φορολογική εκμετάλλευση είναι η αρχαιότερη μορφή εκμετάλλευσης μαζί με την ανοιχτή δουλεία… Όλα σχεδόν τα προνόμια των προνομιούχων τάξεων ήταν φορολογικά, οι τάξεις ήταν γενικά φορολογικές τάξεις. Το ίδιο ακριβώς εξακολουθεί να ισχύει και στη σημερινή εποχή.

Οποιαδήποτε συζήτηση συνεπώς για τα δημοσιονομικά ζητήματα θα πρέπει, για να έχει νόημα, να λαμβάνει απολύτως σοβαρά υπόψη τις δύο παραπάνω θέσεις και να κρίνεται με βάση αυτές.

Είναι δύσκολο να αρνηθεί ο οποιοσδήποτε κυβερνητικόςimage παράγοντας ότι ο εκτροχιασμός των δαπανών, η υστέρηση στα δημόσια έσοδα και ο κίνδυνος, που ελλοχεύει να υπαχθεί η χώρα σε καθεστώς επιτήρησης, οδηγεί την κυβέρνηση στη λήψη φοροεισπρακτικών μέτρων, τη στιγμή μάλιστα που ο ελεγκτικός μηχανισμός «τελεί εν υπνώσει». Το να τεθεί και πάλι η ελληνική οικονομία σε επιτήρηση θα ήταν εμφανώς παταγώδης αποτυχία της οικονομικής πολιτικής. Όμως τι άλλο από ομολογία αποτυχίας της οικονομικής πολιτικής αποτελούν τα έκτακτα μέτρα στα οποία κατέφυγε η κυβέρνηση για να αντιμετωπίσει το δημοσιονομικό αδιέξοδο και να καλύψει το έλλειμμα του προϋπολογισμού; Η ευθύνη του κ. Αλογοσκούφη είναι δεδομένη διότι αυτός ασκούσε την οικονομική πολιτική όλα αυτά τα χρόνια και επιπλέον μέχρι πρόσφατα μας διαβεβαίωνε ότι όλα βαίνουν καλώς. Η αυτοδιάψευση χωρίς ίχνος αυτοκριτικής αποτελεί ίσως το μοναδικό προσόν των σύγχρονων πολιτικών.

Η λήψη τέτοιου τύπου μέτρων, μαζί με άλλα πιο συνηθισμένα, όπως η περικοπή του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων και η συγκράτηση καταναλωτικών δαπανών, θεωρείται πλέον επιβεβλημένη, καθώς οι εξαρχής φιλόδοξοι στόχοι του προϋπολογισμού απομακρύνονται ακόμη περισσότερο, εξαιτίας των επιπτώσεων από τη διεθνή κρίση, την υστέρηση των εσόδων και τις υπερβάσεις των δαπανών.

Τα πράγματα γίνονται πιο περίπλοκα εξαιτίας του γεγονότος ότι η Eurostat προχωρά σε αναθεώρηση του ελλείμματος του 2007 πάνω από το 3% του ΑΕΠ. Σύμφωνα με πληροφορίες, η πρώτη εκτίμηση των στελεχών της ευρωπαϊκής στατιστικής υπηρεσίας που επισκέφθηκαν προ δύο εβδομάδων την Αθήνα, προκειμένου να διερευνήσουν κάποια αμφισβητούμενα δημοσιονομικά στοιχεία, είναι πως το έλλειμμα του προηγούμενου χρόνου είναι κατά τουλάχιστον 700 εκατ. ευρώ ή 0,3% του ΑΕΠ υψηλότερο του 2,8% που είχε καταγράψει η Εθνική Στατιστική Υπηρεσία και το υπουργείο Οικονομίας. Η διαφορά οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι η Eurostat θεωρεί ότι κάποιες εισροές κοινοτικών πόρων ενεγράφησαν ως έσοδα του περυσινού προϋπολογισμού, ενώ θα έπρεπε να εγγραφούν σε αυτόν του 2006, μειώνοντας ισόποσα το έλλειμμα εκείνου του έτους. Ανοικτή παραμένει ακόμη η περίφημη «άσπρη τρύπα» (το πλεόνασμα των ΟΤΑ, των ασφαλιστικών Ταμείων και των ΝΠΔΔ), καθώς και τα swaps για τόκους, που προς το παρόν μπαίνουν στην άκρη.

Τι μας αποκαλύπτει όμως η φύση των νέων φορολογικών μέτρων; Πέρα από τα όσα έχουν ήδη αναλυθεί από πολλές και διαφορετικές οπτικές για τις επιπτώσεις τους, υπάρχουν τρεις διαστάσεις που παρουσιάζουν ενδιαφέρον. Η πρώτη αφορά την αντίφαση των ίδιων των μέτρων με τους στόχους της οικονομικής πολιτικής, η δεύτερη την αδυναμία περιορισμού της φοροδιαφυγής και την ανυπαρξία ελεγκτικών μηχανισμών των εσόδων ενώ η τρίτη την αδυναμία «δίκαιου» καταμερισμού των φορολογικών βαρών. Συγκεκριμένα:

Τα μέτρα λαμβάνονται σε μια περίοδο αποκλιμάκωσης του ρυθμού ανάπτυξης, αρνητικής επίπτωσης του διαθέσιμου εισοδήματος των καταναλωτών από τις μεγάλες αυξήσεις στις τιμές του πετρελαίου και των τροφίμων, υψηλότερων επιτοκίων και μείωσης του ρυθμού πιστωτικής επέκτασης και επιδείνωσης του οικονομικού κλίματος, όπως αντανακλάται στις προσδοκίες των επιχειρήσεων και των καταναλωτών.

Η αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης αναμένεται να επιδεινώσει περαιτέρω την κατανάλωση και τις επενδύσεις και, ενδεχομένως, να οδηγήσει την οικονομία σε χαμηλότερο ρυθμό ανάπτυξης από το 3,6% για το 2008 γεγονός που μεσοπρόθεσμα θα δράσει ανασταλτικά στην αύξηση της φορολογητέας ύλης.

Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, ο ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας ήταν πάνω από 4% κατά μέσο όρο. Δυστυχώς, την περίοδο αυτή δεν δημιουργήθηκαν, όπως θα μπορούσαν, πλεονάσματα στον προϋπολογισμό. Ο ρυθμός αύξησης των πρωτογενών δαπανών από το 2002 μέχρι σήμερα διατηρείται κατά μέσο όρο πάνω από 10% ετησίως.

Χαρακτηριστική είναι η αδυναμία του Υπουργείου Οικονομικών να τιθασεύσει τη φοροδιαφυγή, την οποία καλούνται να πληρώσουν οι νομοταγείς πολίτες που κατέβαλλαν τους αναλογούντες φόρους, όταν οι διπλανοί τους κατάφερναν να φοροδιαφεύγουν.

Είναι σε όλους γνωστό ότι η παραοικονομία στην Ελλάδα αγγίζει τα 70 δις ευρώ το χρόνο, η φοροδιαφυγή τα 21 δις ευρώ, η γραφειοκρατία κοστίζει 16 δις ευρώ και οι «μίζες» και τα «φακελάκια» περίπου 1 δις ευρώ.

Για άλλη μια φορά στέλλεται το μήνυμα ότι οι ασυνεπείς φορολογούμενοι επιβραβεύονται. Η ομολογία της κυβέρνησης ότι δεν μπόρεσε να περιορίσει τη φοροδιαφυγή αποκαλύπτει τις εγγενείς αδυναμίες του φοροεισπρακτικού μηχανισμού, κάτι που όμως κανείς δεν εξετάζει. Είναι παγκοίνως πλέων γνωστό ότι δεν μπορεί να περιοριστεί η φοροδιαφυγή χωρίς ριζική αναδιάρθρωση της λειτουργίας των φορολογικών υπηρεσιών.

Οι ελεγκτικοί μηχανισμοί όμως λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο που λειτουργούσαν και πριν από 20 χρόνια. Εδώ αποκλειστικά υπεύθυνη είναι η κυβέρνηση. Ο ελεγκτικός μηχανισμός όλα αυτά τα χρόνια δεν κατάφερε να συλλάβει τη φοροδιαφυγή, παρά την αναδιοργάνωση της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων και των υπόλοιπων ελεγκτικών μηχανισμών. Αξιοσημείωτο είναι ότι δεν χρησιμοποιήθηκαν τα προγράμματα που δημιούργησε η Γενική Γραμματεία Πληροφορικών Συστημάτων για τον εντοπισμό εστιών φοροδιαφυγής.

Ας γίνει επιτέλους κατανοητό ότι όσο και να αλλάξουν οι νόμοι, όσο και να υπάρχει η πολιτική βούληση, η φοροδιαφυγή δεν θα περιοριστεί, αν δεν δημιουργηθεί αξιόπιστος μηχανισμός ελέγχου. Γι’ αυτό όμως δεν έχει γίνει καμιά προσπάθεια και τα τελευταία χρόνια μάλιστα έχουμε κάνει βήματα προς τα πίσω.

Η κατάργηση του αφορολογήτου ορίου για 1.600.000 ελεύθερους επαγγελματίες και μικρομεσαίες επιχειρήσεις έχει προκαλέσει τη μήνιν των ανωτέρω επαγγελματικών τάξεων. Ο υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών κατά την παρουσίαση των μέτρων, στήριξε την κυβερνητική απόφαση στα στατιστικά στοιχεία της Γενικής Γραμματείας Πληροφορικών Συστημάτων τα οποία καταδεικνύουν ότι το μέσο δηλωθέν εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες και συντάξεις ανέρχεται στα 15.000 ευρώ, ενώ το μέσο δηλωθέν εισόδημα από ελεύθερα επαγγέλματα στα 9.947 ευρώ, το οποίο είναι ακόμα χαμηλότερο μετά την αφαίρεση των ασφαλιστικών τους εισφορών (περίπου 7.300 ευρώ). Δηλαδή λιγότερο από το μισό που δηλώνουν οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι. Βεβαίως υπάρχει φοροδιαφυγή.

Όμως ο τρόπος που η κυβέρνηση επιδιώκει να λύσει το πρόβλημα με μια τέτοιου είδους συνολική ρύθμιση, είναι κοινωνικά άδικος δεδομένου ότι στην κατηγορία αυτή υπάρχει η μεγάλη κατηγορία των νέων εργαζομένων (αρχιτέκτονες, μηχανικοί πάσης φύσεως, τεχνικοί πληροφοριακών συστημάτων κ.λπ.),οι οποίοι εργάζονται με δελτίο παροχής υπηρεσιών (στην ουσία όμως πρόκειται για εξαρτημένη εργασία) των οποίων οι μηνιαίες αμοιβές κυμαίνονται από 650 έως 1000 ευρώ. Όλοι αυτοί θα υποστούν μείωση της αγοραστικής τους δύναμης και των πενιχρών εισοδημάτων τους επιβαρύνοντας περαιτέρω τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς των γονέων τους, οι οποίοι εξακολουθούν να τους υποστηρίζουν οικονομικά για να μπορέσουν να επιζήσουν με στοιχειώδη αξιοπρέπεια.

Επιπλέον η απόφαση της κυβέρνησης να καταργήσει το αφορολόγητο των ελεύθερων επαγγελματιών θα επιφέρει αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης, κάτι που με βάση την άποψη της κυβέρνησης θα δημιουργήσει πρόσθετα κίνητρα για φοροδιαφυγή. Και η αύξηση της φοροδιαφυγής στο εισόδημα αναγκαστικά θα προκαλέσει αύξηση και στη φοροδιαφυγή του ΦΠΑ. Φαύλος κύκλος…