Παρασκευή, 26 Σεπτεμβρίου 2008

Η παρούσα χρηματοπιστωτική κρίση . Διακριτά χαρακτηριστικά.




Αντικείμενο τούτου του άρθρου αποτελεί η διερεύνηση του χαρακτήρα της ευρισκόμενης σε πλήρη εξέλιξη διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης με επίκεντρο τις ΗΠΑ.
Είναι πλέον παγκοίνως αποδεκτό ότι η ανάπτυξη του καπιταλισμού είναι συνυφασμένη με κρίσεις. Ο καπιταλισμός είναι ένα σύστημα που εγγενώς ρέπει προς την ανισορροπία. Στη διαδικασία συνολικής και διευρυμένης  αναπαραγωγής του κοινωνικού κεφαλαίου η παρουσία κρίσεων αποτελεί ένα αλλεπάλληλα επαναλαμβανόμενο φαινόμενο. Οι κρίσεις  λαμβάνουν  διαφορετικές  μορφές αναλόγως σε ποιο τομέα της οικονομικής δραστηριότητας πρωταρχικά εμφανίζονται. Έτσι μπορούν να χαρακτηρισθούν ως κρίσεις : οικονομικές , χρηματιστηριακές, νομισματικές ή χρηματοπιστωτικές. Οι τελευταίες αποτελούν κρίσεις οι οποίες εκδηλώνονται πρωταρχικά και αφορούν κυρίως στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι οι χρηματοπιστωτικές κρίσεις δεν είναι όλες ίδιες ως προς την ένταση ή τις επιπτώσεις ούτε ως προς τους μηχανισμούς γέννησής τους .
Το πώς συνδέονται οι χρηματοπιστωτικές κρίσεις με τις υπόλοιπες μορφές κρίσεων , το πώς επηρεάζουν ή επηρεάζονται από τους υπόλοιπους τομείς της οικονομίας αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης μελέτης της κάθε συγκεκριμένης χρηματοπιστωτικής κρίσης με βάση τα διακριτά χαρακτηριστικά της .
 Ανατρέχοντας στην ιστορία των χρηματοπιστωτικών κρίσεων διακρίνουμε περιπτώσεις τέτοιων κρίσεων που εκδηλώνονται με τρόπο «αυτόνομο» από την υπάρχουσα οικονομική συγκυρία , περιπτώσεις που αποτελούν υπό μια έννοια την αιτία σοβαρών δυσμενών επιδράσεων στην οικονομική πραγματικότητα και περιπτώσεις στις οποίες οι χρηματοπιστωτικές κρίσεις είναι το αποτέλεσμα της κρίσης που διέπει την γενικότερη οικονομική συγκυρία. Θα μπορούσαμε με ευκολία να υποστηρίξουμε ότι τα τελευταία 35 χρόνια είμαστε μάρτυρες μιας σημαντικότατης αύξησης του αριθμού των χρηματοπιστωτικών κρίσεων που εμφανίστηκαν τόσο στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες [1] , όσο και στις υπόλοιπες χώρες του πλανήτη[2].
Σε άμεση σύνδεση με τον αυξητικό ρυθμό των χρηματοπιστωτικών κρίσεων βρίσκεται η παρατηρούμενη διόγκωση του χρηματοπιστωτικού τομέα.



Τούτη η διόγκωση είναι, κατ’ αρχάς,  το αναγκαίο , αλλά όχι ικανό, αποτέλεσμα του νέου ρυθμιστικού πλαισίου που επεβλήθη (κατ’ εξοχήν με ενέργειες των ΗΠΑ) στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα . Χαρακτηριστικά του σύγχρονου ανοιχτού χρηματοπιστωτικού συστήματος, είναι η ελεύθερη κίνηση των κεφαλαιακών ροών, η απορύθμιση και αποκανονικοποίηση των πλαισίων λειτουργίας του, η ευρύτατη πρακτική arbitrage  και τα πολύπλοκα συστήματα κάλυψης κινδύνων (παράγωγα προϊόντα), τα οποία ως επί το πλείστον μετατρέπονται και λειτουργούν ως κερδοσκοπικά συστήματα.
Η διαδικασία απορύθμισης και η έντονη διεθνοποίηση (παγκοσμιοποίηση) των χρηματοπιστωτικών αγορών συμβαδίζουν κατά τρόπο ανακλαστικό. δηλ. με έναν τρόπο, σύμφωνα με τον οποίο η μια διαδικασία (απορύθμισης) αποτελεί παράγοντα δημιουργίας της άλλης (παγκοσμιοποίησης). Οι ρυθμίσεις που απορυθμίστηκαν ήσαν πρωτίστως εθνικές, αφορούσαν δηλαδή, στον οικονομικό χώρο που ονομάζεται έθνος και ως εκ τούτου, οι λιγότερες ρυθμίσεις οδηγούν σε μεγαλύτερη ένταση της διεθνοποίησης. Παράλληλα η καινοτομικότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα δημιουργώντας νέες χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες μετέβαλε και τον τρόπο με τον οποίο χρηματοδοτούνται οι βιομηχανικές και εμπορικές δραστηριότητες, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο τα νοικοκυριά διαχειρίζονται τις οικονομικές πλευρές της ζωής τους. Συγχρόνως, άλλαξαν τις παραμέτρους που καθορίζουν τη λειτουργία των Κυβερνήσεων, σχετικά με τη χάραξη και την άσκηση της οικονομικής πολιτικής.
Η άσκηση της χρηματοπιστωτικής λειτουργίας ουσιαστικά μετατράπηκε σε συνεχή προσπάθεια διαχείρισης κινδύνων μέσα σ΄ένα εντελώς αβέβαιο και ρευστό περιβάλλον.
Όμως , σύμφωνα με την δικιά μας αντίληψη, την ικανή συνθήκη , η οποία θα μας επιτρέψει να κατανοήσουμε τις παρατηρούμενες εξελίξεις, θα πρέπει να αναζητηθεί στην ίδια τη διαδικασία της συσσώρευσης του κεφαλαίου και ειδικά στη «σημερινή» συγκυρία της διευρυμένης αναπαραγωγής του.
Στις παλαιότερες χρονικές περιόδους , πριν το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο αλλά και την πρώτη δεκαετία της μεταπολεμικής περιόδου η χρηματοπιστωτική σφαίρα αντιμετωπιζόταν ως το λιπαντικό που ήταν απαραίτητο στην εξυπηρέτηση των αναγκών της παραγωγής. « Παρόλα αυτά υπήρχε η τάση σχετικής αυτονόμησής της  και τη δημιουργία κερδοσκοπικών υπερβολών  στα τελευταία στάδια της ανόδου του οικονομικού κύκλου. Κατά κανόνα , τα επεισόδια αυτά είχαν σύντομη διάρκεια και δεν επέφεραν μακροχρόνιες επιπτώσεις στη δομή και τη λειτουργία της οικονομίας[3]».
Αλλά και ο Μαρξ  είχε με σαφήνεια περιγράψει τον προσδιορισμό αλλά και την ενδεχόμενη σχετική αυτονόμηση της κίνησης του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου από την κίνηση του « πραγματικού παραγωγικού κεφαλαίου». Είχε δηλαδή δείξει τη δυνατότητα αυτονόμησης των χρηματοπιστωτικών κεφαλαίων από τον επιχειρηματικό κύκλο[4], και την δυνατότητα κερδοσκοπικών υπερβολών ανεξάρτητων από την κατάσταση της παραγωγής.
Τα τελευταία χρόνια , όμως , κυρίως στις αναπτυγμένες χώρες της Δύσης, παρατηρείται ένας δομικός μετασχηματισμός στην ίδια τη διαδικασία συσσώρευσης του κεφαλαίου με την έννοια ότι ο χρηματοπιστωτικός τομέας τείνει να αυτονομηθεί από την παραγωγή και από κυριαρχούμενος να μετατραπεί σε κυρίαρχο. Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με τη νέα συγκρότηση της παγκόσμιας οικονομικής τάξης υπό την καθοδήγηση του νέου χρηματιστικού κεφαλαίου και ειδικά του αμερικάνικου, το οποίο τείνει να επιβληθεί  στον πραγματικό τομέα της οικονομίας  ,δηλαδή στην παραγωγή, στην απασχόληση, στους μισθούς και στην κατανομή του παραγόμενου πλούτου, καθορίζοντας σε μεγάλο ποσοστό τη λειτουργία τους.

Το χρηματιστικό κεφάλαιο αντιστοιχεί στο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, όταν αυτό το τελευταίο υπερισχύει  σε οποιαδήποτε ιστορική συγκυρία ,έναντι του παραγωγικού κεφαλαίου. Όταν  δηλαδή οι διαμεσολαβούμενες από το χρηματοπιστωτικό σύστημα και τους οιονεί χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, πιστώσεις (κλασσικές ή νέας μορφής) δεν κατευθύνονται στην εξυπηρέτηση των αναγκών της πραγματικής οικονομίας, αλλά αυτονομούμενες από αυτές καθίστανται αυτάρκεις μορφές «επενδυτικής τοποθέτησης» στην υπηρεσία εξυπηρέτησης των ίδιων συμφερόντων των κοινωνικών ομάδων που τις κατέχουν .





Η ουσία της προβληματικής που επιχειρούμε να αναπτύξουμε  μπορεί να συνοψιστεί στο εξής :
Το χρηματιστικό κεφάλαιο  δεν αποτελεί απλή «συγχώνευση» του τραπεζικού κεφαλαίου με το βιομηχανικό….Αντιθέτως ,το φαινόμενο αυτό σηματοδοτεί την οριστική ,στην  ιστορική περίοδο που διάγουμε , κατίσχυση των χρηματικών προδιαγραφών πάνω στις οικονομικές και παραγωγικές  …με την επικράτηση της εισοδηματικής λογικής εις βάρος της παραγωγικής ,του χρήματος …εις βάρος της οικονομίας. Το χρηματιστικό κεφάλαιο δεν σηματοδοτεί τόσο έναν ιδιαίτερο τρόπο παραγωγής «καθαρού εισοδήματος», όσο κυρίως έναν τρόπο συγκέντρωσης και οικειοποίησης του ήδη διαθέσιμου εισοδήματος.
 Παράλληλα παρατηρούμε ότι οι σημερινές μορφές χρηματιστικής συσσώρευσης δεν επαναδιοχετεύουν τον παραγόμενο πλούτο στην οικονομία ,ώστε να συνεχίζει να λειτουργεί αναπόσπαστο ένα σύστημα διευρυμένης αναπαραγωγής , αλλά τον  αποσπούν μονόπλευρα από τη σφαίρα της παραγωγής και τον εναποθέτουν στην χρηματοπιστωτική, δηλαδή σε αυτήν που χωρίς να παράγει συντηρείται από τις παραγωγικές δυνατότητες της πρώτης». Το χρηματιστικό κεφάλαιο και ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιείται ,παραγόμενο και αναπαραγόμενο ,στη σημερινή παγκόσμια αλλά και ελληνική συγκυρία ,παράγει ασύγκριτα περισσότερες εισοδηματικές προσόδους που εκτρέφουν αργούντες αποταμιευτές ,εισοδηματίες και χρηματιστηριακούς κερδοσκόπους απ’ ότι παραγωγικά επιχειρηματικά εισοδήματα και εργατικούς μισθούς .

Διαπιστώνεται λοιπόν μια μεγάλη μεταφορά κεφαλαίου από τους άμεσα παραγωγικούς τομείς στους χρηματοπιστωτικούς. Ο λόγος που πραγματοποιείται αυτή η μεταφορά , αν παρακολουθήσουμε τη λογική του Μαρξ[5] θα πρέπει να αναζητηθεί στην αδυναμία διεύρυνσης της παραγωγής. Στις δυσκολίες δηλαδή που συναντά το Κεφάλαιο να διευρύνει την αναπαραγωγή του. Το ερώτημα που προκύπτει αβίαστα  είναι αν οι σημερινές περιοδικές κρίσεις , αντιπροσωπεύουν απλά πρόσκαιρες διακοπές σε μια διαδικασία επιταχυνόμενης οικονομικής μεγένθυσης ή παραπέμπουν σε σοβαρούς και μακροχρόνιους περιορισμούς στη συσσώρευση του κεφαλαίου.
Αν ισχύει το πρώτο τότε μπορούμε να αναμένουμε  στο προσεχές μέλλον , με την απομάκρυνση των νεοφιλελεύθερων οικονομικών δογμάτων και την επανάκαμψη των άμεσα παρεμβατικών οικονομικών πολιτικών   , τη «ρύθμιση της συσσώρευσης» σύμφωνα με κεϋνσιανές – σοσιαλδημοκρατικές πολιτικές  και άρα την επαναδιοχέτευση του παραγόμενου πλούτου στην οικονομία ,ώστε να συνεχίζει να λειτουργεί αναπόσπαστο ένα σύστημα διευρυμένης αναπαραγωγής.

Αντιθέτως αν ισχύει το δεύτερο και η διόγκωση του χρηματοπιστωτικού τομέα αποτελεί δομικό χαρακτηριστικό της συσσώρευσης του κεφαλαίου στην παρούσα χρονική περίοδο , δηλαδή συμβάλλει αποφασιστικά στη διέξοδο του οικονομικού πλεονάσματος  προσφέροντας θέσεις εργασίας και εμμέσως τονώνοντας τη ζήτηση γίνεται αντιληπτό ότι τα πράγματα περιπλέκονται περισσότερο.
Τούτο γιατί ως άμεσο συμπέρασμα προκύπτει η μονιμότητα των  δυσκολιών της διευρυμένης αναπαραγωγής του κεφαλαίου (περίπου μια κατάσταση εμμενούς στασιμότητας της παραγωγής ) και άρα το ερώτημα μετατίθεται στο κατά πόσο μπορεί ο χρηματοπιστωτικός τομέας να «φέρει εις πέρας» το φορτίο της αναπαραγωγής του κεφαλαίου.
Δεν  μπορεί να  υπάρξει εγγυημένη απάντηση σε αυτή την ερώτηση. Στην παρούσα φάση της ιστορίας του καπιταλισμού – εκτός της περίπτωσης ενός διόλου απίθανου κλονισμού, όπως η κατάρρευση του διεθνούς νομισματικού και τραπεζικού συστήματος- η συνύπαρξη της παρατηρούμενης  στασιμότητας στον παραγωγικό τομέα –των αναπτυγμένων οικονομιών της Δύσης- και της διόγκωσης του χρηματοπιστωτικού τομέα μπορεί να συνεχιστεί για μεγάλο χρονικό διάστημα.[6]
 Πιστεύοντας στην ισχύ την ετερογένεια των σκοπών της ιστορίας , δεν μπορεί να αποκλεισθεί καμιά από τις δύο  αλλά και όποιες άλλες εξελίξεις μπορούν θεωρητικά να υπάρξουν. Όμως πεποίθησή μας είναι  ότι στο μέλλον δεν μπορεί να επαναληφθούν καταστάσεις του παρελθόντος τουλάχιστον με τον ίδιο τρόπο.
 Όμως  σχετικά με  τα μελλούμενα υπάρχει κάτι που πρέπει να μας προβληματίσει πολύ περισσότερο . Βλέπουμε ότι οι θεωρίες μας για τον αντικοινωνικό και πιθανόν ακραίο χαρακτήρα του καπιταλισμού επαληθεύονται, και εμείς οι αριστεροί χαμογελάμε, τρίβουμε τα χέρια μας και είμαστε έτοιμοι για τις πολιτικές και κοινωνικές συνέπειες της κρίσεως. Θα έπρεπε; Ή ίσως θα έπρεπε να αναρωτηθούμε πόσο προετοιμασμένοι είμαστε να αντιμετωπίσουμε αυτή τη νέα κρίση με αριστερές εναλλακτικές; Όχι μόνο με θεωρίες, αλλά με πολιτική, κοινωνική και ιδεολογική ισχύ να συγκρουσθούμε με την ηγεμονία που βρίσκεται σε κρίση. Είμαστε έτοιμοι να αναλογιστούμε αν τα μέτρα που λήφθηκαν από τις κυβερνήσεις δεν θα σημαίνουν περισσότερα βάσανα για τους φτωχούς, περισσότερη απελπισία, εγκατάλειψη, ανεργία και επισφαλή εργασία, χωρίς οι άνθρωποι να μπορούν να δουν εναλλακτικές;
Αν είμαστε απλά έτοιμοι να παίξουμε έναν διανοητικό ρόλο, αυτόν των επικριτών του καπιταλισμού, αυτή η κρίση είναι μια μεγάλη γιορτή. Μπορούμε να πανηγυρίζουμε και να παράγουμε –ημέρα με την ημέρα, εβδομάδα με την εβδομάδα– νέα άρθρα τα οποία προβλέπουν –«όπως έχουμε ήδη γράψει»– το σύντομο τέλος του καπιταλισμού.[7]



Βέβαια, όπως μας υπενθυμίζει ο Λένιν, ο καπιταλισμός δεν καταρρέει, ούτε θα καταρρεύσει ποτέ, εκτός και αν ηττηθεί – όπως έδειξαν οι επαναστατικές διαδικασίες οι οποίες τερμάτισαν τον καπιταλισμό, μόνιμα η παροδικά. Δεν καταρρέει από μόνος του, και δείχνει ακόμα και ικανότητα προς ανάκαμψη.



Monthlyreview.gr  26.09.08.  


[1] Basel Committee on Banking Supervision: Bank Failure in Mature Economies. BIS, Working Paper No 13, April 2004.
[2] Caprio G- Klingebiel D, Episodes of Systematic and Borderline Financial Crises. World Bank January 1999.
Caprio G- Klingebiel D, Episodes of Systematic and Borderline Financial Crises. World Bank, October 2003.
[3] Sweezy .P .M, Economic Reminiscences, Monthly Review, Vol.47, No 1, May 1995, pages. 8-9.
[4] Ο  Marx. K ,  Το Κεφάλαιο, Τόμος Ι, σελίδες 148-149, Μόρφωση 1963, γράφει « Πρέπει να γίνει διάκριση ανάμεσα στη χρηματική κρίση, έτσι όπως καθορίζεται στο κείμενο σαν ιδιαίτερη φάση κάθε γενικής κρίσης παραγωγής και εμπορίου, και στο ειδικό βάρος της κρίσης , που την ονομάζουν επίσης χρηματική κρίση , που μπορεί όμως να εκδηλωθεί ανεξάρτητα , έτσι που μόνο σαν αντίχτυπος επιδρά στη βιομηχανία και το εμπόριο. Πρόκειται για κρίσεις που το κινητό τους κέντρο είναι το χρηματικό κεφάλαιο και που για το λόγο αυτό έχουν σαν άμεση σφαίρα δράσης την τράπεζα, το χρηματιστήριο και τη χρηματική κυκλοφορία».
[5] « Το μέρος του κεφαλαίου που δεν είναι προορισμένο να καταναλωθεί σαν εισόδημα μετατρέπεται σε χρηματιστικό κεφάλαιο μόνο όταν δεν είναι άμεσα χρησιμοποιήσιμο στη διεύρυνση της επιχείρησης στη σφαίρα της παραγωγής στην οποία πραγματοποιήθηκε…Μετατρέπεται επόμενα σε χρηματικό κεφάλαιο και χρησιμεύει στη διεύρυνση της παραγωγής σε άλλες σφαίρες…Εάν αυτή η νέα συσσώρευση προσκρούει σε δυσκολίες στη χρήση της, από έλλειψη περιοχών απασχόλησης ( έτσι ώστε το απασχολημένο αναπαραγωγικό κεφάλαιο να αποδίδει χαμηλότερους τόκους) , τότε αυτή η πληθώρα χρηματιστικού κεφαλαίου δεν αποδεικνύει τίποτε άλλο από τα όρια του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής». Κ.Μarx , Οικονομικά Χειρόγραφα 1863-1867 (του τρίτου τόμου του κεφαλαίου) στο K. MarxF. Engels  , Opere Complete , Editori Riuniti , Roma 1978.
[6] Magdoff .H-  Sweezy. P,  Production and Finance. Monthly Review, Volume 35, No 1, May 1983, pages 11-12.
[7] Sader .E, Η κρίση του καπιταλισμού και η Αριστερά .MR.gr 25.09.08

Τετάρτη, 3 Σεπτεμβρίου 2008

Δημοσιονομικές εξελίξεις


Μιλώντας για τα δημοσιονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει στην παρούσα συγκυρία η χώρα μας (μια συγκυρία που δυστυχώς διαρκεί… τουλάχιστον όσο και η μεταπολίτευση) θα πρέπει να ξεκινήσουμε υπενθυμίζοντας στους παροικούντες την Ιερουσαλήμ και κάνοντας γνωστό στους υπολοίπους ότι:

Πρώτον, κάθε κοινωνικό πρόβλημα, και στην πραγματικότητα κάθε οικονομικό πρόβλημα, είναι σε τελική ανάλυση δημοσιονομικό. Για οποιοδήποτε ζήτημα βρίσκεται υπό συζήτηση χρειαζόμαστε πάντοτε πόρους –κεφάλαιο– οι οποίοι με κάποιον τρόπο πρέπει να παραχθούν.

Δεύτερον, η φορολογική εκμετάλλευση είναι η αρχαιότερη μορφή εκμετάλλευσης μαζί με την ανοιχτή δουλεία… Όλα σχεδόν τα προνόμια των προνομιούχων τάξεων ήταν φορολογικά, οι τάξεις ήταν γενικά φορολογικές τάξεις. Το ίδιο ακριβώς εξακολουθεί να ισχύει και στη σημερινή εποχή.

Οποιαδήποτε συζήτηση συνεπώς για τα δημοσιονομικά ζητήματα θα πρέπει, για να έχει νόημα, να λαμβάνει απολύτως σοβαρά υπόψη τις δύο παραπάνω θέσεις και να κρίνεται με βάση αυτές.

Είναι δύσκολο να αρνηθεί ο οποιοσδήποτε κυβερνητικόςimage παράγοντας ότι ο εκτροχιασμός των δαπανών, η υστέρηση στα δημόσια έσοδα και ο κίνδυνος, που ελλοχεύει να υπαχθεί η χώρα σε καθεστώς επιτήρησης, οδηγεί την κυβέρνηση στη λήψη φοροεισπρακτικών μέτρων, τη στιγμή μάλιστα που ο ελεγκτικός μηχανισμός «τελεί εν υπνώσει». Το να τεθεί και πάλι η ελληνική οικονομία σε επιτήρηση θα ήταν εμφανώς παταγώδης αποτυχία της οικονομικής πολιτικής. Όμως τι άλλο από ομολογία αποτυχίας της οικονομικής πολιτικής αποτελούν τα έκτακτα μέτρα στα οποία κατέφυγε η κυβέρνηση για να αντιμετωπίσει το δημοσιονομικό αδιέξοδο και να καλύψει το έλλειμμα του προϋπολογισμού; Η ευθύνη του κ. Αλογοσκούφη είναι δεδομένη διότι αυτός ασκούσε την οικονομική πολιτική όλα αυτά τα χρόνια και επιπλέον μέχρι πρόσφατα μας διαβεβαίωνε ότι όλα βαίνουν καλώς. Η αυτοδιάψευση χωρίς ίχνος αυτοκριτικής αποτελεί ίσως το μοναδικό προσόν των σύγχρονων πολιτικών.

Η λήψη τέτοιου τύπου μέτρων, μαζί με άλλα πιο συνηθισμένα, όπως η περικοπή του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων και η συγκράτηση καταναλωτικών δαπανών, θεωρείται πλέον επιβεβλημένη, καθώς οι εξαρχής φιλόδοξοι στόχοι του προϋπολογισμού απομακρύνονται ακόμη περισσότερο, εξαιτίας των επιπτώσεων από τη διεθνή κρίση, την υστέρηση των εσόδων και τις υπερβάσεις των δαπανών.

Τα πράγματα γίνονται πιο περίπλοκα εξαιτίας του γεγονότος ότι η Eurostat προχωρά σε αναθεώρηση του ελλείμματος του 2007 πάνω από το 3% του ΑΕΠ. Σύμφωνα με πληροφορίες, η πρώτη εκτίμηση των στελεχών της ευρωπαϊκής στατιστικής υπηρεσίας που επισκέφθηκαν προ δύο εβδομάδων την Αθήνα, προκειμένου να διερευνήσουν κάποια αμφισβητούμενα δημοσιονομικά στοιχεία, είναι πως το έλλειμμα του προηγούμενου χρόνου είναι κατά τουλάχιστον 700 εκατ. ευρώ ή 0,3% του ΑΕΠ υψηλότερο του 2,8% που είχε καταγράψει η Εθνική Στατιστική Υπηρεσία και το υπουργείο Οικονομίας. Η διαφορά οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι η Eurostat θεωρεί ότι κάποιες εισροές κοινοτικών πόρων ενεγράφησαν ως έσοδα του περυσινού προϋπολογισμού, ενώ θα έπρεπε να εγγραφούν σε αυτόν του 2006, μειώνοντας ισόποσα το έλλειμμα εκείνου του έτους. Ανοικτή παραμένει ακόμη η περίφημη «άσπρη τρύπα» (το πλεόνασμα των ΟΤΑ, των ασφαλιστικών Ταμείων και των ΝΠΔΔ), καθώς και τα swaps για τόκους, που προς το παρόν μπαίνουν στην άκρη.

Τι μας αποκαλύπτει όμως η φύση των νέων φορολογικών μέτρων; Πέρα από τα όσα έχουν ήδη αναλυθεί από πολλές και διαφορετικές οπτικές για τις επιπτώσεις τους, υπάρχουν τρεις διαστάσεις που παρουσιάζουν ενδιαφέρον. Η πρώτη αφορά την αντίφαση των ίδιων των μέτρων με τους στόχους της οικονομικής πολιτικής, η δεύτερη την αδυναμία περιορισμού της φοροδιαφυγής και την ανυπαρξία ελεγκτικών μηχανισμών των εσόδων ενώ η τρίτη την αδυναμία «δίκαιου» καταμερισμού των φορολογικών βαρών. Συγκεκριμένα:

Τα μέτρα λαμβάνονται σε μια περίοδο αποκλιμάκωσης του ρυθμού ανάπτυξης, αρνητικής επίπτωσης του διαθέσιμου εισοδήματος των καταναλωτών από τις μεγάλες αυξήσεις στις τιμές του πετρελαίου και των τροφίμων, υψηλότερων επιτοκίων και μείωσης του ρυθμού πιστωτικής επέκτασης και επιδείνωσης του οικονομικού κλίματος, όπως αντανακλάται στις προσδοκίες των επιχειρήσεων και των καταναλωτών.

Η αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης αναμένεται να επιδεινώσει περαιτέρω την κατανάλωση και τις επενδύσεις και, ενδεχομένως, να οδηγήσει την οικονομία σε χαμηλότερο ρυθμό ανάπτυξης από το 3,6% για το 2008 γεγονός που μεσοπρόθεσμα θα δράσει ανασταλτικά στην αύξηση της φορολογητέας ύλης.

Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, ο ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας ήταν πάνω από 4% κατά μέσο όρο. Δυστυχώς, την περίοδο αυτή δεν δημιουργήθηκαν, όπως θα μπορούσαν, πλεονάσματα στον προϋπολογισμό. Ο ρυθμός αύξησης των πρωτογενών δαπανών από το 2002 μέχρι σήμερα διατηρείται κατά μέσο όρο πάνω από 10% ετησίως.

Χαρακτηριστική είναι η αδυναμία του Υπουργείου Οικονομικών να τιθασεύσει τη φοροδιαφυγή, την οποία καλούνται να πληρώσουν οι νομοταγείς πολίτες που κατέβαλλαν τους αναλογούντες φόρους, όταν οι διπλανοί τους κατάφερναν να φοροδιαφεύγουν.

Είναι σε όλους γνωστό ότι η παραοικονομία στην Ελλάδα αγγίζει τα 70 δις ευρώ το χρόνο, η φοροδιαφυγή τα 21 δις ευρώ, η γραφειοκρατία κοστίζει 16 δις ευρώ και οι «μίζες» και τα «φακελάκια» περίπου 1 δις ευρώ.

Για άλλη μια φορά στέλλεται το μήνυμα ότι οι ασυνεπείς φορολογούμενοι επιβραβεύονται. Η ομολογία της κυβέρνησης ότι δεν μπόρεσε να περιορίσει τη φοροδιαφυγή αποκαλύπτει τις εγγενείς αδυναμίες του φοροεισπρακτικού μηχανισμού, κάτι που όμως κανείς δεν εξετάζει. Είναι παγκοίνως πλέων γνωστό ότι δεν μπορεί να περιοριστεί η φοροδιαφυγή χωρίς ριζική αναδιάρθρωση της λειτουργίας των φορολογικών υπηρεσιών.

Οι ελεγκτικοί μηχανισμοί όμως λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο που λειτουργούσαν και πριν από 20 χρόνια. Εδώ αποκλειστικά υπεύθυνη είναι η κυβέρνηση. Ο ελεγκτικός μηχανισμός όλα αυτά τα χρόνια δεν κατάφερε να συλλάβει τη φοροδιαφυγή, παρά την αναδιοργάνωση της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων και των υπόλοιπων ελεγκτικών μηχανισμών. Αξιοσημείωτο είναι ότι δεν χρησιμοποιήθηκαν τα προγράμματα που δημιούργησε η Γενική Γραμματεία Πληροφορικών Συστημάτων για τον εντοπισμό εστιών φοροδιαφυγής.

Ας γίνει επιτέλους κατανοητό ότι όσο και να αλλάξουν οι νόμοι, όσο και να υπάρχει η πολιτική βούληση, η φοροδιαφυγή δεν θα περιοριστεί, αν δεν δημιουργηθεί αξιόπιστος μηχανισμός ελέγχου. Γι’ αυτό όμως δεν έχει γίνει καμιά προσπάθεια και τα τελευταία χρόνια μάλιστα έχουμε κάνει βήματα προς τα πίσω.

Η κατάργηση του αφορολογήτου ορίου για 1.600.000 ελεύθερους επαγγελματίες και μικρομεσαίες επιχειρήσεις έχει προκαλέσει τη μήνιν των ανωτέρω επαγγελματικών τάξεων. Ο υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών κατά την παρουσίαση των μέτρων, στήριξε την κυβερνητική απόφαση στα στατιστικά στοιχεία της Γενικής Γραμματείας Πληροφορικών Συστημάτων τα οποία καταδεικνύουν ότι το μέσο δηλωθέν εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες και συντάξεις ανέρχεται στα 15.000 ευρώ, ενώ το μέσο δηλωθέν εισόδημα από ελεύθερα επαγγέλματα στα 9.947 ευρώ, το οποίο είναι ακόμα χαμηλότερο μετά την αφαίρεση των ασφαλιστικών τους εισφορών (περίπου 7.300 ευρώ). Δηλαδή λιγότερο από το μισό που δηλώνουν οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι. Βεβαίως υπάρχει φοροδιαφυγή.

Όμως ο τρόπος που η κυβέρνηση επιδιώκει να λύσει το πρόβλημα με μια τέτοιου είδους συνολική ρύθμιση, είναι κοινωνικά άδικος δεδομένου ότι στην κατηγορία αυτή υπάρχει η μεγάλη κατηγορία των νέων εργαζομένων (αρχιτέκτονες, μηχανικοί πάσης φύσεως, τεχνικοί πληροφοριακών συστημάτων κ.λπ.),οι οποίοι εργάζονται με δελτίο παροχής υπηρεσιών (στην ουσία όμως πρόκειται για εξαρτημένη εργασία) των οποίων οι μηνιαίες αμοιβές κυμαίνονται από 650 έως 1000 ευρώ. Όλοι αυτοί θα υποστούν μείωση της αγοραστικής τους δύναμης και των πενιχρών εισοδημάτων τους επιβαρύνοντας περαιτέρω τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς των γονέων τους, οι οποίοι εξακολουθούν να τους υποστηρίζουν οικονομικά για να μπορέσουν να επιζήσουν με στοιχειώδη αξιοπρέπεια.

Επιπλέον η απόφαση της κυβέρνησης να καταργήσει το αφορολόγητο των ελεύθερων επαγγελματιών θα επιφέρει αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης, κάτι που με βάση την άποψη της κυβέρνησης θα δημιουργήσει πρόσθετα κίνητρα για φοροδιαφυγή. Και η αύξηση της φοροδιαφυγής στο εισόδημα αναγκαστικά θα προκαλέσει αύξηση και στη φοροδιαφυγή του ΦΠΑ. Φαύλος κύκλος…