Τετάρτη, 16 Ιουλίου 2008

Η Πολιτική διαφθορά και το σκάνδαλο Siemens




Το σημαντικότερο στοιχείο που έχει προκύψει από την ελληνική έκδοση του σκανδάλου Siemens είναι ότι για πρώτη φορά στη μεταπολιτευτική ιστορία του τόπου γίνεται παραδεκτό από πρωτοκλασάτο στέλεχος ( Θ. Τσουκάτο) του ενός κόμματος που έχει ασκήσει επί μακρόν την εξουσία (ΠΑΣΟΚ) ,  ότι  λάμβανε χρήματα από τη συγκεκριμένη εταιρεία για χρηματοδότηση του κόμματος του. Μάλιστα το συγκεκριμένο στέλεχος (δεξί χέρι του πρωθυπουργού Σημίτη) θέλησε να δικαιολογήσει την πράξη του εκφράζοντας μια νέα ηθική αξία, η οποία φαίνεται ότι διέπει το σύγχρονο πολιτικό βίο της χώρας, το υπέρτατο καθήκον κάθε  στελέχους  έναντι του κόμματος του . Κάτι σαν «το αμάρτησα για το παιδί μου» που συνιστούσε το μότο των παλαιών ταινιών του ελληνικού κινηματογράφου. Παράλληλα ο πρόεδρος του συγκεκριμένου κόμματος Γ. Παπανδρέου θέλοντας προφανώς να αποποιηθεί των πολιτικών ευθυνών που βαρύνουν συλλήβδην την ηγεσία του κόμματος , δεδομένου ότι όσοι γνώριζαν (είναι δυνατόν ο Πρόεδρος , ο Γραμματέας, το Πολιτικό Συμβούλιο , τα στελέχη που ασχολούνται με τα οικονομικά θέματα να μην γνωρίζουν από πού προέρχονται τόσο σημαντικά ποσά ;) αλλά και όσοι από την ηγετική – καθοδηγητική ομάδα δεν γνώριζαν (δικαιολογείται άγνοια για τόσο σημαντικά θέματα που θίγουν την ηθική υπόσταση του πολιτικού φορέα; ) φέρουν βαρεία πολιτική ευθύνη (ο Γραμματέας του κινήματος την συγκεκριμένη περίοδο, δήλωσε ότι δεν γνώριζε τίποτε , το γραφείο του ήταν σε άλλο όροφο από αυτόν που ευρίσκετο το γραφείο του Τσουκάτου. Συμφωνούμε . Όμως δεν υπάρχει πολιτική ευθύνη; Δεν υπάρχει και η παραίτηση ως μέσον άρνησης των ακολουθησομένων πρακτικών; ) ζητά τη σύσταση εξεταστικής των πραγμάτων επιτροπή για να διερευνηθούν τα σκάνδαλα και να έρθουν όλα στο φως. Τι να έρθει όμως στο φως ; Το ότι στα ταμεία του ΠΑΣΟΚ μπήκαν χρήματα προερχόμενα από την  Siemens είναι δεδομένο. Αυτό που ελπίζει ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ είναι μήπως καταφέρει και εμπλέξει και το κυβερνητικό κόμμα , τη ΝΔ, ώστε να επέλθει ένα είδος συμψηφισμού. Μάλιστα τελευταία επιτίθεται και στο ΚΚΕ προφανώς για λόγους αντιπερισπασμού.  Είναι εντυπωσιακό ότι το ΠΑΣΟΚ , επιτίθεται τη στιγμή που θα έπρεπε συλλογικά να αναστοχαστεί για όλα  όσα έχουν συμβεί κατά την κυβερνητική του περίοδο. Άλλωστε μια προσεκτική μελέτη της νεώτερης ελληνικής πολιτικής ιστορίας θα καταδείξει ότι τα προβλήματα της πολιτικής διαφθοράς , συνεχή και διαχρονικά , έχουν παίξει καταλυτικό ρόλο στην απαξίωση και διάλυση των διαφόρων πολιτικών κομμάτων . 
 Το ότι δεν «είμαστε όλοι το ίδιο» αποτελεί μια απίστευτη υποκρισία και υπεκφυγή έναντι των υπαρκτών ευθυνών κάθε στελέχους. Η αποποίηση των πολιτικών ευθυνών από στελέχη που επί τριάντα και πλέον έτη βρίσκονται στην καθοδήγηση του κινήματος (συμπεριλαμβανομένων του Προέδρου και όλων των σημερινών πρωτοκλασάτων στελεχών του)  αποτελεί τουλάχιστον δείγμα πολιτικής αμετροέπειας και απύθμενης υποκρισίας έναντι του ελληνικού λαού ,στο όνομα του οποίου υποτίθεται ότι πολιτεύονται και μάλιστα επιζητούν να επανέλθουν στην κυβέρνηση.    
 Το σημαντικόν του γεγονότος  της παραδοχής Τσουκάτου έγκειται  όχι στο να διαμορφωθεί και να πειστεί η κοινή γνώμη για τους τρόπους χρηματοδότησης των κομμάτων εξουσίας , η κοινή γνώμη έχει σαφή γνώμη για τους τρόπους αυτούς , αλλά στο ότι πλέον η γνώμη αυτή αποκτά και «έγκυρη νομιμοποίηση». Όλοι μπορούν να χρησιμοποιούν την ομολογία Τσουκάτου ως τεκμηρίωση αυτού που αποτελούσε κοινό μυστικό τοις πάσι.


Είναι  παγκοίνως γνωστό ότι στο σύνολό τους οι κυβερνήσεις των χωρών της Δύσης, ανεξάρτητα των «ιδεολογικών τους» προκηρύξεων καθώς και των κοινωνικών στρωμάτων που επικαλούνται ότι εκπροσωπούν, είτε ονομάζονται χριστιανοδημοκρατικές,συντηρητικές,σοσιαλδημοκρατικές,σοσιαλιστικές είτε όπως αλλιώς ονομάζονται τείνουν , συρρικνούμενες ταχέως,  στη διαχείριση δημοσιοϊδιωτικών υποθέσεων.  Ομοιάζουν περισσότερο με επιχειρήσεις ιδιωτικών συμφερόντων οι οποίες συνάπτουν κοινοπραξίες με ολιγοπωλιακά συγκροτήματα.  Η διάβρωση των θεσμών στις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες από τα επιχειρηματικά συμφέροντα, ακολουθεί βήμα-βήμα την πρωταρχική διάβρωση των πολιτικών κομμάτων, τα οποία συρρικνούμενα ιδεολογικά στο όνομα του μεσαίου χώρου, αναδεικνύονται σε πρωταγωνιστές στην εξυπηρέτηση των επιχειρηματικών βουλήσεων.  Η ιδεολογία του νεόκοπου νεοφιλελευθερισμού εφαρμοσμένη στο καθεστώς της μαζικής δημοκρατίας έχει δημιουργήσει ένα εκρηκτικό μείγμα πολιτικής και επιχειρηματικής απάτης που τείνει να εξαπλωθεί στο σύνολο του πλανήτη.  Πρόκειται για μια κατάσταση όπου ο νεοφιλελεύθερος χρηματιστικός και γερασμένος καπιταλισμός της Δύσης και το Νομικό του Δημιούργημα, η κοινοβουλευτική του δημοκρατία βρίσκονται σε έντονη και συνεχή αντιπαλότητα προκαλώντας βασικές ρωγμές στο συνολικό καπιταλιστικό οικοδόμημα όπως το γνωρίσαμε τα τελευταία τριάντα χρόνια μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.  Ανεπιφύλακτος νικητής σ΄ αυτή την αντιπαλότητα, βγαίνει ο φονταμενταλισμός  της αγοράς.  Καταπατάει,  διαλύει, αγνοεί, περιφρονεί όσα ο ίδιος διακήρυττε στο πρόσφατο παρελθόν, αναφορικά με το νομικό δικαιϊκό του οικοδόμημα.  Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια κατάσταση ριζικής υποτίμησης του παραδοσιακού ρόλου της πολιτικής, ο οποίος επικεντρωνόταν στο χειρισμό της κρατικής εξουσίας στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, αλλά και στον τρόπο αντιπροσώπευσης, και ακόμα περισσότερο, της νομιμοποίησης της πολιτικής δύναμης.  Η κατάργηση των ορίων της πολιτικής συνδέεται με την καθιέρωση νέων κέντρων και πεδίων ΄΄υποπολιτικής΄΄, τα οποία βρίσκονται – πέρα από τους θεσμούς και τις συμβολικές μορφές της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας – αφ΄ ενός στα κέντρα εξουσίας του οικονομικού και επιστημονικού συστήματος και αφ΄ ετέρου στα πεδία της αντίστασης και της διαμαρτυρίας των νέων κοινωνικών κινημάτων.
Πλαϊ στους κυβερνητικούς μηχανισμούς και στα πολιτικά κόμματα που υπηρετούν τους Νέους Ολιγάρχες έχουν επιστρατευθεί τρομακτικού μεγέθους μηχανισμοί, αφενός για να ενσωματώσουν τις συνειδήσεις σ΄ ένα σύστημα που εμφανίζεται σαν το μοναδικό ευκταίο ή και εφικτό και αφετέρου για να διαπεράσουν την εμπορευσιμότητα ως τις πιο μύχιες πτυχές της ζωής μας.  Οι κοινωνικές ομάδες που αποτελούν τους κύριους μηχανισμούς προώθησης των σχεδίων της νέας ολιγαρχίας είναι: τα στελέχη της τεχνοεπιστήμης(επιστήμονες, ερευνητές, μηχανικοί, διανοούμενοι κ.α.) οι οποίοι στο όνομα των τεχνολογικών εξελίξεων επιταχύνουν την επικράτηση και την κυριαρχία των πολυεθνικών εταιρειών, η εθνική και διεθνής τεχνογραφειοκρατία, οι υψηλού επιπέδου μάνατζερ του δημοσίου, που η αρμοδιότητα τους είναι να προσδιορίζουν τους κανόνες λειτουργίας και ελέγχου των εφαρμοζομένων μέσων, οι κατασκευαστές ιδεών, συμβόλων, ρητορικής, οι εκπρόσωποι των Μ.Μ.Ε. και της εκπαίδευσης.  Επίσης οι χρηματιστές, η λογική των οποίων χαρακτηρίζεται ως λογική αρπαγής.  Η παγκόσμια αγορά επιτρέπει στην ομάδα αυτή να δρα με κινήσεις αρπακτικού.  Το κράτος σαν οργάνωση κυριαρχίας ορισμένων ομάδων ανθρώπων περιμένει από αυτούς κατευθυντήριες γραμμές για την οικονομική και πολιτική συμπεριφορά του, καθώς και την υποστήριξη των μέτρων του.  Και επειδή οι ίδιοι οι ερευνητές ανήκουν στην κυρίαρχη τάξη και μάλιστα στην πλειοψηφία τους είναι τρόφιμοι του κράτους, το συμφέρον τους φυσικά βρίσκεται σε μια τάξη πραγμάτων που τους καθιστά προνομιούχους.  Κυρίαρχοι σε κυριαρχούμενη θέση, οι οποίοι, κάτω από ειδικούς συσχετισμούς, αγωνίζονται ενάντια στους κυρίαρχους, στηριζόμενοι πάνω στους εντελώς κυριαρχημένους, δηλαδή στους εργαζόμενους και γίνονται οι αρχηγοί του λόγου τους.
Το κυρίαρχο πολιτικοοικονομικό σύστημα των τελευταίων τριών αιώνων γεννά διαρκώς και αενάως τη διαφθορά προφανώς για λόγους που έχουν να κάνουν με τον τρόπο λειτουργίας του.  Στην  ιστορική του διαδρομή διακρίνονται χρονικές περίοδοι που σηματοδοτούν καταστάσεις κρίσεως, μεταβάσεων, χρηματιστηριακών ευφοριών ή σύγκρουση συμφερόντων όπου τα φαινόμενα της διαφθοράς , νοούμενη ως παραβατική συμπεριφορά του υφιστάμενου νομοθετικού πλαισίου , αυξάνονται ή μειώνονται.  Ουδέποτε βεβαίως εξαλείφονται.  Η διερεύνηση, ή ανάδυση και η τιμωρία των φαινομένων της διαφθοράς όταν γίνεται, αντιμετωπίζεται ουσιαστικά ως επί μέρους τμήμα μιας πολιτικής ρύθμισης, στο βαθμό που οργανώνουν την απεικόνιση της κοινωνικής καταισχύνης επιβάλλοντας μια παραδειγματική τιμωρία σε  αποδιοπομπαίους τράγους επιτρέποντας με αυτό τον τρόπο την διατήρηση των υφιστάμενων δομών εξουσίας .
Ουσιαστικά τα  όποια προγράμματα καταπολέμησης της διαφθοράς στοχεύουν στην νομιμοποίηση των υφισταμένων θεσμών και άρα στην διατήρηση τους χωρίς καθόλου να τους αμφισβητούν επιχειρώντας να τους αλλάξουν.  Εκείνο όμως που  πραγματικά δικαιώνει την παραπάνω άποψη αφορά σ΄ αυτό που ονομάζεται «παρανομία των δικαιωμάτων» , ή στις μέρες μας υπό μια ευρεία ερμηνεία του όρου, αυτό που ονομάζεται διαπλοκή.  Πρόκειται για εκείνες τις παραβατικές συμπεριφορές των κυρίαρχων ελίτ σε συνεργασία με τους ευρισκόμενους σε διατεταγμένη υπηρεσία  υπόδουλων  σφουγγοκωλάριων της δημόσιας και ιδιωτικής γραφειοκρατίας που καταστρατηγούν τους νόμους που οι ίδιες έχουν θεσπίσει με τεχνάσματα που ανήκουν στα περιθώρια της νομοθεσίας, περιθώρια προβλεπόμενα από τη σιωπηρή τους συγκατάθεση ή που διαμορφώνονται χάρη σε μια έμπρακτη ανεκτικότητα.  Οι στημένοι διαγωνισμοί για τα δημόσια  έργα,  η ψήφιση νόμων που φωτογραφίζουν συγκεκριμένα επιχειρηματικά συμφέροντα, οι διάφορες ομάδες πίεσης, οι δημόσιοι λειτουργοί που μεταπηδούν σε ιδιωτικές επιχειρήσεις  και αντιστρόφως, η υπεράσπιση ιδιωτικών συμφερόντων με το πρόσχημα δημοσίων δραστηριοτήτων, οι τρόποι χρηματοδότησης των πολιτικών κομμάτων και κάθε είδους πολιτικών προσώπων καθώς και άλλες πολλές τέτοιου  είδους δραστηριότητες, αποτελούν χτυπητά παραδείγματα παραβατικών συμπεριφορών.
Η διαφθορά είναι εγγενές χαρακτηριστικό του συγκεκριμένου συστήματος, βασίζεται σε τεράστια  δίκτυα όπου διαπλέκονται οι δραστηριότητες των εκλεγμένων ή όχι πολιτικών με εκείνες των εγκληματιών, οι δραστηριότητες των ανθρώπων του περιθωρίου με εκείνες των δημοσίων λειτουργών, των επιχειρηματιών με τους θεσμούς της κοινωνίας.
Υπάρχει μια απόλυτη διαπλοκή ανάμεσα στις σύννομες και παρεμβατικές πρακτικές με σκοπό την εξυπηρέτηση μιας κοινωνικής κυριαρχίας.  Η εποχή μας αποτελεί το ΠΛΕΟΝ ΟΡΑΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ που επιβεβαιώνει την αλήθεια της θεωρητικής αυτής προσέγγισης.
Ζούμε σε μια εποχή όπου πραγματοποιούνται τεράστιες αναδιαρθρώσεις  των  κοινωνικών δομών, σε μεγάλα τμήματα της ανθρωπότητας, με διαφορετικούς βεβαίως ρυθμούς αναλόγως στην περιοχή.  Οι αναδιαρθρώσεις αυτές, γνωστές με την ονομασία ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ είναι απόρροια , σε αντίθεση με το ότι γενικά  υποστηρίζεται, ενός ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ που αποσκοπεί στην συνολική υπαγωγή του πλανήτη στη λογική των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής υπό τη μορφή του αμερικανικού υποδείγματος.
Σε αντίθεση με ό,τι μας λένε περί απόλυτης φιλελευθεροποίησης και «ολοκληρωτικής αγοράς», ο «νόμος της αγορά» δεν καθιερώνεται αυτομάτως με το ελεύθερο παιγνίδι της  οικονομίας.  Η παγκοσμιοποίηση, η οποία αποτελεί  σύγχρονη εκδοχή του Ιμπεριαλισμού, στηρίζεται σε δομές αυταρχικής επέμβασης οι οποίες δρούν σε παγκόσμια κλίμακα.
Καταλήγοντας ,πιστεύω χωρίς δισταγμό ότι χρειάζεται να σκεφθούμε πολύ σοβαρά μέχρι που φθάνουν τα όρια αυτού του πολιτικοοικονομικού σχηματισμού και των μηχανισμών κυριαρχίας που έχει εγκαθιδρύσει.  Είναι πασιφανές ότι η σημερινή κατάσταση αποσύνθεσης των δυτικών κοινωνιών, επιβάλλει την αναδιοργάνωση των κοινωνικών θεσμών , των σχέσεων εργασίας, των οικονομικών, πολιτικών και πολιτιστικών σχέσεων.

Monthlyreview. gr 15.07.2008.