Σάββατο, 17 Φεβρουαρίου 2007

Οι παγίδες που απειλούν την ελληνική οικονομία.



Το μείγμα υψηλής ανάπτυξης, υψηλού δανεισμού, διεύρυνσης του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών , υψηλότερου διαφορικού πληθωρισμού  και ροκανίσματος της ανταγωνιστικότητας αποτελεί το πλαίσιο εντός του οποίου βρίσκεται η ελληνική οικονομία παγιδευμένη την τελευταία πενταετία (2001-2006). Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι πρόκειται για την περίοδο ένταξης της ελληνικής οικονομίας στη ζώνη του ενιαίου νομίσματος, ευρώ.
Οι υψηλοί ρυθμοί μεγένθυσης που παρουσίασε η ελληνική οικονομία από το 1997 μέχρι και το 2006 αποτέλεσαν την αιχμή του δόρατος των επιχειρημάτων όλων των υπουργών οικονομικών  στο να πείσουν για την καλή υγεία και για το ευοίωνο μέλλον της. Θεμιτό από πρώτη άποψη. Όμως όπως είναι γνωστό , ενώ  η υψηλή μεγέθυνση του ΑΕΠ αποτελεί τον αναγκαίο παράγοντα για τη βελτίωση βασικών μακροοικονομικών μεγεθών δεν αποτελεί συγχρόνως και τον ικανό. Η ικανή συνθήκη αφορά ,όπως οι υπουργοί οικονομικών πρέπει να γνωρίζουν , στους προσδιοριστικούς παράγοντες  της μεγένθυσης του ΑΕΠ. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να ερευνώνται και να λαμβάνονται υπόψη οι παράγοντες στους οποίους βασίζεται η μεγέθυνση του ΑΕΠ.  Εξάλλου ο μη υγιείς τρόπος παραγωγής του ΑΕΠ καθίσταται εύκολα εμφανής με τη μελέτη της εξέλιξης  σειράς οικονομικών μεταβλητών με δεδομένο ότι στην οικονομία όλες οι μεταβλητές  αλληλεξαρτώνται Αυτό ακριβώς συμβαίνει στην περίπτωση της ελληνικής οικονομίας  όπου παρά την επίτευξη υψηλών ρυθμών ανάπτυξης τα τελευταία έτη ( 4,1% κατά ΜΟ τη δεκαετία 1997-2006) αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις όσον αφορά στις μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες αναπτυξιακές προοπτικές της .

Αναγνωρίζεται πλέον από πολλές πλευρές ,  ότι οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης που εμφανίζει τα τελευταία χρόνια η οικονομία μας αποτελούν ουσιαστικά ένα χαλί που κάτω του κρύβονται δυσάρεστες οικονομικές παράμετροι, έντονες μακροοικονομικές ανισορροπίες και διαρθρωτικές αδυναμίες οι οποίες αντικατοπτρίζονται στην απόκλιση του πληθωρισμού από το μέσο πληθωρισμό στη ζώνη του ευρώ , στη διεύρυνση του ελλείμματος στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών , στην υψηλή ανεργία ,  στον ολοένα αυξανόμενο δανεισμό των νοικοκυριών και στο συνεχή περιορισμό της παραγωγικής βάσης της οικονομίας.
 Πρόκειται για παράγοντες που δεν μπορεί να διατηρηθούν για πάντα και δημιουργούν βάσιμες αμφιβολίες για το κατά πόσο η ελληνική οικονομία θα συνεχίσει να τρέχει με τους σημερινούς ρυθμούς.  Συγκεκριμένα :






Α).  Πληθωρισμός.

 Ο διαφορικός πληθωρισμός μεταξύ Ελλάδος και χωρών της ΕΕ της ζώνης του ευρώ, καθ’ όλη την περίοδο 2001-2006 ,δηλαδή την περίοδο εισαγωγής του ευρώ ,είναι θετικός κατά ΜΟ  της τάξεως του 1,3%.
 Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδος[1] κατά ΜΟ την περίοδο 2001-2006, ο ετήσιος πληθωρισμός στην Ελλάδα (3,5%) υπερέβαινε τον αντίστοιχο πληθωρισμό στη ζώνη του ευρώ (2,2%) . Παρά τα περί αντιθέτου υποστηριζόμενα, η εισαγωγή του ευρώ δεν επέβαλε ενιαίο ύψος πληθωρισμού στις χώρες ευρωζώνης. Τα προβλήματα που δημιουργούνται  από τον υψηλότερο πληθωρισμό είναι σημαντικότατα σε καθεστώς ενιαίου νομίσματος λόγω ανυπαρξίας εθνικής νομισματικής και συναλλαγματικής πολιτικής. Αναφέρω μόνο τις επιπτώσεις στην ανταγωνιστικότητα των εξαγωγών και τη μείωση της αγοραστικής δύναμης  των ελλήνων καταναλωτών ,ειδικά όσον εργάζονται σε εξαρτημένη εργασία.

Β). Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών.

Το έλλειμμα του  ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της Ελλάδος την περίοδο 1981-2000 διαμορφώθηκε κατά μέσον όρο στο 2,9%. Αντίστοιχα την περίοδο 2001-2005 ( ένταξη στη ζώνη του ενιαίου νομίσματος ευρώ ) το έλλειμμα διαμορφώθηκε στο 7,3%. Το 2006 το έλλειμμα υπερέβη  το 12,0% του ΑΕΠ και είναι το υψηλότερο μεταξύ των χωρών της Ευρώπης.
Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών αντικατοπτρίζει τις βασικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας. Η αύξηση του ελλείμματος και η διατήρηση του σε υψηλά επίπεδα τα τελευταία χρόνια οφείλεται στην υποχώρηση της ανταγωνιστικότητας ως προς τις τιμές και στο χαμηλό επίπεδο της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας το οποίο αντανακλάται και στη σύνθεση του εξωτερικού εμπορίου αγαθών. Ο ενιαίος ευρωπαϊκός οικονομικός χώρος και η ζώνη του ευρώ  αποτελούν δύσκολο οικονομικό περιβάλλον για την ελληνική οικονομία γεγονός που πλέον αποδεικνύεται στην πράξη.

Η διεύρυνση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών οδήγησε σε σημαντική αύξηση της αρνητικής «διεθνούς επενδυτικής θέσης» της Ελλάδος , από 44,0% του ΑΕΠ στο τέλος του 2000 σε 82% του ΑΕΠ στο τέλος του 2005 και στο 88% στο τέλος του Σεπτεμβρίου του 2006.  Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος η εξέλιξη αυτή αντανακλά κυρίως την άνοδο του δημοσίου χρέους που  διακρατείται από μη κατοίκους της χώρας και δευτερευόντως την αύξηση των καταθέσεων στην Ελλάδα από μη κατοίκους(κυρίως από πιστωτικά ιδρύματα άλλων χωρών της ζώνης του ευρώ), την αύξηση της διακράτησης μετοχών ελληνικών επιχειρήσεων από μη κατοίκους και τη μεταβολή των άμεσων ξένων επενδύσεων. Οι καθαρές πληρωμές τόκων επί του εξωτερικού χρέους (δημοσίου και ιδιωτικού) έφθασαν στο ισοδύναμο του 2,4% του ΑΕΠ το 2005 και αναμένεται ότι θα προσεγγίσουν το 3,0% του ΑΕΠ το 2006. Η σημαντική διεύρυνση του ελλείμματος δημιουργεί έμμεσους κινδύνους λόγω της σημαντικής αύξησης του ακαθάριστου εξωτερικού χρέους του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα της ελληνικής οικονομίας , το οποίο στο τέλος του 2005 έφθασε στο 122,3% του ΑΕΠ και το τέλος του 2006 ξεπέρασε το 125,0% του ΑΕΠ.
Η εξέταση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών ως η διαφορά μεταξύ των συνολικών επενδύσεων και της συνολικής αποταμίευσης μας οδηγεί στο ότι το έλλειμμα οφείλεται στο σχετικό υψηλό επίπεδο των επενδύσεων ( οι επενδύσεις διαμορφώθηκαν στο 24,2% του ΑΕΠ κατά μέσον όρο την πενταετία 2001-2006) και στην υστέρηση της αποταμίευσης( η αποταμίευση διαμορφώθηκε στο 14,7% του ΑΕΠ αντίστοιχα) . Η αύξηση των  επενδύσεων οφείλεται και στη σημαντική  αύξηση των επενδύσεων για κατοικίες ενώ η υστέρηση της αποταμίευσης οφείλεται στα δημοσιονομικά ελλείμματα αλλά και στην αλλαγή της καταναλωτικής συμπεριφοράς των νοικοκυριών, Η διατήρηση μεγάλων ελλειμμάτων του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών υπονομεύει μακροχρόνια τις αναπτυξιακές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας. «Τα ελλείμματα στο βαθμό που οφείλονται σε υψηλά επίπεδα της ιδιωτικής κατανάλωσης και των επενδύσεων σε κατοικίες, οδηγούν σε αύξηση του εξωτερικού χρέους χωρίς παράλληλη ενίσχυση του παραγωγικού και εξαγωγικού δυναμικού και , συνεπώς χωρίς βελτίωση της ικανότητας της οικονομίας να εξυπηρετεί το χρέος της….Η στήριξη της ανάπτυξης σε σημαντικό βαθμό στην κατανάλωση και όχι στις επενδύσεις που αυξάνουν το παραγωγικό δυναμικό εγκυμονεί μακροχρόνιους κινδύνους για την ελληνική οικονομία.»[2] .


Γ.  Το χρέος των νοικοκυριών.

Σε άμεση συνάρτηση με τα παραπάνω σημειώνεται ότι το χρέος των νοικοκυριών έναντι των Νομισματικών Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων τον Δεκέμβριο του 2006 ανήλθε στο 44,0 % του ΑΕΠ έναντι μόνο του 13,7% του ΑΕΠ στο τέλος του 2000. Σύμφωνα με στοιχεία του επιτρόπου Χ. Αλμούνια η χρέωση των ελληνικών νοικοκυριών αυξήθηκε κατά 88,0% την περίοδο 2003-2006. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προχωρώντας σε προβλέψεις για την εξέλιξη του χρέους των ελληνικών νοικοκυριών, τονίζει ότι το ποσοστό χρέωσης θα ανέλθει το 2007 στο 56,0% του ΑΕΠ και το 2008 στο 67,0% του ΑΕΠ , με αποτέλεσμα να υπερβεί το ΜΟ των χωρών της ευροζώνης όπου τα αντίστοιχα ποσοστά θα είναι 63,0% και 66,0% αντίστοιχα. Η συμβολή των χαμηλών επιτοκίων της ζώνης του ευρώ , τα οποία παρουσίαζε ως μέγιστο δείγμα των πλεονεκτημάτων του ευρώ η «εκσυγχρονιστική» κυβέρνηση Σημίτη, είναι σημαντικότατη στη διεύρυνση της χρέωσης των ελληνικών νοικοκυριών.  Οι υψηλοί ρυθμοί πιστωτικής επέκτασης  δημιουργούν κινδύνους για τα νοικοκυριά από τον υπερδανεισμό, ενώ η αναμενόμενη πτώση του ρυθμού αύξησης του δανεισμού θα αφαιρέσει οξυγόνο από την οικονομία δεδομένου ότι στηρίζουν την εγχώρια καταναλωτική δαπάνη σε υψηλό βαθμό.
Δ. Η συρρίκνωση της παραγωγικής βάσης. Η κατανάλωση (μέσω της πίστωσης) βασικός παράγοντας μεγένθυσης του ΑΕΠ.

Την τελευταία εξαετία , οι ρυθμοί ανάπτυξης συνεχίζονται, αλλά με κινητήριο μοχλό την κατανάλωση, το μεγαλύτερο μέρος της οποίας βασίζεται στον τραπεζικό δανεισμό για τον οποίο μιλήσαμε νωρίτερα. Η εγχώρια ζήτηση και μάλιστα η κατανάλωση στις οποίες έχει βασιστεί η οικονομική άνοδος των τελευταίων ετών δεν είναι δυνατόν να στηρίξουν ένα μακροχρόνιο διατηρήσιμο πρότυπο ανάπτυξης.
 Με άλλα λόγια, η ανάπτυξη σήμερα δεν βασίζεται σε σταθερά θεμέλια, η προσπάθεια προσέλκυσης ιδιωτικών κεφαλαίων σε κρατικές επενδύσεις υποδομών δεν έχει ακόμα ευοδωθεί,  το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών επιδεινώνεται επικίνδυνα, ενώ η ανταγωνιστικότητα της χώρας παραμένει στάσιμη, παρά την όποια προσπάθεια για μεταρρυθμίσεις. Τα αποτελέσματα της πρόσφατης έκθεσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αναφορικά με την πρόοδο της στρατηγικής της Λισσαβόνας ήταν απογοητευτικά. Το ίδιο απογοητευτικές είναι και οι εκθέσεις των διαφόρων οργανισμών αναφορικά με την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας και τα μέτρα προς αυτή την κατεύθυνση.
Η σημερινή παραγωγική βάση[3] της οικονομίας δεν είναι επαρκώς ευρεία ώστε να διασφαλίζει υψηλούς ρυθμούς μεγένθυσης σε μόνιμη βάση . Ο γεωργικός τομέας έχει συρρικνωθεί, ο μεταποιητικός τομέας χαρακτηρίζεται από σχετική σταθερότητα (αν ληφθεί υπόψη η εξέλιξη του λόγου της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας της μεταποίησης προς το συνολικό ΑΕΠ) ενώ στις υπηρεσίες εμφανίζουν δυναμισμό μόνο ορισμένοι κλάδοι όπως ο χρηματοπιστωτικός κλάδος , η ναυτιλία, ο τουρισμός , οι τηλεπικοινωνίες.

Ε  Ανεργία

Το ποσοστό ανεργίας , αν και μειώθηκε το 2006 (κυρίως λόγω της αύξησης της απασχόλησης στον Δημόσιο και στην Τοπική Αυτοδιοίκηση)[4]παραμένει υψηλό 8,9% έναντι 7,4% στην ΕΕ-15, ενώ και το ποσοστό απασχόλησης (60,7% το πρώτο εξάμηνο του 2006 έναντι 65,6% στην ΕΕ-15) είναι ιδιαίτερα χαμηλό.
Παράλληλα και στη μακροχρόνια ανεργία (αποτελεί το 50% των ανέργων) με ποσοστό 5,1% η χώρα μας βρίσκεται στην πρώτη θέση έναντι  3,3% της ΕΕ-15 και 4,0% των 25 όπως και στην ανεργία των νέων κάτω από 25 ετών με ποσοστό 25 %.[5] Επίσης στην                                                    Ελλάδα καταγράφεται η υψηλότερη μεταξύ των χωρών της ΕΕ ανεργία στους νέους οι οποίοι έχουν πτυχίο. Ο δείκτης ανεργίας στην Ελλάδα το 2005 κυμάνθηκε από 7,1% στην περιφέρεια της Κρήτης ως 18% στην περιφέρεια της Δυτικής Μακεδονίας, μία από τις περιφέρειες με τους υψηλότερους δείκτες ανεργίας στην ΕΕ, ειδικά σε ό,τι αφορά τις γυναίκες και τους νέους ηλικίας 15-24 ετών.                                            

 Επίσης αξίζει να σημειωθεί ότι τις δύο τελευταίες δεκαετίες έχει επιμηκυνθεί η διάρκεια της ανεργίας[6]. Σήμερα , πάνω από 55% των ανέργων είναι άνεργοι για διάστημα τουλάχιστον ενός έτους. Ταυτόχρονα , υπάρχουν και άλλα άτομα τα οποία δοκιμάζονται από επαναλαμβανόμενα διαστήματα ανεργίας και τα οποία συνολικά σε μια χρονική περίοδο ορισμένων ετών έχουν επίσης παραμείνει άνεργα πάνω από ένα έτος.
Παρά τους υψηλούς ρυθμούς μεγένθυσης της οικονομίας στα τελευταία χρόνια αυτή αποδείχθηκε ανίκανη να δημιουργήσει ικανό αριθμό θέσεων εργασίας ώστε να απορροφηθεί η ανεργία.  Εύκολο είναι να αντιληφθεί κανείς  αυτό που θα συμβεί στο προσεχές μέλλον όταν είναι βέβαιον ότι οι ρυθμοί μεγένθυσης της οικονομίας θα μειωθούν κάτω από το 3,0%  έναντι 4,3% κατά Μέσο  Όρο την πενταετία 2000-2004. Για την ανεργία - απασχόληση στη χώρα µας διατίθεται από δηµόσιους πόρους µόνο το 0,92% του ΑΕΠ, έναντι 2,5% του ΑΕΠ στην Ευρώπη των «15».


ΣΤ.  Συμπέρασμα.
Γίνεται εύκολα κατανοητό επομένως γιατί το... φάντασμα της Πορτογαλίας έχει αρχίσει ήδη να κάνει αισθητή την παρουσία του στις αναλύσεις που αφορούν το μεσοπρόθεσμο μέλλον της ελληνικής οικονομίας. Μια ανάλυση της οικονομικής πορείας της Πορτογαλίας την τελευταία δεκαετία αποκαλύπτει τις ομοιότητές της με την ελληνική. Από  το 1997 μέχρι και το 2000 ο ρυθμός μεγέθυνσης του πορτογαλικού ΑΕΠ κυμαίνεται κατά ΜΟ στο 3,8% από 3,3% και 2,3% που ήταν το 1996 και το 1995 αντίστοιχα.  Η μεγέθυνση όμως στηρίζεται κυρίως στην αύξηση, με υψηλούς ρυθμούς, της πιστωτικής επέκτασης  των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων, που τροφοδοτούν κυρίως την κατανάλωση και στη συνέχεια  τη μεγέθυνση του ΑΕΠ. Το εγχώριο χρέος των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων αυξάνεται με υψηλούς ρυθμούς . Από 11,6% έως 12,6% που διαμορφώνονται στη διετία 1996 - 1997, το 1998 φθάνουν το 17,1% και το 1999 το 19,9% και το 2000 στο 24,1% του ΑΕΠ.. Ο λόγος είναι απλός. Η πορεία ονομαστικής σύγκλισης της πορτογαλικής οικονομίας που έχει ως αποτέλεσμα τη ραγδαία πτώση των επιτοκίων δανεισμού. Είναι χαρακτηριστικό ότι από 11,5% που ήταν το 1995 το επιτόκιο των δεκαετών πορτογαλικών ομολόγων, το 1998 φθάνει στο 4,9% και το 2000 διαμορφώνεται στο 5,3%. Επίσης  το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και η πορεία της πραγματικής ισοτιμίας του πορτογαλικού νομίσματος  αποτελούν σημαντικές ενδείξεις για την πορεία της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Από 0,7% του ΑΕΠ που ήταν το 1995 το έλλειμμα του ισοζυγίου, το 2000 φθάνει στο πρωτοφανές 8,8%. Η έκρηξη του δανεισμού αυξάνει κατακόρυφα τις εισαγωγές, ενώ οι εξαγωγές δεν ακολουθούν την ίδια αυξητική πορεία. Αν και η οικονομία χρειάζεται να διορθώσει την ανταγωνιστικότητά της, η πραγματική συναλλαγματική ισοτιμία του πορτογαλικού νομίσματος ουσιαστικά παραμένει σταθερή και μάλιστα μερικές χρονιές ανατιμάται. Το αποτέλεσμα αυτού του μείγματος υψηλής ανάπτυξης, υψηλού δανεισμού, διεύρυνσης του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και ροκανίσματος της ανταγωνιστικότητας ήταν πολύ συγκεκριμένο :  ο ρυθμός μεγένθυσης του ΑΕΠ μειώνεται το 2001 στο 1,6%, το 2002 υποχωρεί ακόμη περισσότερο, στο 0,5%, και το 2003 η οικονομία μπαίνει σε ύφεση με  αρνητική μεγέθυνση του ΑΕΠ κατά 1,2%.
Οι παγίδες που έχουν στηθεί με την ακολουθούμενη οικονομική πολιτική τα τελευταία έτη ,2001-2006,  απειλούν πολύ σοβαρά την ελληνική οικονομία και αν δεν ληφθούν μέτρα που να μεταβάλλουν το μείγμα της ακολουθούμενης οικονομικής πολιτικής και αναγκαστικά τη θεωρητική της θεμελίωση , είναι σχεδόν σίγουρα ότι  δεν θα τις αποφύγουμε.

Monthlyreview.gr  17-02-2007.



[1] Τράπεζα της Ελλάδος Ενδιάμεση Έκθεση για τη Νομισματική Πολιτική .Φεβρουάριος  2007.
[2] Τράπεζα της Ελλάδος. Νομισματική Πολιτική. Ενδιάμεση Έκθεση 2006.
[3] Η συρρίκνωση της παραγωγικής βάσης και η μετατροπή της χώρας σε οικονομία παραγωγής υπηρεσιών βλέπε στο  Κ.Μελάς : «1981-2006 : 25 χρόνια της Ελλάδος στην ΕΕ». Monthly Review Φεβρουάριος 2007. Επίσης η πλήρης  εκδοχή του ίδιου άρθρου υπάρχει στο .monthlyreview.gr.
[4] Τράπεζα της Ελλάδος Ενδιάμεση Έκθεση για τη Νομισματική Πολιτική .Φεβρουάριος  2007
[5] Όλα τα στοιχεία προέρχονται από την  Eurostat.
[6]  Θ. Μητράκος- Δ.Νικολίτσα , Η διάρκεια της ανεργίας στην Ελλάδα : εξελίξεις και χαρακτηριστικά. Τράπεζα της Ελλάδος. Οικονομικό Δελτίο 27. Ιούλιος 2006.