Σάββατο, 17 Φεβρουαρίου 2007

Οι παγίδες που απειλούν την ελληνική οικονομία.



Το μείγμα υψηλής ανάπτυξης, υψηλού δανεισμού, διεύρυνσης του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών , υψηλότερου διαφορικού πληθωρισμού  και ροκανίσματος της ανταγωνιστικότητας αποτελεί το πλαίσιο εντός του οποίου βρίσκεται η ελληνική οικονομία παγιδευμένη την τελευταία πενταετία (2001-2006). Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι πρόκειται για την περίοδο ένταξης της ελληνικής οικονομίας στη ζώνη του ενιαίου νομίσματος, ευρώ.
Οι υψηλοί ρυθμοί μεγένθυσης που παρουσίασε η ελληνική οικονομία από το 1997 μέχρι και το 2006 αποτέλεσαν την αιχμή του δόρατος των επιχειρημάτων όλων των υπουργών οικονομικών  στο να πείσουν για την καλή υγεία και για το ευοίωνο μέλλον της. Θεμιτό από πρώτη άποψη. Όμως όπως είναι γνωστό , ενώ  η υψηλή μεγέθυνση του ΑΕΠ αποτελεί τον αναγκαίο παράγοντα για τη βελτίωση βασικών μακροοικονομικών μεγεθών δεν αποτελεί συγχρόνως και τον ικανό. Η ικανή συνθήκη αφορά ,όπως οι υπουργοί οικονομικών πρέπει να γνωρίζουν , στους προσδιοριστικούς παράγοντες  της μεγένθυσης του ΑΕΠ. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να ερευνώνται και να λαμβάνονται υπόψη οι παράγοντες στους οποίους βασίζεται η μεγέθυνση του ΑΕΠ.  Εξάλλου ο μη υγιείς τρόπος παραγωγής του ΑΕΠ καθίσταται εύκολα εμφανής με τη μελέτη της εξέλιξης  σειράς οικονομικών μεταβλητών με δεδομένο ότι στην οικονομία όλες οι μεταβλητές  αλληλεξαρτώνται Αυτό ακριβώς συμβαίνει στην περίπτωση της ελληνικής οικονομίας  όπου παρά την επίτευξη υψηλών ρυθμών ανάπτυξης τα τελευταία έτη ( 4,1% κατά ΜΟ τη δεκαετία 1997-2006) αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις όσον αφορά στις μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες αναπτυξιακές προοπτικές της .

Αναγνωρίζεται πλέον από πολλές πλευρές ,  ότι οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης που εμφανίζει τα τελευταία χρόνια η οικονομία μας αποτελούν ουσιαστικά ένα χαλί που κάτω του κρύβονται δυσάρεστες οικονομικές παράμετροι, έντονες μακροοικονομικές ανισορροπίες και διαρθρωτικές αδυναμίες οι οποίες αντικατοπτρίζονται στην απόκλιση του πληθωρισμού από το μέσο πληθωρισμό στη ζώνη του ευρώ , στη διεύρυνση του ελλείμματος στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών , στην υψηλή ανεργία ,  στον ολοένα αυξανόμενο δανεισμό των νοικοκυριών και στο συνεχή περιορισμό της παραγωγικής βάσης της οικονομίας.
 Πρόκειται για παράγοντες που δεν μπορεί να διατηρηθούν για πάντα και δημιουργούν βάσιμες αμφιβολίες για το κατά πόσο η ελληνική οικονομία θα συνεχίσει να τρέχει με τους σημερινούς ρυθμούς.  Συγκεκριμένα :






Α).  Πληθωρισμός.

 Ο διαφορικός πληθωρισμός μεταξύ Ελλάδος και χωρών της ΕΕ της ζώνης του ευρώ, καθ’ όλη την περίοδο 2001-2006 ,δηλαδή την περίοδο εισαγωγής του ευρώ ,είναι θετικός κατά ΜΟ  της τάξεως του 1,3%.
 Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδος[1] κατά ΜΟ την περίοδο 2001-2006, ο ετήσιος πληθωρισμός στην Ελλάδα (3,5%) υπερέβαινε τον αντίστοιχο πληθωρισμό στη ζώνη του ευρώ (2,2%) . Παρά τα περί αντιθέτου υποστηριζόμενα, η εισαγωγή του ευρώ δεν επέβαλε ενιαίο ύψος πληθωρισμού στις χώρες ευρωζώνης. Τα προβλήματα που δημιουργούνται  από τον υψηλότερο πληθωρισμό είναι σημαντικότατα σε καθεστώς ενιαίου νομίσματος λόγω ανυπαρξίας εθνικής νομισματικής και συναλλαγματικής πολιτικής. Αναφέρω μόνο τις επιπτώσεις στην ανταγωνιστικότητα των εξαγωγών και τη μείωση της αγοραστικής δύναμης  των ελλήνων καταναλωτών ,ειδικά όσον εργάζονται σε εξαρτημένη εργασία.

Β). Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών.

Το έλλειμμα του  ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της Ελλάδος την περίοδο 1981-2000 διαμορφώθηκε κατά μέσον όρο στο 2,9%. Αντίστοιχα την περίοδο 2001-2005 ( ένταξη στη ζώνη του ενιαίου νομίσματος ευρώ ) το έλλειμμα διαμορφώθηκε στο 7,3%. Το 2006 το έλλειμμα υπερέβη  το 12,0% του ΑΕΠ και είναι το υψηλότερο μεταξύ των χωρών της Ευρώπης.
Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών αντικατοπτρίζει τις βασικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας. Η αύξηση του ελλείμματος και η διατήρηση του σε υψηλά επίπεδα τα τελευταία χρόνια οφείλεται στην υποχώρηση της ανταγωνιστικότητας ως προς τις τιμές και στο χαμηλό επίπεδο της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας το οποίο αντανακλάται και στη σύνθεση του εξωτερικού εμπορίου αγαθών. Ο ενιαίος ευρωπαϊκός οικονομικός χώρος και η ζώνη του ευρώ  αποτελούν δύσκολο οικονομικό περιβάλλον για την ελληνική οικονομία γεγονός που πλέον αποδεικνύεται στην πράξη.

Η διεύρυνση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών οδήγησε σε σημαντική αύξηση της αρνητικής «διεθνούς επενδυτικής θέσης» της Ελλάδος , από 44,0% του ΑΕΠ στο τέλος του 2000 σε 82% του ΑΕΠ στο τέλος του 2005 και στο 88% στο τέλος του Σεπτεμβρίου του 2006.  Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος η εξέλιξη αυτή αντανακλά κυρίως την άνοδο του δημοσίου χρέους που  διακρατείται από μη κατοίκους της χώρας και δευτερευόντως την αύξηση των καταθέσεων στην Ελλάδα από μη κατοίκους(κυρίως από πιστωτικά ιδρύματα άλλων χωρών της ζώνης του ευρώ), την αύξηση της διακράτησης μετοχών ελληνικών επιχειρήσεων από μη κατοίκους και τη μεταβολή των άμεσων ξένων επενδύσεων. Οι καθαρές πληρωμές τόκων επί του εξωτερικού χρέους (δημοσίου και ιδιωτικού) έφθασαν στο ισοδύναμο του 2,4% του ΑΕΠ το 2005 και αναμένεται ότι θα προσεγγίσουν το 3,0% του ΑΕΠ το 2006. Η σημαντική διεύρυνση του ελλείμματος δημιουργεί έμμεσους κινδύνους λόγω της σημαντικής αύξησης του ακαθάριστου εξωτερικού χρέους του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα της ελληνικής οικονομίας , το οποίο στο τέλος του 2005 έφθασε στο 122,3% του ΑΕΠ και το τέλος του 2006 ξεπέρασε το 125,0% του ΑΕΠ.
Η εξέταση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών ως η διαφορά μεταξύ των συνολικών επενδύσεων και της συνολικής αποταμίευσης μας οδηγεί στο ότι το έλλειμμα οφείλεται στο σχετικό υψηλό επίπεδο των επενδύσεων ( οι επενδύσεις διαμορφώθηκαν στο 24,2% του ΑΕΠ κατά μέσον όρο την πενταετία 2001-2006) και στην υστέρηση της αποταμίευσης( η αποταμίευση διαμορφώθηκε στο 14,7% του ΑΕΠ αντίστοιχα) . Η αύξηση των  επενδύσεων οφείλεται και στη σημαντική  αύξηση των επενδύσεων για κατοικίες ενώ η υστέρηση της αποταμίευσης οφείλεται στα δημοσιονομικά ελλείμματα αλλά και στην αλλαγή της καταναλωτικής συμπεριφοράς των νοικοκυριών, Η διατήρηση μεγάλων ελλειμμάτων του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών υπονομεύει μακροχρόνια τις αναπτυξιακές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας. «Τα ελλείμματα στο βαθμό που οφείλονται σε υψηλά επίπεδα της ιδιωτικής κατανάλωσης και των επενδύσεων σε κατοικίες, οδηγούν σε αύξηση του εξωτερικού χρέους χωρίς παράλληλη ενίσχυση του παραγωγικού και εξαγωγικού δυναμικού και , συνεπώς χωρίς βελτίωση της ικανότητας της οικονομίας να εξυπηρετεί το χρέος της….Η στήριξη της ανάπτυξης σε σημαντικό βαθμό στην κατανάλωση και όχι στις επενδύσεις που αυξάνουν το παραγωγικό δυναμικό εγκυμονεί μακροχρόνιους κινδύνους για την ελληνική οικονομία.»[2] .


Γ.  Το χρέος των νοικοκυριών.

Σε άμεση συνάρτηση με τα παραπάνω σημειώνεται ότι το χρέος των νοικοκυριών έναντι των Νομισματικών Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων τον Δεκέμβριο του 2006 ανήλθε στο 44,0 % του ΑΕΠ έναντι μόνο του 13,7% του ΑΕΠ στο τέλος του 2000. Σύμφωνα με στοιχεία του επιτρόπου Χ. Αλμούνια η χρέωση των ελληνικών νοικοκυριών αυξήθηκε κατά 88,0% την περίοδο 2003-2006. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προχωρώντας σε προβλέψεις για την εξέλιξη του χρέους των ελληνικών νοικοκυριών, τονίζει ότι το ποσοστό χρέωσης θα ανέλθει το 2007 στο 56,0% του ΑΕΠ και το 2008 στο 67,0% του ΑΕΠ , με αποτέλεσμα να υπερβεί το ΜΟ των χωρών της ευροζώνης όπου τα αντίστοιχα ποσοστά θα είναι 63,0% και 66,0% αντίστοιχα. Η συμβολή των χαμηλών επιτοκίων της ζώνης του ευρώ , τα οποία παρουσίαζε ως μέγιστο δείγμα των πλεονεκτημάτων του ευρώ η «εκσυγχρονιστική» κυβέρνηση Σημίτη, είναι σημαντικότατη στη διεύρυνση της χρέωσης των ελληνικών νοικοκυριών.  Οι υψηλοί ρυθμοί πιστωτικής επέκτασης  δημιουργούν κινδύνους για τα νοικοκυριά από τον υπερδανεισμό, ενώ η αναμενόμενη πτώση του ρυθμού αύξησης του δανεισμού θα αφαιρέσει οξυγόνο από την οικονομία δεδομένου ότι στηρίζουν την εγχώρια καταναλωτική δαπάνη σε υψηλό βαθμό.
Δ. Η συρρίκνωση της παραγωγικής βάσης. Η κατανάλωση (μέσω της πίστωσης) βασικός παράγοντας μεγένθυσης του ΑΕΠ.

Την τελευταία εξαετία , οι ρυθμοί ανάπτυξης συνεχίζονται, αλλά με κινητήριο μοχλό την κατανάλωση, το μεγαλύτερο μέρος της οποίας βασίζεται στον τραπεζικό δανεισμό για τον οποίο μιλήσαμε νωρίτερα. Η εγχώρια ζήτηση και μάλιστα η κατανάλωση στις οποίες έχει βασιστεί η οικονομική άνοδος των τελευταίων ετών δεν είναι δυνατόν να στηρίξουν ένα μακροχρόνιο διατηρήσιμο πρότυπο ανάπτυξης.
 Με άλλα λόγια, η ανάπτυξη σήμερα δεν βασίζεται σε σταθερά θεμέλια, η προσπάθεια προσέλκυσης ιδιωτικών κεφαλαίων σε κρατικές επενδύσεις υποδομών δεν έχει ακόμα ευοδωθεί,  το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών επιδεινώνεται επικίνδυνα, ενώ η ανταγωνιστικότητα της χώρας παραμένει στάσιμη, παρά την όποια προσπάθεια για μεταρρυθμίσεις. Τα αποτελέσματα της πρόσφατης έκθεσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αναφορικά με την πρόοδο της στρατηγικής της Λισσαβόνας ήταν απογοητευτικά. Το ίδιο απογοητευτικές είναι και οι εκθέσεις των διαφόρων οργανισμών αναφορικά με την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας και τα μέτρα προς αυτή την κατεύθυνση.
Η σημερινή παραγωγική βάση[3] της οικονομίας δεν είναι επαρκώς ευρεία ώστε να διασφαλίζει υψηλούς ρυθμούς μεγένθυσης σε μόνιμη βάση . Ο γεωργικός τομέας έχει συρρικνωθεί, ο μεταποιητικός τομέας χαρακτηρίζεται από σχετική σταθερότητα (αν ληφθεί υπόψη η εξέλιξη του λόγου της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας της μεταποίησης προς το συνολικό ΑΕΠ) ενώ στις υπηρεσίες εμφανίζουν δυναμισμό μόνο ορισμένοι κλάδοι όπως ο χρηματοπιστωτικός κλάδος , η ναυτιλία, ο τουρισμός , οι τηλεπικοινωνίες.

Ε  Ανεργία

Το ποσοστό ανεργίας , αν και μειώθηκε το 2006 (κυρίως λόγω της αύξησης της απασχόλησης στον Δημόσιο και στην Τοπική Αυτοδιοίκηση)[4]παραμένει υψηλό 8,9% έναντι 7,4% στην ΕΕ-15, ενώ και το ποσοστό απασχόλησης (60,7% το πρώτο εξάμηνο του 2006 έναντι 65,6% στην ΕΕ-15) είναι ιδιαίτερα χαμηλό.
Παράλληλα και στη μακροχρόνια ανεργία (αποτελεί το 50% των ανέργων) με ποσοστό 5,1% η χώρα μας βρίσκεται στην πρώτη θέση έναντι  3,3% της ΕΕ-15 και 4,0% των 25 όπως και στην ανεργία των νέων κάτω από 25 ετών με ποσοστό 25 %.[5] Επίσης στην                                                    Ελλάδα καταγράφεται η υψηλότερη μεταξύ των χωρών της ΕΕ ανεργία στους νέους οι οποίοι έχουν πτυχίο. Ο δείκτης ανεργίας στην Ελλάδα το 2005 κυμάνθηκε από 7,1% στην περιφέρεια της Κρήτης ως 18% στην περιφέρεια της Δυτικής Μακεδονίας, μία από τις περιφέρειες με τους υψηλότερους δείκτες ανεργίας στην ΕΕ, ειδικά σε ό,τι αφορά τις γυναίκες και τους νέους ηλικίας 15-24 ετών.                                            

 Επίσης αξίζει να σημειωθεί ότι τις δύο τελευταίες δεκαετίες έχει επιμηκυνθεί η διάρκεια της ανεργίας[6]. Σήμερα , πάνω από 55% των ανέργων είναι άνεργοι για διάστημα τουλάχιστον ενός έτους. Ταυτόχρονα , υπάρχουν και άλλα άτομα τα οποία δοκιμάζονται από επαναλαμβανόμενα διαστήματα ανεργίας και τα οποία συνολικά σε μια χρονική περίοδο ορισμένων ετών έχουν επίσης παραμείνει άνεργα πάνω από ένα έτος.
Παρά τους υψηλούς ρυθμούς μεγένθυσης της οικονομίας στα τελευταία χρόνια αυτή αποδείχθηκε ανίκανη να δημιουργήσει ικανό αριθμό θέσεων εργασίας ώστε να απορροφηθεί η ανεργία.  Εύκολο είναι να αντιληφθεί κανείς  αυτό που θα συμβεί στο προσεχές μέλλον όταν είναι βέβαιον ότι οι ρυθμοί μεγένθυσης της οικονομίας θα μειωθούν κάτω από το 3,0%  έναντι 4,3% κατά Μέσο  Όρο την πενταετία 2000-2004. Για την ανεργία - απασχόληση στη χώρα µας διατίθεται από δηµόσιους πόρους µόνο το 0,92% του ΑΕΠ, έναντι 2,5% του ΑΕΠ στην Ευρώπη των «15».


ΣΤ.  Συμπέρασμα.
Γίνεται εύκολα κατανοητό επομένως γιατί το... φάντασμα της Πορτογαλίας έχει αρχίσει ήδη να κάνει αισθητή την παρουσία του στις αναλύσεις που αφορούν το μεσοπρόθεσμο μέλλον της ελληνικής οικονομίας. Μια ανάλυση της οικονομικής πορείας της Πορτογαλίας την τελευταία δεκαετία αποκαλύπτει τις ομοιότητές της με την ελληνική. Από  το 1997 μέχρι και το 2000 ο ρυθμός μεγέθυνσης του πορτογαλικού ΑΕΠ κυμαίνεται κατά ΜΟ στο 3,8% από 3,3% και 2,3% που ήταν το 1996 και το 1995 αντίστοιχα.  Η μεγέθυνση όμως στηρίζεται κυρίως στην αύξηση, με υψηλούς ρυθμούς, της πιστωτικής επέκτασης  των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων, που τροφοδοτούν κυρίως την κατανάλωση και στη συνέχεια  τη μεγέθυνση του ΑΕΠ. Το εγχώριο χρέος των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων αυξάνεται με υψηλούς ρυθμούς . Από 11,6% έως 12,6% που διαμορφώνονται στη διετία 1996 - 1997, το 1998 φθάνουν το 17,1% και το 1999 το 19,9% και το 2000 στο 24,1% του ΑΕΠ.. Ο λόγος είναι απλός. Η πορεία ονομαστικής σύγκλισης της πορτογαλικής οικονομίας που έχει ως αποτέλεσμα τη ραγδαία πτώση των επιτοκίων δανεισμού. Είναι χαρακτηριστικό ότι από 11,5% που ήταν το 1995 το επιτόκιο των δεκαετών πορτογαλικών ομολόγων, το 1998 φθάνει στο 4,9% και το 2000 διαμορφώνεται στο 5,3%. Επίσης  το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και η πορεία της πραγματικής ισοτιμίας του πορτογαλικού νομίσματος  αποτελούν σημαντικές ενδείξεις για την πορεία της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Από 0,7% του ΑΕΠ που ήταν το 1995 το έλλειμμα του ισοζυγίου, το 2000 φθάνει στο πρωτοφανές 8,8%. Η έκρηξη του δανεισμού αυξάνει κατακόρυφα τις εισαγωγές, ενώ οι εξαγωγές δεν ακολουθούν την ίδια αυξητική πορεία. Αν και η οικονομία χρειάζεται να διορθώσει την ανταγωνιστικότητά της, η πραγματική συναλλαγματική ισοτιμία του πορτογαλικού νομίσματος ουσιαστικά παραμένει σταθερή και μάλιστα μερικές χρονιές ανατιμάται. Το αποτέλεσμα αυτού του μείγματος υψηλής ανάπτυξης, υψηλού δανεισμού, διεύρυνσης του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και ροκανίσματος της ανταγωνιστικότητας ήταν πολύ συγκεκριμένο :  ο ρυθμός μεγένθυσης του ΑΕΠ μειώνεται το 2001 στο 1,6%, το 2002 υποχωρεί ακόμη περισσότερο, στο 0,5%, και το 2003 η οικονομία μπαίνει σε ύφεση με  αρνητική μεγέθυνση του ΑΕΠ κατά 1,2%.
Οι παγίδες που έχουν στηθεί με την ακολουθούμενη οικονομική πολιτική τα τελευταία έτη ,2001-2006,  απειλούν πολύ σοβαρά την ελληνική οικονομία και αν δεν ληφθούν μέτρα που να μεταβάλλουν το μείγμα της ακολουθούμενης οικονομικής πολιτικής και αναγκαστικά τη θεωρητική της θεμελίωση , είναι σχεδόν σίγουρα ότι  δεν θα τις αποφύγουμε.

Monthlyreview.gr  17-02-2007.



[1] Τράπεζα της Ελλάδος Ενδιάμεση Έκθεση για τη Νομισματική Πολιτική .Φεβρουάριος  2007.
[2] Τράπεζα της Ελλάδος. Νομισματική Πολιτική. Ενδιάμεση Έκθεση 2006.
[3] Η συρρίκνωση της παραγωγικής βάσης και η μετατροπή της χώρας σε οικονομία παραγωγής υπηρεσιών βλέπε στο  Κ.Μελάς : «1981-2006 : 25 χρόνια της Ελλάδος στην ΕΕ». Monthly Review Φεβρουάριος 2007. Επίσης η πλήρης  εκδοχή του ίδιου άρθρου υπάρχει στο .monthlyreview.gr.
[4] Τράπεζα της Ελλάδος Ενδιάμεση Έκθεση για τη Νομισματική Πολιτική .Φεβρουάριος  2007
[5] Όλα τα στοιχεία προέρχονται από την  Eurostat.
[6]  Θ. Μητράκος- Δ.Νικολίτσα , Η διάρκεια της ανεργίας στην Ελλάδα : εξελίξεις και χαρακτηριστικά. Τράπεζα της Ελλάδος. Οικονομικό Δελτίο 27. Ιούλιος 2006.

Πέμπτη, 8 Φεβρουαρίου 2007

Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΥ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΜΕΣΕΣ ΞΈΝΕΣ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ .



Α.

  Η οικονομική παγκοσμιοποίηση[1] συντελείται κυρίως μέσα  από δύο μηχανισμούς,
 α) την   χρηματοοικονομική παγκοσμιοποίηση μέσω της ελεύθερης κίνηση κεφαλαίων και β) την εξάπλωση του καπιταλιστικού παραγωγικού συστήματος και  της παραγωγικής διαδικασίας σε σειρά νέων χωρών στον πλανήτη.
 Το κοινό χαρακτηριστικό των δύο αυτών συνιστωσών της οικονομικής παγκοσμιοποίησης είναι η απόλυτα ελεύθερη κινητικότητα του παραγωγικού συντελεστή κεφάλαιο[2].
 Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία η διακίνηση χρηματοοικονομικών κεφαλαίων[3] έχει αυξηθεί δραματικά . Παράλληλα  και ο ρυθμός παγκοσμιοποίησης της παραγωγικής διαδικασίας έχει συντελέσει εξίσου σημαντικές προόδους. Η παγκοσμιοποίηση της παραγωγικής διαδικασίας  συμβαδίζει με την αύξηση των διεθνών εμπορευματικών συναλλαγών αλλά και την αύξηση των άμεσων ξένων επενδύσεων. Από τα  μέσα της δεκαετίας του 1980 ο όγκος των άμεσων ξένων επενδύσεων παρουσιάζει  μεγαλύτερους ρυθμούς αύξησης σε σχέση με το πρόσφατο  παρελθόν.[4] Επίσης, η παγκοσμιοποίηση της  παραγωγικής διαδικασίας και η αύξηση των άμεσων ξένων επενδύσεων έχει συμβάλει αρκετά στην αύξηση των απολύτων μεγεθών των εξαγωγών των αναπτυσσόμενων χωρών. Παρόλα αυτά , πρέπει να σημειώσουμε ότι οι εξαγωγές, των αναπτυσσομένων χωρών ως ποσοστό του συνόλου των εξαγωγών, δεν έχουν σημειώσει ιδιαίτερη αύξηση από το 1963 έως το 2001.
Ωστόσο η σύνθεση τους έχει αλλάξει , δηλαδή ,το ποσοστό των εξαγομένων προϊόντων του  βιομηχανικού  τομέα των αναπτυσσόμενων χωρών έχει  αυξηθεί από 10% το 1975 σε 75% το 1996[5].

Β.
Οι παγκόσμιες επιχειρηματικές και οικονομικές δραστηριότητες των πολυεθνικών επιχειρήσεων υπολογίζεται ότι συμμετέχουν στην παραγωγή του 10% του Παγκόσμιου ΑΕΠ  και του 33% των παγκόσμιων εξαγωγών[6]. Επομένως εξακολουθεί να κυριαρχεί στο σχηματισμό του Παγκόσμιου ΑΕΠ το παραγόμενο εγχωρίως ακαθάριστο προϊόν.


Σύμφωνα με τα στοιχεία  του ΒΕΑ[7],  το μεγάλο ποσοστό της παγκόσμιας παραγόμενης προστιθέμενης αξίας, οι κεφαλαιουχικές  δαπάνες, και η απασχόληση των αμερικανικών πολυεθνικών εταιριών παρέμειναν συγκεντρωμένες στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Πιο συγκεκριμένα το 2003 τα ποσοστά της προστιθέμενης αξίας , των κεφαλαιουχικών επενδύσεων και της απασχόλησης των αμερικάνικων πολυεθνικών που συνέχιζαν να διατηρούνται επί του Αμερικανικούς εδάφους  ήταν 74%, 74% , και 72% αντίστοιχα, ελάχιστα κάτω από τα αντίστοιχα ποσοστά του 1997 όπου ήταν 75%, 79%, και 78 % ως προς το ποσοστό της εγχώριας παραγόμενης προστιθεμένης αξίας, του εγχώριου ποσοστού επενδυόμενου κεφαλαίου και του εγχώριου απασχολούμενου εργατικού δυναμικού αντίστοιχα.


Γ.
Το ποσοστό των  ΑΞΕ στον παγκόσμιο σχηματισμό παραγωγικού κεφαλαίου αυξήθηκε και αποτελεί τα 2/3 του συνόλου των επενδύσεων μεταξύ της δεκαετίας του 1980 και της δεκαετίας του 1990, ιδιαιτέρως δε για τις αναπτυσσόμενες χώρες έχει αυξηθεί αποτελώντας τα  ¾ του συνόλου των επενδύσεων. Παγκοσμίως ο όγκος των  άμεσων ξένων επενδύσεων αυξήθηκε με πάρα πολύ ταχείς ρυθμούς  κατά την δεκαετία του 1990, ωστόσο υπήρξε μία απότομη πτώση του όγκου των επενδύσεων αυτών κατά το 2001 ως αποτέλεσμα της παγκόσμιας ύφεσης, και της μείωσης της αξίας των συγχωνεύσεων , κυρίως στην Ευρώπη. Η αξία των άμεσων ξένων επενδύσεων στις αναπτυσσόμενες χώρες αυξήθηκε από 8,4 δισεκατομμύρια δολάρια το 1980 , σε 205 δισεκατομμύρια το 2001. Επιπλέον οι άμεσες ξένες επενδύσεις στις αναπτυσσόμενες χώρες αντιπροσώπευαν το 15% από αυτές που έχουν πραγματοποιηθεί παγκοσμίως το 1999 ενώ έφτασαν στο 22% το 2001. Αυτή η αύξηση ως προς τα ποσοστά των  ποσοστών που αντιπροσωπεύουν οι άμεσες ξένες επενδύσεις στις αναπτυσσόμενες χώρες δεν μπορεί να θεωρηθεί ως σημαντική καθώς αυτό το ποσοστό διακυμαινόταν γύρω στο 35% τα προηγούμενα είκοσι χρόνια[8].
Ενώ η αξία των ΑΞΕ που κατευθύνονται  στις αναπτυσσόμενες χώρες , ως ποσοστό στις  Παγκόσμιες ΑΞΕ αυξάνεται με σχετικά βραδύς ρυθμούς, το μέγεθος τους και ο ρόλος τους σε σχέση με τις συνολικές εισροές ξένων κεφαλαίων σε αυτές τις οικονομίες αυξάνεται δραματικά. Ιδιαιτέρα μετά τις χρηματοοικονομικού χαρακτήρα κρίσεις τις δεκαετίες του 1980-90 ,λόγω υπερβολικού δανεισμού, οι ΑΞΕ αποτέλεσαν τον κυριότερο μηχανισμό εισροής ξένου επενδυτικού κεφαλαίου στις αναπτυσσόμενες χώρες. Κατά την περίοδο 1999 έως 2001 οι ΑΞΕ  υπολογίζεται ότι αποτελούσαν  κατά μέσο όρο το 86% των συνολικών εισροών ξένου ιδιωτικού κεφαλαίου, και το 71% του συνολικού κεφαλαίου που εισέρευσε στις αναπτυσσόμενες οικονομίες[9].
Δ.
           
 Ένα  σημαντικό ερώτημα στο οποίο καλούμαστε να δώσουμε μια απάντηση (απάντηση που επιχειρείται να δοθεί εδώ και πολλά χρόνια  στην οικονομική θεωρία) αποτελεί η ανάδειξη των προσδιοριστικών παραγόντων που επιδρούν αποφασιστικά  στην επιλογή της διεθνούς χωροθέτησης των ΑΞΕ.
Θα πρέπει να αναφέρουμε ότι σε μια τυπική οικονομετρική διερεύνηση με αντικείμενο τους προσδιοριστικούς παράγοντες προσέλκυσης ΑΞΕ τίθονται σε παλινδρόμηση  μεταβλητές  που παραδοσιακά θεωρούνται ότι επηρεάζουν την τοποθέτηση ΑΞΕ όπως: οικονομική δραστηριότητα, πληθυσμός, απόσταση  (γεωγραφική με την έννοια πόσο απέχει η τοποθεσία από τις κεντρικές δραστηριότητες μίας πολυεθνικής επιχειρήσεως και πολιτιστική για την οποία χρησιμοποιείται μία γλωσσική μεταβλητή), επιπλέον προσθέτουν μία μεταβλητή για να υπολογίσουν την ποιότητα του ανθρώπινου κεφαλαίου , και ενδεχομένως στις περισσότερο πρόσφατες οικονομετρικές έρευνες προστίθενται και μεταβλητές όπως συνθήκες εργασίας ( όπου συμπεριλαμβάνεται και το κόστος εργασίας) και πολιτικής σταθερότητας. Οι αναλύσεις αυτού του είδους παρότι είναι χρήσιμες σε επιμέρους ερωτήματα δεν βοηθούν στο συγκεκριμένο ερώτημα. Περισσότερο είναι χρήσιμες στατιστικές έρευνες με βάση τα υπάρχοντα εμπειρικά δεδομένα  όπως αυτή στην οποία στη συνέχεια θα κάνουμε αναφορά. Ένα  σημαντικό ερώτημα που επιχειρείται να απαντηθεί μέσα από αυτήν την έρευνα είναι ποιοι είναι οι προσδιοριστικοί παράγοντες που επιδρούν αποφασιστικά για την επιλογή της γεωγραφικής τοποθεσίας μίας ΑΞΕ.
Τα στοιχεία που συλλέχθηκαν  και αναλύθηκαν από πρόσφατη έρευνα του ΒΕΑ[10] μας επιτρέπουν να θέσουμε υπό διερεύνηση μία πολύ γνωστή άποψη των αναλυτών των κινήτρων των επενδυτικών πρωτοβουλιών σύμφωνα με την οποία ο βασικότερος προσδιοριστικός παράγοντας της γεωγραφικής τοποθεσίας που επιλέγει να επενδύσει μία πολυεθνική είναι η εκμετάλλευση του χαμηλού κόστους εργασίας και η πρόσβασή της σε φτηνό εργατικό δυναμικό. Αντιθέτως σύμφωνα με την συγκεκριμένη έρευνα  ο σημαντικότερος και ο πιο καθοριστικός παράγοντας φαίνεται να είναι πρόσβαση στις μεγάλες και ακμάζουσες αγορές.
 Οι επιχειρήσεις τείνουν να επενδύσουν  προκειμένου να αποκτούν πρόσβαση της μεγάλες και αναπτυσσόμενες αγορές ώστε να πωλούν τα προϊόντα και τις υπηρεσίες τις οποίες παράγουν και όχι για να αποκτήσουν πρόσβαση σε χαμηλό κόστος εργασίας. Τα 2/3 των αμερικάνικων ΑΞΕ  στο εξωτερικό είναι επενδυμένες  στις χώρες  υψηλού εισοδήματος. Ιδιαιτέρως εντυπωσιακό μάλιστα  είναι το γεγονός ότι στον δευτερογενή μεταποιητικό τομέα  το 80%  της παραγωγής των υπερπόντιων αμερικανικής προέλευσης θυγατρικών είναι  επενδυμένες στις υψηλόμισθες, αναπτυγμένες χώρες, όπου η επένδυση υποκινείται από διάφορους μη μισθολογικούς παράγοντες, όπως η πρόσβαση στην αγορά ,  η παραγωγή  προϊόντων που σχεδιάζονται με βάση τις ανάγκες και τις  ιδιαιτερότητες της  τοπικής αγοράς, το επίπεδο και η ποιότητα των τοπικών υπηρεσιών, η υποστήριξη και η προώθηση των  πωλήσεων, η διαφήμιση, τα φορολογικά κίνητρα ή και τα μειωμένα έξοδα μεταφοράς.
Ένα ακόμη ερώτημα που τέθηκε στην συγκεκριμένη έρευνα  είναι πως επιδρούν επί του ύψους των ΑΞΕ τα διάφορα εμπόδια στο εμπόριο και τις επενδύσεις αλλά  και ποια επίδραση έχουν επί των ΑΞΕ τα  φορολογικά κίνητρα  και τα επενδυτικά κίνητρα. Όπως προαναφέρθηκε ο σημαντικότερος προσδιοριστικός παράγοντας των ΑΞΕ  είναι η πρόσβαση στις αναπτυσσόμενες αγορές  και τις ανεπτυγμένες οικονομίες.. Τα φορολογικά και επενδυτικά κίνητρα  φαίνεται ότι έχουν δευτερεύουσα σημασία για την προσέλκυση ΑΞΕ Παράγοντες όπως «συνθήκες και κόστος εργασίας» αλλά και «φορολογικά προνόμια» συχνά φαίνεται, σύμφωνα με τις σχετικές έρευνες , ότι δεν διαδραματίζουν ιδιαιτέρα σημαντικό ρόλο. Από τα στοιχειά που παρατίθενται στη συνέχεια ουσιαστικά θα συμπεράνουμε ότι το κόστος εργασίας αποτελεί υπολειμματικό μέγεθος και όχι βασικό στοιχείο για την προσέλκυση ΑΞΕ.

 Τα τελευταία χρόνια, εντούτοις, ο πολλαπλασιασμός των φορολογικών και επενδυτικών κινήτρων σε πολλές χώρες , έχει αυξήσει την σημασία τους ως προς την ικανότητα προσέλκυσης ΑΞΕ. Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι αμερικανικές μητρικές εταιρείες χρησιμοποιούν όλο και περισσότερο τις  συμμετοχικές θυγατρικές εταιρίες μέσα στην οργανωτική δομή τους. Το 2004, οι επενδύσεις στις εταιρίες συμμετοχών υπολογίστηκε  ότι  αποτελούσε το 33,3%  των αμερικανικών ΑΞΕ, έναντι σε 9% που ήταν το 1982. Ένας από τους λόγους για τους οποίους οι πολυεθνικές επιχειρήσεις  χρησιμοποιούν τις εταιρίες συμμετοχών προκειμένου να επεκτείνουν τις επιχειρηματικές δραστηριότητες σε κάποιες χώρες είναι ότι αυτές «απολαμβάνουν» ευνοϊκών φορολογικών κινήτρων. Τα στοιχεία  δείχνουν μία συγκέντρωση των θυγατρικών επιχειρήσεων με την μορφή των συμμετοχικών εταιριών σε εκείνες τις αναπτυγμένες και αναπτυσσόμενες χώρες όπου το ποσοστό φόρου επί των κερδών των συμμετοχικών εταιριών είναι σχετικά χαμηλό.

 Ωστόσο πρέπει να επισημάνουμε ότι ο Kukera[11], σε ένα δείγμα των 100 λιγότερο ανεπτυγμένων οικονομικά χωρών,  βρήκε  στατιστικά σημαντική αρνητική συσχέτιση μεταξύ των υψηλών αμοιβών των βιομηχανικών εργατών και του ύψους των άμεσων ξένων επενδύσεων. Ωστόσο δεν βρήκε αρνητική συσχέτιση μεταξύ ύψους επενδυτικών δαπανών και ισχυρών εργατικών συνδικάτων. Η έρευνα του συμπεραίνει ότι η αυξημένη ισχύς των εργατικών συνδικάτων εάν δεν επιφέρει αυξημένο κόστος εργασίας είναι αποτέλεσμα μεγαλύτερης πολιτικής και κοινωνικής σταθερότητας.
  Αυτά τα συμπεράσματα δεν μπορούν να θεωρηθούν ως μη αναμενόμενα εάν τα εντάξουμε στο πλαίσιο μίας μελέτης του παραδοσιακού διαχωρισμού των ΑΞΕ μεταξύ οριζόντιων και κάθετων
Από πρώτη  άποψη δημιουργείται άμεσα η εντύπωση  ότι ο παρατηρούμενος  διαχωρισμός των ΑΞΕ σε οριζόντιες και σε κάθετες  θα πρέπει να μας οδηγήσει και στη διαφοροποίηση  των αντίστοιχων κινήτρων που υπάρχουν πίσω από αυτόν τον διαχωρισμό. Πιθανόν η αντίληψη αυτή να περιέχει στοιχεία αλήθειας. Όμως για την αποφυγή παρανοήσεων χρειάζεται να ειπωθεί, ότι όπως θα δούμε στη συνέχεια η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας παρέχει πολλές λύσεις στις πολυεθνικές επιχειρήσεις να παράγουν εκμεταλλευόμενες κυρίως το χαμηλό κόστος εργασίας και επομένως μας οδηγεί  ουσιαστικά στην ενοποίηση in senso lato των κριτηρίων.




Ε.

Οι οριζόντιες ΑΞΕ οι οποίες συνήθως αποκαλούνται και ως επενδύσεις αναζήτησης νέων αγορών, οι οποίες περιλαμβάνουν και εγκατάσταση μονάδων παραγωγής, κυρίως στοχεύουν στην πώληση των παραγόμενων από την επένδυση προϊόντων. Δύο συνθήκες επιβάλλεται να συντρέχουν κυρίως για να προσελκυστεί μία τέτοιου τύπου επένδυση. Πρώτον, οι αγορές στις συγκεκριμένες χώρες πρέπει να είναι ανεπτυγμένες ή να βρίσκονται σε φάση ανάπτυξης και δεύτερον, η επιλογή της παραγωγής των συγκεκριμένων προϊόντων  που προορίζονται κυρίως να πουληθούν στη συγκεκριμένη χώρα θα πρέπει να είναι  περισσότερο συμφέρουσα με οικονομικούς όρους εν σύγκριση με την εισαγωγή των ιδίων προϊόντων από την χώρα που έχει την έδρα της η πολυεθνική επιχείρηση. Ουσιαστικά αυτή η δεύτερη συνθήκη εκπληρούται εάν στον συγκεκριμένο τομέα παραγωγικής δραστηριότητας υπάρχει έλλειψη οικονομιών κλίμακας και επιπλέον στην συγκεκριμένη χώρα υπάρχει υψηλό επίπεδο δασμολογικής προστασίας. Γι’ αυτό και πολλές φορές οι οριζόντιες ΑΞΕ ονομάζονται και δασμολογικά υποστηριζόμενες (Tariff hoping) ΑΞΕ. Σαφώς οι περισσότερες ΑΞΕ που εισρέουν στις ανεπτυγμένες οικονομίες, σκοπεύουν κυρίως στο να αποκτήσουν καλύτερη πρόσβαση στις αγορές των χωρών υποδοχής ενώ μόνο λίγες από τις ΑΞΕ που διενεργούνται στις αναπτυσσόμενες χώρες παρακινούνται από αντίστοιχα κίνητρα. Οι οικονομετρικές μελέτες[12] διερευνώντας όλες τις μορφές άμεσων ξένων επενδύσεων ανακαλύπτουν ότι το επίπεδο ανάπτυξης της εγχώριας αγοράς για τις υποψήφιες χώρες υποδοχής ΑΞΕ αποτελεί το σημαντικότερο προσδιοριστικό παράγοντα για την χώρα που τελικά θα επιλεχτεί από τους επενδυτές για να πραγματοποιήσουν μία ΑΞΕ . Συνεπώς ένα στοιχειώδες τουλάχιστον επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης πρέπει να προϋπάρχει προκειμένου μία χώρα να προσελκύσει ΑΞΕ. 


ΣΤ.

Οι κάθετες ΑΞΕ παρατηρούνται όταν  το κεφάλαιο διακινείται από χώρα σε χώρα προκειμένου να επιτευχθεί η αποτελεσματικότερη αξιοποίηση του. Αυτό επιτυγχάνεται μέσω της  διασύνδεσής του  με τις καταλληλότερες  μορφές  οργάνωσης της παραγωγικής διαδικασίας καθώς και με τους αναγκαίους φυσικούς πόρους, προκειμένου να παραχθεί το επιθυμητό τελικό παραγωγικό αποτέλεσμα.
Με  τις  κάθετες ΑΞΕ οι οποίες αναζητούν περισσότερο αποτελεσματική παραγωγική διαδικασία, διακινούνται κεφάλαια προς το εξωτερικό με βασικό στόχο την μείωση του κόστους λειτουργίας  τους. Προκείμενου να προσελκυστούν ΑΞΕ τέτοιου τύπου πρέπει να συντρέχουν  προϋποθέσεις όπως: Χαμηλό κόστος εργασίας, χαμηλοί φορολογικοί συντελεστές επί της  κερδοφορίας, χαμηλού επιπέδου ή «ευέλικτα» πρότυπα εργασιακής ή περιβαλλοντικής προστασίας. Η προστιθεμένη  αξία που προσδίδει τέτοιου είδους οικονομικά πλεονεκτήματα υπερτερεί των αντίστοιχων οικονομικών  πλεονεκτημάτων που προκύπτουν από την αποφυγή των δασμών και του κόστους μεταφοράς των ημικατεργασμένων ή τελικών προϊόντων σε κάθετες μορφές ΑΞΕ. Οι ΑΞΕ με στόχο την αναζήτηση αποτελεσματικότητας κατά κανόνα θεωρούνται ως επενδύσεις που κατευθύνονται  κυρίως προς χώρες χαμηλού κόστους εργασίας, αλλά όχι μόνο. Άρα μόνο για τις χώρες που προσελκύουν κάθετες μορφές ΑΞΕ ενδέχεται να συσχετίζεται το κόστος εργασίας με τον όγκο των ΑΞΕ που προσελκύει και μόνο ως προς το ποσοστό αυτού του τύπου των ΑΞΕ. 

Οι κάθετες ΑΞΕ αναζήτησης φυσικών πρωτογενών πηγών, πραγματοποιούνται λόγω της προσπάθειας που καταβάλλουν οι επιχειρήσεις που ηγούνται (Leader Firms) ενός παραγωγικού κλάδου,  να αποκτήσουν υπό τον έλεγχο τους τις πλουτοπαραγωγικές πηγές πρωτογενών φυσικών πόρων και βασικών πρώτων υλών οι οποίες χρησιμοποιούνται στην παραγωγή διάφορων άλλων προϊόντων. Μερικοί αναλυτές έχουν σχετικά πρόσφατα προσθέσει  την αναζήτηση στρατηγικών πλεονεκτημάτων[13], ως ένα επιπλέον κίνητρο πραγματοποίησης ΑΞΕ αναφερόμενοι σε περιπτώσεις όπως οι ευρωπαϊκές επενδύσεις στην Σίλικον Βάλεϋ. Τέτοιου τύπου κάθετες επενδυτικές κινήσεις τείνουν να στοχεύουν στην διασύνδεση της παραγωγικής διαδικασίας με υστέρα  στάδια παραγωγής.

Η.

Παγκοσμίως, το συσσωρευμένο απόθεμα κάθετων ΑΞΕ έχει αυξηθεί σταδιακά στην διάρκεια των χρόνων , αν και καταλαμβάνει σχεδόν το ίδιο ποσοστό καθ’ όλη την διάρκεια της δεκαετίας του 1990, διατηρούμενες οι σχετικές αναλογίες οριζόντιων και κάθετων ΑΞΕ σταθερές με ποσοστά 67% και 33% αντίστοιχα.)[14]
            Η απόλυτη επικυριαρχία των οριζόντιων ΑΞΕ, εξηγεί γιατί τα κίνητρα και οι στόχοι των οριζοντίων ΑΞΕ στις οικονομετρικές μελέτες υπερτερούν των κινήτρων και των στόχων των κάθετων μορφών ΑΞΕ. Ένας άλλος λόγος, για τον οποίον σύμφωνα με τις οικονομετρικές έρευνες[15], οι διαφορές κόστους δεν φαίνεται  να αποτελούν σημαντικό παράγοντα για την παγκοσμιοποίηση  της παραγωγικής διαδικασίας και της προσέλκυσης ΑΞΕ, οι διαφορές στο εργατικό κόστος μπορεί να επιδρούν την κατανομή της παραγωγής, μέσω εξωεπιχειρησιακών[16] και όχι ενδοεπιχειρησιακών μηχανισμών ανακατανομής της παραγωγής.
            Άρα άλλοι παράγοντες όπως ο ρυθμός ανάπτυξης της εσωτερικής αγοράς, η γεωγραφική εγγύτητα μίας αγοράς με άλλες ανεπτυγμένες η ποιότητα του ανθρώπινου δυναμικού, η ύπαρξη βασικών πρώτων υλών, η δυνατότητα ανεύρεσης σε μία χώρα στρατηγικών πλεονεκτημάτων όπως η δυνατότητα ενσωμάτωσης, στην παραγωγική διαδικασία που αναπτύσσεται σε μία χώρα, υψηλού επιπέδου τεχνολογικών εισροών αποτελούν σημαντικότερους προσδιοριστικούς παράγοντες προσέλκυσης των ΑΞΕ, σε σχέση με την το χαμηλό κόστος εργασίας.
 

Θ.

            Υπάρχει ένα κοινό και για τα τρία κίνητρα που παρακινούν πολυεθνικές για άμεσες ξένες επενδύσεις. Σε  κάθε περίπτωση οι εταιρίες έχουν αποφασίσει να διατηρήσουν, τις εκτός των συνόρων της χώρας ιδρύσεως τους επιχειρηματικές δραστηριότητες εντός των πλαισίων της  εταιρικής δραστηριότητας τους[17]. Αυτή η διαδικασία είναι γνωστή ως διαδικασία εσωτερικοποίησης σύμφωνα με την οποία οι επιχειρήσεις  θα επεκτείνουν τις επιχειρησιακές τους δραστηριότητες στο εξωτερικό με την μορφή των άμεσων ξένων επενδύσεων (ΑΞΕ) όταν αυτές διαθέτουν ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο ή υψηλής τεχνολογικής εξειδίκευσης στοιχείο του ενεργητικού (π.χ. Μία εφεύρεση)  το οποίο τους επιτρέπει να αποκτούν πρόσθετη κερδοφορία. Σε αυτήν την περίπτωση είναι προτιμότερο  η επένδυση των κεφαλαίων σε μία ξένη χώρα με την μορφή ΑΞΕ παρά η ανεύρεση μίας άλλης εταιρίας με την οποία θα υπάρξει συνεργασία σε ένα ανώτερο ή κατώτερο στάδιο της παραγωγικής διαδικασίας μέσω της προμήθειας σε αυτήν ή από αυτήν προϊόντων ή υπηρεσιών . Σε ένα κλασικό άρθρο, « η Φύση της Εταιρίας» του Coase [18] αποκαλύφθηκε ότι το χαμηλότερο συναλλακτικό κόστος είναι το κύριο πλεονέκτημα της οργάνωσης της παραγωγικής διαδικασίας στα πλαίσια ενιαίων εταιρικών μονάδων σε σχέση με μορφές οργάνωσης της παραγωγής σε ξεχωριστές μονάδες που στηρίζονται σε μεμονωμένες αγορές.. Αυτή η λογική για την οργάνωση εταιρικών μορφών παραγωγής χρησιμοποιήθηκε για να εξηγήσει το φαινόμενο των άμεσων ξένων επενδύσεων, στη λογική ότι οι εταιρίες επιθυμούν ταυτόχρονα  να επεκτείνουν τις αγορές τους και τις επιχειρησιακές τους δραστηριότητες αλλά και να διατηρούν τα οφέλη που προκύπτουν από την ενδοεπιχειρησιακή συνεργασία που προκύπτει στα πλαίσια της «εσωτερικοποίησης» των νέων επιχειρησιακών δραστηριοτήτων στις οποίες επεκτείνονται.  Ενώ η εσωτερικοποίηση της διεθνοποιημένης παραγωγικής διαδικασίας είναι αποτέλεσμα της σχετικής αναποτελεσματικότητας των αγορών, η προστασία αυτών των στηριζόμενων σε ιδιαίτερες γνώσεις στοιχείων του ενεργητικού διατηρώντας τα εσωτερικά στην επιχείρηση, είναι ο κυρίως λόγος που εξηγεί γιατί οι εταιρίες πολλές φορές προτιμούν να επενδύουν στο εξωτερικό με την μορφή των ΑΞΕ, παρά να απευθύνονται σε ξένες αγορές με άλλους τρόπους ως εξαγωγείς ή μέσω υπογραφής συμβολαίων με ξένες εταιρίες για την προώθηση προϊόντων με την χρήση του ονόματος της εταιρίας (συμβόλαια δικαιόχρησης) ή μέσω συμβάσεων υπεργολαβίας. Η εσωτερικοποίηση λοιπόν σύμφωνα με αυτήν την αντίληψη με στόχο την εκμετάλλευση στοιχείων του ενεργητικού αποτελεί αιτία  οικονομικής επέκτασης των πολυεθνικών εταιριών μέσω ΑΞΕ και όχι κατ’ ανάγκη η ελαχιστοποίηση του κόστους εργασίας. Αντίθετα προέχει συμφωνά με την θεωρία η αποκλειστική εκμετάλλευση στοιχείων του ενεργητικού που δύναται να προσφέρουν οικονομικά κέρδη στην πολυεθνική εταιρία λόγω κάποιου συγκριτικού πλεονεκτήματος.




Ι.
Η ικανότητα των πολυεθνικών να διασπούν την παραγωγική αλυσίδα σε μικρά κομμάτια στη συνέχεια  να την «σπέρνουν» σε  πολλές χώρες   και μετά να την ενσωματώνουν στο παγκόσμιο παραγωγικό σύστημα που έχουν υφάνει, είναι ένα από τα  σύμβολα της παγκοσμιοποίησης. Αυτή η αύξηση της καθετοποίησης της παραγωγικής διαδικασίας μέσα στα πλαίσια της εταιρικής ολοκλήρωσης  αλλά και η ταυτόχρονη διασπορά της παραγωγικής αλυσίδας μπορεί να μετρηθεί με την αύξηση του εμπορίου και των άμεσων ξένων επενδύσεων.(ΑΞΕ). Παρότι ορισμένοι  μπορούν  να θεωρούν ότι το διεθνές εμπόριο και οι ΑΞΕ είναι υποκατάστατα , σύμφωνα με τα σημερινά δεδομένα οι ΑΞΕ και το διεθνές εμπόριο είναι συμπληρωματικά μεγέθη . Μάλιστα σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία  , οι ΑΞΕ πολλές φορές  προκαλούν αύξηση των  εισαγωγών  και των εξαγωγών σε μία χώρα
 Οι οικονομολόγοι έχουν υπερτονίσει την σχέση των άμεσων ξένων επενδύσεων με την οικονομική ανάπτυξη - με δύο τρόπους-  τον ρόλο που διαδραματίζουν στις αναπτυσσόμενες χώρες για την ανάπτυξη της παραγωγικής διαδικασίας αλλά και  την ιδιαιτερότητα τους, την σημασία τους για την ανάπτυξη του διεθνούς εμπορίου.
 Διαφορετική εικόνα αποκτούμε εάν εστιάσουμε την προσοχή μας  στην αλλαγή των δομών του διεθνούς εμπορίου τα τελευταία 20 χρόνια, ιδιαίτερα στην αύξηση του μεριδίου των ενδιάμεσων αγαθών στο διεθνές εμπόριο που είναι αποτέλεσμα των ΑΞΕ  ή λόγω των συμβάσεων υπεργολαβίας με ξένες συνεργαζόμενες εταιρίες ,παρά στην αύξηση του ενδοεπιχειρησιακού διεθνούς εμπορίου .  .
 Έχοντας αυξηθεί με πολύ μεγαλύτερους ρυθμούς το διεθνές  εμπόριο στα ενδιάμεσα προϊόντα σε σχέση με τα τελικά προϊόντα, το εμπόριο στα ενδιάμεσα προϊόντα είναι η εκδήλωση της ή καλύτερα ο ορισμός αυτού που αποκαλούμε παγκοσμιοποίηση της παραγωγικής διαδικασίας ή ότι με διάφορους τρόπους αποκλήθηκε εξωτερικοποίηση της παραγωγής ή διεθνής από-ολοκλήρωση (disintegration) της παραγωγής[19] ή σπάσιμο της παραγωγικής αλυσίδας[20] .    
. Αυτή η αυξανομένη τάση της εξωτερικοποίησης τμημάτων της παραγωγικής διαδικασίας , υπαγορεύτηκε από την μείωση του κόστους που απέφερε στις μεγάλες πολυεθνικές εταιρίες. Η ασυμμετρία των αγορών μεταξύ των πολυεθνικών εταιριών που έχουν την ανάγκη εισροών ενδιάμεσων προϊόντων και των εταιριών που παράγουν αυτές τις ενδιάμεσες παραγωγικές εισροές, δημιούργησε τις συνθήκες για μεγαλύτερες οικονομικές αποδόσεις από την εξωτερικοποίηση κομματιών  της παραγωγικής διαδικασίας παρά από την εσωτερικοποίηση της. Τα στοιχεία για την οικονομική κερδοφορία των ΑΞΕ, καταδεικνύουν ότι επιτυγχάνεται μικρότερη οικονομία στο κόστος παραγωγής και μικρότερη κερδοφορία στις περιπτώσεις εσωτερικοποίησης της παραγωγής ,σε σχέση με την εκχώρηση αυτών των παραγωγικών δραστηριοτήτων σε εξωτερικές επιχειρηματικές μονάδες  
Υπάρχουν περιορισμένα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία για το ποσοστό απόδοσης των στοιχείων του ενεργητικού σε σχέση με την μορφή που λαμβάνουν οι ΑΞΕ.
 Συνεπώς δεν είναι δυνατόν να εξαχθεί  ασφαλή συμπέρασμα για το αν η απόδοση των καθετοποιημένων μορφών ΑΞΕ έχει αυξηθεί απόλυτα ή σχετικά σε σχέση με την απόδοση των οριζόντιων μορφών  ΑΞΕ διαχρονικά. Ωστόσο υπάρχουν στοιχεία για το πώς συσχετίζονται η ανάπτυξη της εξωτερικοποίησης της παραγωγικής δραστηριότητας και τα κέρδη  των επενδυόμενων κεφαλαίων κατά τομέα παραγωγικής δραστηριότητας.. Τα τελευταία χρόνια ανακαλύφθηκε μία αλλαγή στη σχέση μεταξύ ανάπτυξης των κερδών και εξωτερικοποίησης . Πιο συγκεκριμένα η σχέση μεταξύ εξωτερικοποίησης και ανάπτυξης των κερδών ήταν στατιστικά ασήμαντη κατά την διάρκεια των ετών 1975 – 1985 , ενώ  την περίοδο 1985- 1995 είχαν μία σημαντικά θετική στατιστική συσχέτιση . Η ένδειξη αυτή ίσως να σημαίνει ότι πλέον για κάποιους τομείς παραγωγικής δραστηριότητας να συμφέρει τις εταιρίες περισσότερο να επιλέγουν να προμηθεύονται ορισμένες παραγωγικές εισροές από την αγορά και όχι να τις εντάσσουν στις εσωτερικές παραγωγικές δραστηριότητες τους με την μορφή της επέκτασης και σε άλλες βαθμίδες της παραγωγικής αλυσίδας επενδύοντας με την μορφή των ΑΞΕ.       

Όλες οι μελέτες υποστηρίζουν το ίδιο γενικό συμπέρασμα :Αυτή η διαδικασία της παγκοσμιοποίησης της παραγωγής είναι ιδιαίτερα έντονη την τελευταία δεκαετία και βρίσκεται σε ιδιαιτέρα υψηλά επίπεδα στο κομμάτι της βιομηχανικής παραγωγής. Όλες οι έρευνες έδειξαν ότι το εμπόριο στα ενδιάμεσα ημικατεργασμένα βιομηχανικά προϊόντα αυξήθηκε με πολύ μεγαλύτερους ρυθμούς σε σχέση με το εμπόριο στα τελικά προϊόντα . Χαρακτηριστικά, ορίζεται[21] η κάθετη εξειδίκευση ως το ποσοστό των εισαγωγών οι οποίες ενσωματώνονται στην παραγωγική διαδικασία προϊόντων που επανεξάγονται Η συγκεκριμένη μελέτη δείχνει  κατά μέσο όρο αύξηση 20% στις επανεξαγωγές τελικών προϊόντων  που έχουν ενσωματώσει ενδιάμεσα εισαγόμενα προϊόντα  στις χώρες του ΟΟΣΑ μεταξύ 1960 και 1990.
Αν και τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία επιτρέπουν ακριβή καταμέτρηση μόνο σε περιορισμένους βιομηχανικούς τομείς ωστόσο η διάχυση σε παγκόσμιο επίπεδο της παραγωγικής δραστηριότητας  επισυμβαίνει σε ευρύτατο φάσμα τομέων παραγωγικής δραστηριότητος , όπως της κλωστοϋφαντουργίας, βιομηχανικών καταναλωτικών προϊόντων, προϊόντων μικροηλεκτρονικής, συγκοινωνιακού και βιομηχανικού εξοπλισμού, καταναλωτικά προϊόντα βιοτεχνιών όπως παιχνίδια, και υπηρεσίες πωλήσεων και χρηματοοικονομικής.[22].
Το αντίθετο της διασποράς της παραγωγικής διαδικασίας ονομάζεται τοπική συσσωμάτωση πολλών επιχειρηματικών μονάδων και  εμφανίζεται ως αποτέλεσμα των οικονομιών κλίμακας και του υψηλού μεταφορικού κόστους σε περιπτώσεις που είναι προτιμότερος ο εμπορικός διακανονισμός για την γεωγραφική επέκταση μίας εταιρίας.. Έτσι  η καθετοποιημένη, κατά χώρα και κομμάτι της παραγωγικής διαδικασίας εξειδίκευση, είναι αρκετά ευαίσθητη απέναντι στο μεταφορικό κόστος. Αυτό σημαίνει ότι το εμπόριο και η καθετοποιημένη εξειδίκευση της παραγωγικής διαδικασίας αναπτύσσεται κυρίως μεταξύ ομάδων χωρών που έχουν καλή συγκοινωνιακή διασύνδεση. Η διασπορά του δικτύου παραγωγής είναι περισσότερο πιθανή όταν τα μεταφορικά κόστη είναι χαμηλά, ενώ η συσσωμάτωση πολλών κομματιών της παραγωγικής διαδικασίας σε ένα γεωγραφικό χώρο είναι περισσότερο πιθανή όταν το κόστος μεταφοράς είναι υψηλό [23],
Το ποσοστό του ενδοεπιχειρησιακού εμπορίου στο διεθνές εμπόριο έχει παραμείνει σχετικά σταθερό τα τελευταία 25 χρόνια, αυξανόμενο κατά το ίδιο ποσοστό και με τους ίδιους ρυθμούς όπως και ο συνολικός όγκος του διεθνούς εμπορίου. Για παράδειγμα, ενώ το ποσοστό του ενδοεπιχειρησιακού διεθνούς εμπορίου στης Η.Π.Α είναι σχετικά υψηλό, έχει παραμείνει αξιοσημείωτα σταθερό για πάνω από 20 χρόνια., περίπου στο 35% για τις εξαγωγές και στο 42% για τις εισαγωγές το διάστημα 1977-1998[24].   Στην πραγματικότητα το ενδοεπιχειρησιακό διεθνές εμπόριο, αποτελούσε μικρότερο ποσοστό, των εισαγωγών και εξαγωγών των Η.Π.Α. το 1998 σε σχέση με το 1984, αντίστοιχη εικόνα παρουσιάζεται από τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία για το ενδοεπιχειρησιακό εμπόριο της Ιαπωνίας και της Σουηδίας., των μοναδικών χωρών για τις οποίες υπάρχουν διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία για το ενδοεπιχειρησιακό διεθνές εμπόριο[25].    
Το υψηλό αλλά σταθερό ποσοστό ενδοεπιχειρησιακού εμπορίου στις Η.ΠΑ.. την Ιαπωνία και την Σουηδία καταδεικνύει ότι παρά την εκρηκτική αύξηση της διεθνούς δραστηριότητας των πολυεθνικών επιχειρήσεων, αυτές τείνουν τα τελευταία κυρίως χρόνια να εξωτερικοποιούν μέρος της παραγωγικής τους διαδικασίας, παραδίδοντας κομμάτι της παραγωγικής  αλυσίδας σε εξωτερικές συνεργαζόμενες με αυτές εταιρίες, παρά να επεκτείνουν την δική τους ενδοεπιχειρησιακή παραγωγική δυναμικότητα στο εξωτερικό. Με αλλά λόγια με το ποσοστό του διεθνούς  εμπορίου ενδιαμέσων προϊόντων να παρουσιάζει αυξητική τάση ενώ ταυτόχρονα το ποσοστό του ενδοεπιχειρησιακού εμπορίου να παραμένει σχετικά σταθερό, οδηγούμεθα στο συμπέρασμα ότι η αύξηση του διεθνούς εμπορίου ενδιαμέσων προϊόντων πρέπει να είναι αποτέλεσμα της αύξησης των διεθνών εμπορικών συναλλαγών με εξωτερικές συνεργαζόμενες επιχειρήσεις. Δηλαδή της αύξησης της εξωτερικοποίησης μέρους της παραγωγικής διαδικασίας εκτός των ορίων των πολυεθνικών επιχειρήσεων. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχουν και άλλοι λόγοι για τους οποίους οι οικονομετρικές μελέτες δείχνουν ότι δεν υπάρχει σημαντική στατιστική συσχέτιση μεταξύ κόστους παραγωγής και διακίνησης των παγκόσμιων κεφαλαίων με την μορφή των ΑΞΕ. Τα τελευταία χρόνια οι εξωτερικά συνεργαζόμενες επιχειρήσεις  και οι συμβάσεις υπεργολαβιών που υπογράφονται με αυτές, αποτελούν ένα υποκατάστατο των ΑΞΕ που γίνονται με στόχο την αναζήτηση μεγαλύτερης αποτελεσματικότητας στην αξιοποίηση των κεφαλαίων. Άρα σε ανταγωνιστικούς τομείς χαμηλού σταδίου της παραγωγικής διαδικασίας προτιμάται η εξωτερικοποίηση της παραγωγής, σε τοπικές επιχειρήσεις με αποτέλεσμα να μειώνεται η σημαντικότητα του κόστους εργασίας για την προσέλκυση ξένων επενδύσεων( Ίσως όμως να αυξάνεται η σημασία του για την ανάπτυξη της εγχώριας επενδυτικής δραστηριότητας). 

 Κ.

Η διεθνοποίηση της παραγωγής και η ιδιαιτέρα η εμφάνιση  καθετοποιημένων μορφών ξένων επενδύσεων έχουν καταστήσει την χωροθέτηση των παραγωγικών μονάδων περισσότερο ευαίσθητη απέναντι στο κόστος εργασίας.
Σύμφωνα με τον Krugman[26]: « Συχνά λέγεται ότι τα τελευταία χρόνια το κόστος εργασίας είναι μικρότερο ποσοστό του συνολικού κόστους παραγωγής και άρα το χαμηλό κόστος εργασίας διαδραματίζει μικρότερο ρόλο στην επιλογή του τόπου εγκατάστασης. Αλλά όταν οι επιχειρηματίες ισχυρίζονται αυτό, δεν εννοούν ότι το κόστος εργασίας έχει μειώσει την ποσοστιαία συμμετοχή του στη συνολική παραγόμενη αξία των προϊόντων , αντιθέτως η κατανομή της προστιθέμενης αξίας μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας έχει παραμείνει εντυπωσιακά σταθερή μέσα στην διάρκεια του χρόνου. Αυτό που εννοούν είναι ότι λόγω της αυξανόμενης τάσης να διασπάται σε πολλά κομμάτια η παραγωγική αλυσίδα, η προστιθέμενη αξία από τις μεμονωμένες (ένα κομμάτι της παραγωγικής αλυσίδας)  βιομηχανικές δραστηριότητες που παράγουν τις ενδιάμεσες παραγωγικές εισροές είναι ένα μικρό ποσοστό της συνολικής αξίας του τελικού προϊόντος και κατά συνέπεια το αντίστοιχο ποσοστό της προστιθέμενης αξίας του κόστους εργασίας της κάθε μεμονωμένης ενδιάμεσης παραγωγικής εισροής αποτελεί μικρό ποσοστό του παραγωγικού κόστους. Αλλά αυτή η τάση της διάσπασης της παραγωγικής αλυσίδας σε μικρά κομμάτια μέσω των καθετοποιημένων ΑΞΕ δημιουργεί ευνοϊκές προϋποθέσεις για τον γεωγραφικό αναπροσανατολισμό των παραγωγικών μονάδων με βάση το χαμηλό εργατικό κόστος».
Σε ένα τέτοιο οικονομικό περιβάλλον το ύψος των μισθών, το μισθολογικό κόστος εργασίας αλλά και το μη μισθολογικό κόστος εργασίας, οι συνθήκες εργασίας και αλλά και η εργατική νομοθεσία και τα επίπεδα προστασίας της, αποτελούν μορφή ανταγωνισμού μεταξύ επιχειρήσεων και χωρών.


Λ.

 Η πρακτική πολλών κρατών προκειμένου να προσελκύσουν ένα ελάχιστο ύψος ΑΞΕ, η οποία περιλαμβάνει μείωση φορολογικών συντελεστών, μείωση δασμολογικής προστασίας, ελαστικοποίηση εργασιακών σχέσεων ή και μείωση των εργασιών και περιβαλλοντικών προτύπων ασφαλείας, γενικά δεν φαίνεται να είναι επιτυχημένες και να ασκούν μεγάλη επίδραση επί του όγκου των προσελκυσμένων ΑΞΕ[27]
 Μία λεπτομερής αναλυτική έρευνα που διεξήχθη για το εάν τέτοιου τύπου προνόμια που παραχωρήθηκαν στις ΑΞΕ επέδρασαν ουσιαστικά στην επιλογή της εταιρίας INTEL να εγκαταστήσει στην Κόστα Ρίκα μονάδα παραγωγής ηλεκτρονικών επεξεργαστών έδειξε ότι τέτοιου τύπου ευνοϊκά μέτρα (όπως μείωση φορολογικών συντελεστών καταλυτικά στην επιλογή της συγκεκριμένης περιοχής για την εγκατάσταση κερδοφορίας, μείωση του κόστους εργασίας μέσα από την ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων, μείωση των προτύπων περιβαλλοντικής προστασίας κ.τ.λ.) δεν επέδρασαν της παραγωγικής μονάδας των επεξεργαστών αλλά άλλοι παράγοντες. Επιπλέον η ερευνά κατέδειξε ότι και χωρίς την λήψη τέτοιου τύπου ευνοϊκών μέτρων η χώρα θα είχε προελκύσει την συγκεκριμένη επένδυση. Ωστόσο τα μέτρα αυτά σίγουρα μείωσαν τα οφέλη της χώρας υποδοχής από αυτήν την ΑΞΕ.[28] Εκτός αυτού η έρευνα για την Κόστα Ρίκα έδειξε ότι οι ΑΞΕ που πραγματοποιήθηκαν στην Ζ.Π.Π.Ε. δεν ήταν των κατάλληλων παραγωγικών δραστηριοτήτων προκειμένου να διασυνδεθούν με κατώτερες βαθμίδες της παραγωγικής αλυσίδας
                                               

Μ.

Σύμφωνα με τον  Rodrik: « Δεν υπάρχει τίποτα ισχυρότερο το οποίο να ενισχύει το εξωτερικό εμπόριο και να προσελκύει τις ΑΞΕ από την ισχυρή εσωτερική οικονομική ανάπτυξη. Οι ξένοι επενδυτές πολύ λίγο ενδιαφέρονται για το αν  η Μποτσουάνα  έχει μεγάλο δημόσιο τομέα  ενώ καθόλου δεν τους αφορά και δεν τους επηρεάζει για το αν θα επιλέξουν να επενδύσουν ο τύπος του Κομμουνιστικού καθεστώτος της Κίνας. Πολιτικές που έχουν επιτύχει  ισχυρή εσωτερική οικονομική ανάπτυξη και κερδοφορία είναι επίσης ισχυρό  κίνητρο προσέλκυσης επενδύσεων και καθιστούν την χώρα διεθνώς ανταγωνιστική»[29].    

Η μείωση των εργασιακών προτύπων προστασίας της εργασίας, για παράδειγμα, είναι ένα ζήτημα που απασχολεί συνεχώς τις αναπτυσσόμενες χώρες, μερικές από τις οποίες μάλιστα προσβλέπουν στο να διατηρήσουν τα εργασιακά πρότυπα προστασίας σε χαμηλά επίπεδα, προκειμένου να καταφέρουν να καταστούν ανταγωνιστικές.. Ενώ το πρότυπο ανάπτυξης με χαμηλό κόστος εργασίας και χαμηλή παραγωγικότητα είναι μία παγίδα υπανάπτυξης, οικονομικής υποβάθμισης και συνεχούς ανατροφοδότησης της φτώχειας και παραγωγής προϊόντων χαμηλής προστιθέμενης αξίας που δεν ενισχύουν την τοπική παραγωγική ανάπτυξη,  από την άλλη μπορεί να αποτελέσει μία βραχυπρόθεσμη λύση για την αντιμετώπιση της υψηλής ανεργίας και της αποτυχίας στην εξαγωγή προϊόντων και την προσβασιμότητα στην διεθνή αγορά. 
 

Monthlyreview 08.02.2007


[1]  William MILBERG (2004) , «The changing structure of trade linked to global production systems: What are the policy implications?», International Labour Review, Vol. 143 (2004), No. 12-
[2] Στο Κεφάλαιο συμπεριλαμβάνεται βεβαίως και η Τεχνολογία και ότι άλλο σχετίζεται με αυτήν.
[3] Για μια παρουσίαση των μορφών που λαμβάνει το χρηματοοικονομικό κεφάλαιο δες: Κ.Μελάς-Ι.Πολλάλης , Παγκοσμιοποίηση και Πολυεθνικές Επιχειρήσεις . Κεφάλαιο 5. Παπαζήση 2005.
[4] Κ.Μελάς : Παγκοσμιοποίηση . Κεφάλαιο 2. Εξάντας 1999.
[5]  UNCTAD  (2001), « World Investment Report», Geneva και IMF (2001), «World Economic Outlook database», Washington, DC .
[6] UNCTAD (2002a) World Investment Report «Transnational corporations and export competitiveness - Overview. Geneva».
[7] American Economic Association Allied Social Science Associations 2006 Annual Meeting, Boston, (MA January 6, 2006) « Globalization, Off shoring, and Multinational Companies: What Are the Questions, and How Well Are We Doing in Answering Them? ». Presented by Ralph Kozlow, Associate Director for International Economics U.S. Bureau of Economic Analysis 
[8] UNCTAD (2002b),World Investment Report, «Transnational corporations and export competitiveness». Geneva.
[9] World Bank (2002) «A new database on foreign direct investmentt» και World Bank 2001 and 2000
 « Global Development Finance Database Online».
[10] American Economic Association , Allied Social Science Associations 2006 Annual Meeting, Boston, (MA January 6, 2006 ) « Globalization, Offshoring, and Multinational Companies: What Are the Questions, and How Well Are We Doing in Answering Them?». Presented by Ralph Kozlow, Associate Director for International Economics U.S. Bureau of Economic Analysis 

[11] Kucera, David (2002), “Core labour standards and foreign direct investment”, in International
Labour Review (Geneva), Vol. 141, No. 1-2, pp. 31-69.
[12] Ενδεικτικά Kyrkilis D,  «The economic determinants of Foreign direct investment in Greek Manufacturing 1963- 1981. A dynamic approach». PhD Thesis, University of Manchester, 1986. και Kyrkilis D και  Pantelidis P.(December 1997)  «Location advantages and inward foreign direct investment in Greece». Στο Macharziana K. και Oesterle M. (επιμ.) Global Business in the Information, Proceedings of the 23rd Annual EIBA Conference, Stuttgart, December 1997.  



[13]Για την έννοια των στρατηγικών πλεονεκτημάτων βλέπε : Β. Παπαδάκης (2002) : Στρατηγική των επιχειρήσεων : «Ελληνική και διεθνή εμπειρία» . Τόμος Α, Εκδόσεις Ε. Μπένου, επίσης  Κ.Μελάς - Ι. Πολλάλης (2005)   «Παγκοσμιοποίηση και πολυεθνικές επιχειρήσεις». Εκδόσεις Παπαζήση, Κεφάλαια 7-12 και J. Daniels- L.Radebaugh (1998): «International Business». Prentice Hall. N.J.   
[14] Hanson, Mataloni and Slaughter (2001), Find evidence of increased verticality in outward
FDI from the United States in the 1990s compared to the 1980s.

[15]  Ενδεικτικά αναφέρουμε την μελέτη του Feenstra, Robert C. (1998). “Integration of trade and disintegration of production”, in Journal of Economic Perspectives (Nashville, TN), Vol. 12, Fall, pp. 31-50.
[16]Βλέπε παρακάτω για την έννοια της εξωτερικοποίησης.
[17] Κ. Βαϊτσος : “ Η εταιρική ολοκλήρωση» , στο Κ .Βαϊτσος – Μ. Μήτσος (επιμ), Διεθνής οικονομική. Αθήνα 1982.
[18] Coase, R.H. 1937, “The nature of the firm”, in Economica (London), Vol. 4, No. 16 (Nov.),
pp. 386-405.

[19] Feenstra, Robert C. (1998). “Integration of trade and disintegration of production”, in Journal
of Economic Perspectives (Nashville, TN), Vol. 12, Fall, pp. 31-50.
[20]Krugman, Paul. (1995),“Growth in world trade: Causes and consequences”, in Brookings
Papers on Economic Activity (Washington, DC), No. 1, pp. 327-377.
[21] Hummels, David, Rapoport Dana, Yi, Kei-Mu. (1998). “Vertical specialization and the changing
nature of world trade”, in FRBNY Economic Review (New York, NY), June,pp. 79-99.
[22]Feenstra, Robert C. (1998). “Integration of trade and disintegration of production”, in Journalof Economic Perspectives (Nashville, TN), Vol. 12, Fall, pp. 7
[23]Venables, Anthony J. (2002) « Vertical specialization». Unpublished mimeo. Geneva, ILO.
[24] Bureau of Economic Analysis. (2002), « National income and product accounts table». Washington,DC, United States Department of Commerce.
[25] Milberg, William (1999),  “Foreign direct investment and development: Balancing costs and
benefits”, in UNCTAD (ed.): International monetary and financial issues for the 1990s.
Geneva, United Nations, Vol. XI, pp. 99-116.

[26] Krugman, Paul. (1995),“Growth in world trade: Causes and consequences”, in Brookings Papers on Economic Activity (Washington, DC), No. 1, pp. 327- 377.

[27] Wheeler, David; Mody, Ashoka. (1992)International investment location decisions: The case of US firms”, in Journal of International Economics (Amsterdam), Vol. 33, No. 1, pp. 57-76
[28]  Hanson, Gordon H. (2001), « Global production sharing and rising wage inequality: A survey of trade and wages». Unpublished mimeo. Davis, CA, University of California-Davis
[29]  Rodrik, Dani. (1999), «Making openness work» Washington, DC, Overseas Development Council