Δευτέρα, 10 Ιουλίου 2006

Η εποχή της μεταδημοκρατίας.

                          

Ζούμε στην εποχή της μετανεωτερικότητας[1]. Για λόγους κατανόησης των όσων θα ακολουθήσουν θεωρούμε σκόπιμο να αναφέρουμε  τα βασικά χαρακτηριστικά που την διαφοροποιούν από την αντίστοιχη εποχή  της νεωτερικότητας .
Αυτά είναι τα ακόλουθα :
Στο οικονομικό πεδίο η επικράτηση του καπιταλισμού σε παγκόσμιο επίπεδο με τη μορφή των πρωταρχικών συσσωρεύσεων σε νέες περιοχές του πλανήτη ( Κίνα , πρώην «σοσιαλιστικές» χώρες κτλ) . Παράλληλα είμαστε μάρτυρες της  μετατροπής του καπιταλισμού  σε μεταβιομηχανικό , χρηματιστηριακό και υπερκαταναλωτικό στις χώρες της αναπτυγμένης Δύσης.
Στο κοινωνικό πεδίο  η αποσάθρωση και η απουσία νοήματος  από τις μαζικοδημοκρατικές συνομαδώσεις οι  οποίες όλο και επεκτείνονται σε πλανητικό επίπεδο υποκαθιστώντας τα προϋπάρχοντα κοινωνικά σχήματα. Η «κοινωνία» αδυνατεί να αναγνωρίσει τον εαυτό της.
Στο πολιτιστικό πεδίο η επικράτηση του μεταμοντέρνου δηλαδή η διάλυση των όποιων αξιακών συστημάτων, η αποδοχή άνευ κρίσεως κάθε άποψης , η απόλυτη σχετικοποίηση της επιστημονικής γνώσης  στο πλαίσιο της αυτοπραγμάτωσης του εαυτού.
Στο φιλοσοφικό πεδίο η εγκατάσταση στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος  της εργαλειακής ορθολογικότητας με τη μορφή της καθολικής εκτεχνίκευσης και του οντολογικού εκχρηματισμού της ανθρώπινης ύπαρξης.
Στο πολιτικό πεδίο η επικράτηση της μεταδημοκρατίας [2], για την οποία θα αφιερώσουμε ορισμένες επιπλέον σκέψεις στη συνέχεια.
Είναι αρκούντως γνωστό ότι η φιλελεύθερη κοινοβουλευτική δημοκρατία , όπως έχει καθιερωθεί να ονομάζεται, αποτέλεσε το διάδοχο σχήμα του αστικού φιλελευθερισμού του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα. Επικράτησε στις χώρες της Δύσης κυρίως μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο έχοντας ως βασικά χαρακτηριστικά :
Α) την παραχώρηση του δικαιώματος του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στο σύνολο του πληθυσμού στο όνομα της λαϊκής παράδοσης , δηλαδή της ισότητας και της ισονομίας.
Β) την κατοχύρωση όλων εκείνων των φιλελεύθερων δικαιωμάτων και ελευθεριών που ως σώμα αποτέλεσε το δικαιϊκό πολιτισμό των χωρών της  Δύσης.
Γ) την παράλληλη δημιουργία του κοινωνικού κράτους , του δημόσιου νοικοκυριού , θέτοντας τις προϋποθέσεις για την άμβλυνση και τον περιορισμό των οικονομικών ανισοτήτων που εκ προοιμίου και εγγενώς ενυπάρχουν στις φιλελεύθερες οικονομίες. Η όλη προσπάθεια εντάχθηκε στο γενικότερο πλαίσιο πρόσδωσης ουσιαστικού περιεχομένου στην νομοτυπική έννοια της ισότητας.
Η αστική νεωτερικότητα νοηματοδότησε την έννοια της ισονομίας και της ελευθερίας η πραγμάτωση των οποίων επιχειρήθηκε  στο πλαίσιο της μεταπολεμικής  φιλελεύθερης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.
Οι δύο αυτοί βασικοί πυλώνες της φιλελεύθερης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας , η ισονομία -ισότητα και η ελευθερία , υπέστησαν σοβαρότατους κλυδωνισμούς κατά την διεργασία της παγκοσμιοποίησης και την επιβαλλόμενη μονοκρατορία των ΗΠΑ,  με αποτέλεσμα να έχουν καταρρεύσει σήμερα σε μεγάλο βαθμό  και η φιλελεύθερη κοινοβουλευτική δημοκρατία να έχει μεταλλαχθεί σε μεταδημοκρατία.
Συγκεκριμένα αναφορικά με τον πρώτο πυλώνα ισχυριζόμαστε τα ακόλουθα:

Η υποχώρηση της συλλογικής ρύθμισης  και η άρνηση του ελέγχου της αγοράς , η κατάργηση του δημόσιου νοικοκυριού ως φορέα εξισορρόπησης των ανισοτήτων , η ιδιωτικοποίηση των πάντων , η ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων και εμπορευμάτων αλλά όχι ανθρώπινου δυναμικού , η επικράτηση «ουδέτερων εκσυγχρονιστικών» μηχανισμών και ιδεολογιών , η απίστευτη διόγκωση της χρηματιστηριακής σφαίρας , ο υπερκαταναλωτισμός των οικονομικών ελίτ , έχουν προκαλέσει σοβαρότατες αλλαγές στις υλικές συνθήκες παραγωγής και κατανομής του πλούτου οξύνοντας στο έπακρον τις υπάρχουσες ανισότητες έτσι ώστε ο πυλώνας της ισότητας και της ισονομίας ουσιαστικά να μην υφίσταται πλέων. Αυτό σημαίνει ουσιαστική εγκατάλειψη του αιτήματος της ισότητας .
 Παράλληλα η αναγωγή του πολέμου κατά της τρομοκρατίας σε κυρίαρχο πολιτικό δόγμα σιγά-σιγά υποσκάπτει , αν δεν έχει ήδη ολοκληρώσει το έργο του, το δεύτερο πυλώνα , αυτό  των  δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών. Απειλούνται όπως η σκληρή πραγματικότητα δείχνει , όχι μόνον ο δημοκρατικός έλεγχος των κυβερνήσεων , αλλά και το ίδιο το κράτος δικαίου , η διάκριση των εξουσιών , η ελευθερία της έκφρασης , τα αστικά δικαιώματα , το απόρρητο του ιδιωτικού βίου , της αλληλογραφίας και γενικά ότι κατοχυρώνει τις ανθρώπινες ελευθερίες . Η φιλελεύθερη κοινοβουλευτική δημοκρατία μετατρέπεται σε μεταδημοκρατία , από κοινοβουλευτική κατ’ αρχάς σε κυβερνητική ,με βασικά της χαρακτηριστικά την επικράτηση της ολιγαρχίας και του δεσποτισμού.
Οι εξελίξεις αυτές καθιστούν άνευ νοήματος και την διαδικασία του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι αλλά και την πολιτική ως πρακτική γενικότερα. Οι βουλευτές αδυνατώντας εν τοις πράγμασιν να εξυπηρετήσουν τους ψηφοφόρους τους , δεδομένου ότι οι πραγματικές πολιτικές αποφάσεις λαμβάνονται μέσα από τη «διαπλοκή» κυβερνήσεων και μεγάλων συμφερόντων , για να αποκτήσουν ρόλο εξυπηρετούν υποκύπτοντας με τη σειρά τους στους ολιγάρχες του πλούτου.  Υποτάσσονται μετατρέποντας την πολιτική σε ελεγχόμενο θέαμα , σε θέατρο σκιών  μέσα από τους δείκτες των τηλεοράσεων. Παραχωρούν το προνόμιο «του καθορισμού των ερωτήσεων» στους τηλεπαρουσιαστές – δημοσιογράφους. Γίνονται υποχείρια των ιδιοκτητών των ΜΜΕ.
Ως απάντηση σε όλα αυτά μπορούμε και εμείς να αναφωνήσουμε, μαζί με τόσους άλλους , ότι η επιστροφή στην πολιτική επιβάλλεται ως μοναδική πράξη σωτηρίας του δυτικού κόσμου.
Αλλά τι σημαίνει να δρα κανείς πολιτικά σήμερα ;

Monthlyreview        10 Ιουλίου 2006.








[1] Αιμ. Μεταξόπουλος , Αυτοσυντήρηση , Πόλεμος , Πολιτική , ΑΑ.Λιβάνης 2005 , ειδικά το Κεφάλαιο 4.
[2] Colin Crouch, Post-democracy, Cambridge, Polity 2004.

Σάββατο, 8 Ιουλίου 2006

Ο Ελεύθερος Χρόνος και η Δημοκρατία.




Ένα  από τα βασικά κριτήρια που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να μετρηθεί το βάθος και το εύρος  των Δυτικών  « Δημοκρατιών» είναι η  αναμφισβήτητα η ύπαρξη ελεύθερου χρόνου για τους πολίτες . Είναι αδύνατον στον οποιοδήποτε  να συμμετάσχει ως πολίτης στα δρώμενα της Δημοκρατίας , δηλαδή να ασχοληθεί με τα πολιτικά ζητήματα  αν συγχρόνως  δεν έχει τον απαιτούμενο ελεύθερο χρόνο .
 Οι λόγοι είναι προφανείς : οι σύγχρονες  βιοτικές ανάγκες και οι σχέσεις που αυτές παράγουν υποχρεώνουν τον σημερινό άνθρωπο να «μοχθεί» τόσες πολλές ώρες ημερησίως ώστε είναι αδύνατη η ενασχόλησή του με οτιδήποτε άλλο.
Σκεφτείτε ότι η καθημερινή ζωή του Αθηναίου Πολίτη στην Αρχαία Αθήνα , ο οποίος είναι εντελώς απαλλαγμένος από τον μόχθο και την εργασία , ήταν φορτωμένη από τόσες έγνοιες  λόγω των πολιτικών δραστηριοτήτων του  γεγονός που απορροφούσε τόσο  πολύ χρόνο ώστε οι φιλόσοφοι πρόσθεσαν και το νόημα της ελευθερίας ως απαλλαγή από την πολιτική δραστηριότητα (σχολή).[1] Ο Αριστοτέλης  θεωρεί ότι ένας από τους τρεις τρόπους ζωής (βίοι) οι οποίοι αφορούν στο ωραίο και όχι στο αναγκαίο ή στο ωφέλιμο και  που μπορεί  να επιλεγεί από ελεύθερους ανθρώπους ( ελεύθερους από τις όποιες βιοτικές ανάγκες)  είναι η ζωή η οποία  αφιερώνεται στα ζητήματα της πόλεως, όπου η υπεροχή γεννά ωραίες πράξεις. [2] Σήμερα ζούμε σε  ένα εντελώς διαφορετικό οικονομικοκοινωνικό σύστημα στο οποίο η μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων είναι αναγκασμένοι να εργάζονται οι ίδιοι και μάλιστα με τη μορφή της εξαρτημένης εργασίας για να καλύπτουν τις ανάγκες επιβίωσης και όχι μόνο. Παρόλα αυτά όμως η έννοια της Δημοκρατίας είναι ουσιωδώς συνυφασμένη με την ιδιότητα του πολίτη και της αποφασιστικής του συμβολής στη διακυβέρνηση του θεσμικού υποκειμένου το οποίο αναγνωρίζει   ως κυρίαρχο και συνεπώς συμμετέχει.  
Η αναφορά στη Δημοκρατία της αρχαίας Αθήνας γίνεται  συνεπώς όχι ως μηχανιστικό παράδειγμα προς μίμηση αλλά για λόγους ανάδειξης των βασικών – στοιχειωδών προϋποθέσεων που απαιτούνται , στις σημερινές συνθήκες , ώστε να λειτουργεί η Δημοκρατία  και όχι η Δημοκρατική ρητορεία[3] όπως συμβαίνει σήμερα σε όλες τις δυτικού τύπου δημοκρατίες και προεξάρχοντος στην Ελληνική Δημοκρατία.
Συνεπώς η Δημοκρατία για να λειτουργήσει στοιχειωδώς απαιτεί τον δημόσιο χρόνο της. Αυτός συνεχώς περιορίζεται τα τελευταία έτη όλο και περισσότερο και μάλιστα με αυξανόμενους ρυθμούς σε σχέση με την περίοδο μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι κατακτήσεις που αφορούσαν στην κανονικοποίηση των εργασιακών σχέσεων της μεγάλης πλειοψηφίας των εργαζομένων στόχευαν ρητά ή άρρητα στην αύξηση του δημοσίου χρόνου και στην  διεύρυνση της αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας και όχι στη σπατάλη του δημιουργηθέντος με τον τρόπο αυτό χρόνου στις σωματικές απολαύσεις και στην καταναλωτική ψυχοθεραπεία. Η αδυναμία κατανόησης του συγκεκριμένου θέματος και οι εκτρωματικές καταστάσεις που δημιουργήθηκαν σε όλες τις ενδιάμεσες μορφές δημοκρατικής έκφρασης συνέβαλαν αποφασιστικά στην απαξίωσή τους και στην επέλαση της αντιπολιτικής φιλελεύθερης ιδεολογίας με αιχμή του δόρατος την ιδιωτικοποίηση των πάντων .Η ιδιωτικοποίηση στη γενική της μορφή ουσιαστικά δε σημαίνει τίποτε περισσότερο παρά  την ουσιαστική κατάργηση του δημοσίου χρόνου. Όλα τα άλλα (δημόσια περιουσία , δημόσια αγαθά και άλλα) είναι επί της ουσίας χρησιμοποιούμενα μέσα.. Η εμφανής έλλειψη του δημοσίου χρόνου οδηγεί τις σύγχρονες δυτικές δημοκρατίες στους ολισθηρούς ατραπούς της ολιγαρχίας , της αποξένωσης , της αντιπολιτικής , της τηλεδημοκρατίας των πλουτοκρατών και των γνωστών λακέδων τους.
Από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ενώ η ανάπτυξη της τεχνολογίας ήταν αλματώδης και η παραγωγικότητα της εργασίας επίσης σημαντικότατη ο μέσος χρόνος εργασίας δεν μειώθηκε καθόλου. Αντιθέτως συνεχώς αυξάνεται με διάφορους τρόπους και τερτίπια. Σήμερα στην Ελλάδα ουδείς εργάζεται μόνο κατά την χρονική  διάρκεια του συμβατικού του ωραρίου. Η δουλεία που δομείται στις συνεχώς αναπαραγόμενες ανάγκες  της υπερκαταναλωτικής ύστερης καπιταλιστικής μηχανής αποτελεί το κυρίαρχο χαρακτηριστικό των δυτικότροπων κοινωνιών μετατρεπόμενη βαθμηδόν σε εθελοδουλία.


Monthlyreview  8-7-2006.


[1] Fustel de Coulanges, The Ancient City. Anchor 1956.
[2] Αριστοτέλης , Ηθικά Νικομάχεια , (Ι,5) Κέδρος 1993.
[3] L. Camfora, Η ρητορεία της πολιτικής. Μεταίχμιο 2005.