Τρίτη, 19 Σεπτεμβρίου 2006

Τα Μυθεύματα περί κυριαρχίας του καταναλωτή.





Τα τελευταία γεγονότα σχετικά με την ύπαρξη και τη δραστηριότητα του επονομαζόμενου  «καρτέλ του γάλακτος»,  οδηγούν για ακόμη μια φορά στη γνωστή σε όλους , αλλά σκοπίμως αποκρυπτόμενη διαπίστωση  ότι καπιταλιστική ελεύθερη αγορά ούτε υπήρξε , ούτε υπάρχει ούτε θα υπάρξει  στην ιστορική πραγματικότητα.
Είναι παγκοίνως πλέον παραδεκτό ότι η λειτουργία της καπιταλιστικής αγοράς οδηγεί στον σχηματισμό κυρίως ολιγοπωλιακών (στις οποίες ανήκουν τα καρτέλ) ή και μονοπωλιακών  καταστάσεων. Υπό μια έννοια ανήκει στη φύση του καπιταλιστικού συστήματος η συγκέντρωση και η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου. Το ότι εδώ και πολλά χρόνια σε διάφορες χώρες έχουν ψηφισθεί αντι- trust  νόμοι και αντιμονοπωλιακές νομοθεσίες δείχνει με πολύ απλό τρόπο την αλήθεια του πράγματος.
Η απλή αυτή αλήθεια αποκαλύπτει περίτρανα ένα από τα μεγαλύτερα ψέματα πάνω στα οποία  έχει κτισθεί μια ολόκληρη αντίληψη για τον τρόπο λειτουργίας του οικονομικού συστήματος στο οποίο όλοι μας ζούμε : την κυριαρχία του καταναλωτή.
Στις συμβατικές αλλά κυρίαρχες οικονομικές θεωρίες η αγορά ταυτίστηκε με την κυριαρχία του καταναλωτή, με τη δύναμή του να αποφασίζει τι θα παραχθεί , τι θα αγοραστεί και τι θα πουληθεί.. Υποστηρίζεται ότι ο καταναλωτής έχει την απόλυτη δύναμη στην οποία είναι υποταγμένη η καπιταλιστική επιχείρηση.
Μια τέτοιας μορφή οικονομική δημοκρατία , ωστόσο, αποτελεί μια τόσο εμφανή επινόηση, που είναι απορίας άξιο πως μπορεί να την υποστηρίζει κανείς.
Το πραγματικά απίστευτο είναι ότι η άποψη περί κυριαρχίας του καταναλωτή εξακολουθεί να γίνεται αποδεκτή  από όλο και μεγαλύτερο αριθμό ατόμων που είναι πρόθυμοι να υποκαταστήσουν τις πολιτικές τους ελευθερίες με το «δικαίωμα της ελεύθερης επιλογής» ενός μαζικού προϊόντος.

Monthlyreview.gr 19.09.2006


Τετάρτη, 6 Σεπτεμβρίου 2006

Η «Δημοκρατία» των Πολυεθνικών.


                               

Βρισκόμαστε στη διαδικασία μεταμόρφωσης των πολυεθνικών επιχειρήσεων σε φίρμες
Το γεγονός αυτό ουσιαστικά σηματοδοτεί την  ταυτόχρονη έναρξη δύο διαδικασιών : την αποψίλωση των πολυεθνικών επιχειρήσεων από τις παραγωγικές τους δραστηριότητες  και τη μεταφορά τους μέσω της διαδικασίας  εξωτερίκευσης  δραστηριοτήτων ( outsourcing ) σε χώρες του τρίτου κόσμου (κυρίως σε χώρες της Ν .Α Ασίας στην Κίνα,  στην Ινδία και στις χώρες του πρώην ανατολικού μπλόκ)). Με τον τρόπο αυτό οι πολυεθνικές επιχειρήσεις απαλλάσσονται από την παραγωγική διαδικασία και από όλες τις συναφείς υποχρεώσεις που το νομικό πλαίσια επιβάλλει κυρίως έναντι των εργασιακών δικαιωμάτων στις αναπτυγμένες χώρες του δυτικού κόσμου.  Παράλληλα η παραγωγική διαδικασία που πραγματοποιείται στις χώρες της περιφέρειας και αποτελεί ευθύνη των εργολάβων ,διέπεται από το εντόπιο νομικό καθεστώς το οποίο στην καλύτερη περίπτωση θυμίζει το καθεστώς της πρωταρχικής συσσώρευσης του κεφαλαίου στην Αγγλία του 18ου αιώνα. Οι πρωτοφανείς συνθήκες εργασίας ,τα  χαμηλότατα ημερομίσθια, η βία, ο φόβος , η ανυπαρξία  στοιχειωδών ανθρωπίνων και εργασιακών δικαιωμάτων  αποτελούν το πλαίσιο στυγνής εκμετάλλευσης  των εργαζομένων στις συγκεκριμένες περιοχές. Συγχρόνως  στις αναπτυγμένες περιοχές του πλανήτη ,οι συνέπειες της παραπάνω διαδικασίας είναι οδυνηρές αναφορικά με τους εργαζομένους. Χιλιάδες θέσεις εργασίας χάνονται. Στη θέση τους εμφανίζονται άλλες οι οποίες όμως δεν διέπονται από το προηγούμενο καθεστώς εξασφάλισης αναφορικά με τα εργασιακά  και ασφαλιστικά δικαιώματα .Πρόκειται κυρίως για θέσεις προσωρινές, μερικής απασχόλησης  που αυξάνουν την αβεβαιότητα και την κοινωνική ανασφάλεια ενώ συγχρόνως επιταχύνουν τους ρυθμούς κερδοφορίας των επιχειρήσεων. Υπάρχουν πλήθος παραδειγμάτων για όλες αυτές τις περιπτώσεις. Στην αποκαλούμενη εποχή της παγκοσμιοποίησης η διάγνωση είναι σαφής : η διεθνοποίηση και οι ασκούμενες οικονομικές πολιτικές είναι προϊόντα αποφάσεων που εξυπηρετούν τα συμφέροντα των πολυεθνικών επιχειρήσεων και στη λήψη των οποίων οι ίδιες οι πολυεθνικές λαμβάνουν ποικιλοτρόπως μέρος Περισσότερο από το 95% των 40000  πολυεθνικών επιχειρήσεων και των 210000 περίπου θυγατρικών τους ανήκουν στον λεγόμενο αναπτυγμένο κόσμο και οι εκατό ισχυρότερες από αυτές έχουν κυρίαρχη θέση σε όλους τους τομείς ,ασκούν κάθε λογής επιρροές ,τόσο στην χώρα προέλευσης όσο και στο εξωτερικό ,διαθέτουν ικανότητα επενδύσεων ,τεχνολογική κυριαρχία ,αποκλειστική ιδιοκτησία ευρεσιτεχνιών στους τομείς αιχμής στους οποίους θεμελιώνεται η σύγχρονη ισχύς. Δημόσια  και ανοικτά ομολογείται ότι προς όφελος ακριβώς αυτών των εξουσιών ,στα τελευταία  τριάντα χρόνια  αναδομήθηκαν οι οικονομίες ,οι ανθρώπινες σχέσεις και τροποποιήθηκαν οι εθνικές νομοθεσίες και το διεθνές δίκαιο. Η αποκήρυξη του πολιτικού ως φορέα και εγγυητή του γενικού συμφέροντος είναι σχεδόν ολοκληρωτική. Τούτο κατέστη δυνατό με τη σταδιακή απαξίωση και αποδυνάμωση του δημόσιου χώρου. Η κεντρική σημασία του δημόσιου χώρου  στη σημερινή εποχή αποτελεί αναπόδραστο γεγονός. Μόνο η ύπαρξη του μπορεί να αποτελέσει την απαραίτητη προϋπόθεση για τη διαμόρφωση μιας φιλοσοφίας του δημοσίου η οποία θα όριζε το λεγόμενο κοινό καλό της πόλεως και θα διαμεσολαβούσε στη σύγκρουση των ιδιωτικών συμφερόντων. Μόνο πάνω σ’ αυτή τη βάση είναι δυνατές κάποιες συναινετικές αρχές πολιτικού βίου, χωρίς αυτές δεν υπάρχει τίποτε άλλο από την κτηνώδη δύναμη. Το πολιτεύεστε ,ως πράξη συμβίωσης, εξασφαλίζει μέσω της δημόσιας  δραστηριότητας την ένταξη του ατόμου στον κόσμο των ανθρώπων. Η  ενασχόληση των ανθρώπων με την κοινή ζωή, μέσω του πολιτικού πράττειν , που με απλά λόγια σημαίνει ισότιμη συμμετοχή στη διαδικασία λήψης των αποφάσεων, τους επιτρέπει την απόκτηση της ατομικότητας για την οποία τόσο πολύ κόπτονται οι σύγχρονες σειρήνες της επικοινωνίας και της προπαγάνδας, προάγοντας την αφελή αλλά άκρως επικίνδυνη αντίληψη περί αποκλειστικής ενασχολήσεως με τον ιδιωτικό χώρο. Η υιοθέτηση μιας τέτοιας αντίληψης είναι βέβαιον ότι θα επιφέρει και την απώλεια του όποιου ιδιωτικού βίου έχει απομείνει στη σημερινή ζοφερή πραγματικότητα. Σημάδια και μάλιστα αρκούντως εμφανή μιας τέτοιας διαμορφούμενης τάσης υπάρχουν ολόγυρά μας. Είναι  αδύνατον να υπάρξει υγιής ιδιωτικός βίος δίχως να προϋποτίθεται ο δημόσιος βίος. Συγχρόνως και αυτό είναι το πλέον ουσιώδες , οι άνθρωποι, ανταλλάσσοντας τις διαφορετικές  προοπτικές τους σχετικά με τις κοινές υποθέσεις και παρεμβαίνοντας με τις πρωτοβουλίες τους στο πλέγμα των τεκταινομένων , ιδρύουν και συντηρούν το δημόσιο χώρο με ταυτόχρονη δημιουργία και  ανάδυση δύναμης. Συνεπώς και αυτό χρειάζεται να γίνει σαφές ότι  δύναμη υπάρχει όπου οι άνθρωποι , καθιστώντας μεταξύ τους σχέσεις ισοτιμίας , μπορούν να λέγουν και να πράττουν από κοινού. Η Πολιτική συμβάλλει κατά τρόπο ουσιαστικό στην προσπάθεια αποκατάστασης της αλήθειας των πραγμάτων και συνεπώς στη εκ νέου  επαναδραστηριοποίησης  των πολιτών με στόχο ένα περισσότερο ανθρώπινο κόσμο.


Monthlyreview.gr 6.9.2006.

Δευτέρα, 10 Ιουλίου 2006

Η εποχή της μεταδημοκρατίας.

                          

Ζούμε στην εποχή της μετανεωτερικότητας[1]. Για λόγους κατανόησης των όσων θα ακολουθήσουν θεωρούμε σκόπιμο να αναφέρουμε  τα βασικά χαρακτηριστικά που την διαφοροποιούν από την αντίστοιχη εποχή  της νεωτερικότητας .
Αυτά είναι τα ακόλουθα :
Στο οικονομικό πεδίο η επικράτηση του καπιταλισμού σε παγκόσμιο επίπεδο με τη μορφή των πρωταρχικών συσσωρεύσεων σε νέες περιοχές του πλανήτη ( Κίνα , πρώην «σοσιαλιστικές» χώρες κτλ) . Παράλληλα είμαστε μάρτυρες της  μετατροπής του καπιταλισμού  σε μεταβιομηχανικό , χρηματιστηριακό και υπερκαταναλωτικό στις χώρες της αναπτυγμένης Δύσης.
Στο κοινωνικό πεδίο  η αποσάθρωση και η απουσία νοήματος  από τις μαζικοδημοκρατικές συνομαδώσεις οι  οποίες όλο και επεκτείνονται σε πλανητικό επίπεδο υποκαθιστώντας τα προϋπάρχοντα κοινωνικά σχήματα. Η «κοινωνία» αδυνατεί να αναγνωρίσει τον εαυτό της.
Στο πολιτιστικό πεδίο η επικράτηση του μεταμοντέρνου δηλαδή η διάλυση των όποιων αξιακών συστημάτων, η αποδοχή άνευ κρίσεως κάθε άποψης , η απόλυτη σχετικοποίηση της επιστημονικής γνώσης  στο πλαίσιο της αυτοπραγμάτωσης του εαυτού.
Στο φιλοσοφικό πεδίο η εγκατάσταση στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος  της εργαλειακής ορθολογικότητας με τη μορφή της καθολικής εκτεχνίκευσης και του οντολογικού εκχρηματισμού της ανθρώπινης ύπαρξης.
Στο πολιτικό πεδίο η επικράτηση της μεταδημοκρατίας [2], για την οποία θα αφιερώσουμε ορισμένες επιπλέον σκέψεις στη συνέχεια.
Είναι αρκούντως γνωστό ότι η φιλελεύθερη κοινοβουλευτική δημοκρατία , όπως έχει καθιερωθεί να ονομάζεται, αποτέλεσε το διάδοχο σχήμα του αστικού φιλελευθερισμού του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα. Επικράτησε στις χώρες της Δύσης κυρίως μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο έχοντας ως βασικά χαρακτηριστικά :
Α) την παραχώρηση του δικαιώματος του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στο σύνολο του πληθυσμού στο όνομα της λαϊκής παράδοσης , δηλαδή της ισότητας και της ισονομίας.
Β) την κατοχύρωση όλων εκείνων των φιλελεύθερων δικαιωμάτων και ελευθεριών που ως σώμα αποτέλεσε το δικαιϊκό πολιτισμό των χωρών της  Δύσης.
Γ) την παράλληλη δημιουργία του κοινωνικού κράτους , του δημόσιου νοικοκυριού , θέτοντας τις προϋποθέσεις για την άμβλυνση και τον περιορισμό των οικονομικών ανισοτήτων που εκ προοιμίου και εγγενώς ενυπάρχουν στις φιλελεύθερες οικονομίες. Η όλη προσπάθεια εντάχθηκε στο γενικότερο πλαίσιο πρόσδωσης ουσιαστικού περιεχομένου στην νομοτυπική έννοια της ισότητας.
Η αστική νεωτερικότητα νοηματοδότησε την έννοια της ισονομίας και της ελευθερίας η πραγμάτωση των οποίων επιχειρήθηκε  στο πλαίσιο της μεταπολεμικής  φιλελεύθερης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.
Οι δύο αυτοί βασικοί πυλώνες της φιλελεύθερης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας , η ισονομία -ισότητα και η ελευθερία , υπέστησαν σοβαρότατους κλυδωνισμούς κατά την διεργασία της παγκοσμιοποίησης και την επιβαλλόμενη μονοκρατορία των ΗΠΑ,  με αποτέλεσμα να έχουν καταρρεύσει σήμερα σε μεγάλο βαθμό  και η φιλελεύθερη κοινοβουλευτική δημοκρατία να έχει μεταλλαχθεί σε μεταδημοκρατία.
Συγκεκριμένα αναφορικά με τον πρώτο πυλώνα ισχυριζόμαστε τα ακόλουθα:

Η υποχώρηση της συλλογικής ρύθμισης  και η άρνηση του ελέγχου της αγοράς , η κατάργηση του δημόσιου νοικοκυριού ως φορέα εξισορρόπησης των ανισοτήτων , η ιδιωτικοποίηση των πάντων , η ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων και εμπορευμάτων αλλά όχι ανθρώπινου δυναμικού , η επικράτηση «ουδέτερων εκσυγχρονιστικών» μηχανισμών και ιδεολογιών , η απίστευτη διόγκωση της χρηματιστηριακής σφαίρας , ο υπερκαταναλωτισμός των οικονομικών ελίτ , έχουν προκαλέσει σοβαρότατες αλλαγές στις υλικές συνθήκες παραγωγής και κατανομής του πλούτου οξύνοντας στο έπακρον τις υπάρχουσες ανισότητες έτσι ώστε ο πυλώνας της ισότητας και της ισονομίας ουσιαστικά να μην υφίσταται πλέων. Αυτό σημαίνει ουσιαστική εγκατάλειψη του αιτήματος της ισότητας .
 Παράλληλα η αναγωγή του πολέμου κατά της τρομοκρατίας σε κυρίαρχο πολιτικό δόγμα σιγά-σιγά υποσκάπτει , αν δεν έχει ήδη ολοκληρώσει το έργο του, το δεύτερο πυλώνα , αυτό  των  δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών. Απειλούνται όπως η σκληρή πραγματικότητα δείχνει , όχι μόνον ο δημοκρατικός έλεγχος των κυβερνήσεων , αλλά και το ίδιο το κράτος δικαίου , η διάκριση των εξουσιών , η ελευθερία της έκφρασης , τα αστικά δικαιώματα , το απόρρητο του ιδιωτικού βίου , της αλληλογραφίας και γενικά ότι κατοχυρώνει τις ανθρώπινες ελευθερίες . Η φιλελεύθερη κοινοβουλευτική δημοκρατία μετατρέπεται σε μεταδημοκρατία , από κοινοβουλευτική κατ’ αρχάς σε κυβερνητική ,με βασικά της χαρακτηριστικά την επικράτηση της ολιγαρχίας και του δεσποτισμού.
Οι εξελίξεις αυτές καθιστούν άνευ νοήματος και την διαδικασία του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι αλλά και την πολιτική ως πρακτική γενικότερα. Οι βουλευτές αδυνατώντας εν τοις πράγμασιν να εξυπηρετήσουν τους ψηφοφόρους τους , δεδομένου ότι οι πραγματικές πολιτικές αποφάσεις λαμβάνονται μέσα από τη «διαπλοκή» κυβερνήσεων και μεγάλων συμφερόντων , για να αποκτήσουν ρόλο εξυπηρετούν υποκύπτοντας με τη σειρά τους στους ολιγάρχες του πλούτου.  Υποτάσσονται μετατρέποντας την πολιτική σε ελεγχόμενο θέαμα , σε θέατρο σκιών  μέσα από τους δείκτες των τηλεοράσεων. Παραχωρούν το προνόμιο «του καθορισμού των ερωτήσεων» στους τηλεπαρουσιαστές – δημοσιογράφους. Γίνονται υποχείρια των ιδιοκτητών των ΜΜΕ.
Ως απάντηση σε όλα αυτά μπορούμε και εμείς να αναφωνήσουμε, μαζί με τόσους άλλους , ότι η επιστροφή στην πολιτική επιβάλλεται ως μοναδική πράξη σωτηρίας του δυτικού κόσμου.
Αλλά τι σημαίνει να δρα κανείς πολιτικά σήμερα ;

Monthlyreview        10 Ιουλίου 2006.








[1] Αιμ. Μεταξόπουλος , Αυτοσυντήρηση , Πόλεμος , Πολιτική , ΑΑ.Λιβάνης 2005 , ειδικά το Κεφάλαιο 4.
[2] Colin Crouch, Post-democracy, Cambridge, Polity 2004.

Σάββατο, 8 Ιουλίου 2006

Ο Ελεύθερος Χρόνος και η Δημοκρατία.




Ένα  από τα βασικά κριτήρια που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να μετρηθεί το βάθος και το εύρος  των Δυτικών  « Δημοκρατιών» είναι η  αναμφισβήτητα η ύπαρξη ελεύθερου χρόνου για τους πολίτες . Είναι αδύνατον στον οποιοδήποτε  να συμμετάσχει ως πολίτης στα δρώμενα της Δημοκρατίας , δηλαδή να ασχοληθεί με τα πολιτικά ζητήματα  αν συγχρόνως  δεν έχει τον απαιτούμενο ελεύθερο χρόνο .
 Οι λόγοι είναι προφανείς : οι σύγχρονες  βιοτικές ανάγκες και οι σχέσεις που αυτές παράγουν υποχρεώνουν τον σημερινό άνθρωπο να «μοχθεί» τόσες πολλές ώρες ημερησίως ώστε είναι αδύνατη η ενασχόλησή του με οτιδήποτε άλλο.
Σκεφτείτε ότι η καθημερινή ζωή του Αθηναίου Πολίτη στην Αρχαία Αθήνα , ο οποίος είναι εντελώς απαλλαγμένος από τον μόχθο και την εργασία , ήταν φορτωμένη από τόσες έγνοιες  λόγω των πολιτικών δραστηριοτήτων του  γεγονός που απορροφούσε τόσο  πολύ χρόνο ώστε οι φιλόσοφοι πρόσθεσαν και το νόημα της ελευθερίας ως απαλλαγή από την πολιτική δραστηριότητα (σχολή).[1] Ο Αριστοτέλης  θεωρεί ότι ένας από τους τρεις τρόπους ζωής (βίοι) οι οποίοι αφορούν στο ωραίο και όχι στο αναγκαίο ή στο ωφέλιμο και  που μπορεί  να επιλεγεί από ελεύθερους ανθρώπους ( ελεύθερους από τις όποιες βιοτικές ανάγκες)  είναι η ζωή η οποία  αφιερώνεται στα ζητήματα της πόλεως, όπου η υπεροχή γεννά ωραίες πράξεις. [2] Σήμερα ζούμε σε  ένα εντελώς διαφορετικό οικονομικοκοινωνικό σύστημα στο οποίο η μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων είναι αναγκασμένοι να εργάζονται οι ίδιοι και μάλιστα με τη μορφή της εξαρτημένης εργασίας για να καλύπτουν τις ανάγκες επιβίωσης και όχι μόνο. Παρόλα αυτά όμως η έννοια της Δημοκρατίας είναι ουσιωδώς συνυφασμένη με την ιδιότητα του πολίτη και της αποφασιστικής του συμβολής στη διακυβέρνηση του θεσμικού υποκειμένου το οποίο αναγνωρίζει   ως κυρίαρχο και συνεπώς συμμετέχει.  
Η αναφορά στη Δημοκρατία της αρχαίας Αθήνας γίνεται  συνεπώς όχι ως μηχανιστικό παράδειγμα προς μίμηση αλλά για λόγους ανάδειξης των βασικών – στοιχειωδών προϋποθέσεων που απαιτούνται , στις σημερινές συνθήκες , ώστε να λειτουργεί η Δημοκρατία  και όχι η Δημοκρατική ρητορεία[3] όπως συμβαίνει σήμερα σε όλες τις δυτικού τύπου δημοκρατίες και προεξάρχοντος στην Ελληνική Δημοκρατία.
Συνεπώς η Δημοκρατία για να λειτουργήσει στοιχειωδώς απαιτεί τον δημόσιο χρόνο της. Αυτός συνεχώς περιορίζεται τα τελευταία έτη όλο και περισσότερο και μάλιστα με αυξανόμενους ρυθμούς σε σχέση με την περίοδο μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι κατακτήσεις που αφορούσαν στην κανονικοποίηση των εργασιακών σχέσεων της μεγάλης πλειοψηφίας των εργαζομένων στόχευαν ρητά ή άρρητα στην αύξηση του δημοσίου χρόνου και στην  διεύρυνση της αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας και όχι στη σπατάλη του δημιουργηθέντος με τον τρόπο αυτό χρόνου στις σωματικές απολαύσεις και στην καταναλωτική ψυχοθεραπεία. Η αδυναμία κατανόησης του συγκεκριμένου θέματος και οι εκτρωματικές καταστάσεις που δημιουργήθηκαν σε όλες τις ενδιάμεσες μορφές δημοκρατικής έκφρασης συνέβαλαν αποφασιστικά στην απαξίωσή τους και στην επέλαση της αντιπολιτικής φιλελεύθερης ιδεολογίας με αιχμή του δόρατος την ιδιωτικοποίηση των πάντων .Η ιδιωτικοποίηση στη γενική της μορφή ουσιαστικά δε σημαίνει τίποτε περισσότερο παρά  την ουσιαστική κατάργηση του δημοσίου χρόνου. Όλα τα άλλα (δημόσια περιουσία , δημόσια αγαθά και άλλα) είναι επί της ουσίας χρησιμοποιούμενα μέσα.. Η εμφανής έλλειψη του δημοσίου χρόνου οδηγεί τις σύγχρονες δυτικές δημοκρατίες στους ολισθηρούς ατραπούς της ολιγαρχίας , της αποξένωσης , της αντιπολιτικής , της τηλεδημοκρατίας των πλουτοκρατών και των γνωστών λακέδων τους.
Από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ενώ η ανάπτυξη της τεχνολογίας ήταν αλματώδης και η παραγωγικότητα της εργασίας επίσης σημαντικότατη ο μέσος χρόνος εργασίας δεν μειώθηκε καθόλου. Αντιθέτως συνεχώς αυξάνεται με διάφορους τρόπους και τερτίπια. Σήμερα στην Ελλάδα ουδείς εργάζεται μόνο κατά την χρονική  διάρκεια του συμβατικού του ωραρίου. Η δουλεία που δομείται στις συνεχώς αναπαραγόμενες ανάγκες  της υπερκαταναλωτικής ύστερης καπιταλιστικής μηχανής αποτελεί το κυρίαρχο χαρακτηριστικό των δυτικότροπων κοινωνιών μετατρεπόμενη βαθμηδόν σε εθελοδουλία.


Monthlyreview  8-7-2006.


[1] Fustel de Coulanges, The Ancient City. Anchor 1956.
[2] Αριστοτέλης , Ηθικά Νικομάχεια , (Ι,5) Κέδρος 1993.
[3] L. Camfora, Η ρητορεία της πολιτικής. Μεταίχμιο 2005.

Πέμπτη, 1 Ιουνίου 2006

ΑΠΕΒΙΩΣΕ Ο ΤΖΟΝ ΚΕΝΕΘ ΓΚΑΛΜΠΡΕΙΘ.




Απεβίωσε σε ηλικία 98 ετών ο οικονομολόγος  Τζον Κένεθ Γκαλμπρέιθ σε νοσοκομείο του Κέμπριτζ της Μασαχουσέτης.

Γεννήθηκε στον Καναδά το 1908 ,γόνος αγροτικής οικογένειας Σκοτσέζων μεταναστών. Μετανάστευσε στις ΗΠΑ το 1930 και το 1937 πήρε την αμερικανική υπηκοότητα. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Berkeley. Στην αρχή της καριέρας του  εργάσθηκε ως κυβερνητικός οικονομικός σύμβουλος επί προεδρίας Φρανκλίνου Ρούσβελτ  την περίοδο της μεγάλης οικονομικής ύφεσης αλλά και στην περίοδο του New Deal. Η συμμετοχή του στο πρόγραμμα του New Deal και η συνεργασία του με τον Φρανκλίνο Ρούσβελτ  τον έκαναν έναν εφ’όρου ζωής οπαδό του Δημοκρατικού Κόμματος. . Γνώρισε όλους τους προέδρους των ΗΠΑ και διετέλεσε πρεσβευτής στην Ινδία επί προεδρίας Τζον Κένεντι. Παράλληλα η συμμετοχή του στην αλλαγή πλεύσης της οικονομικής πολιτικής των ΗΠΑ το 1933 τον δίδαξε ότι η πολιτική δραστηριότητα αποτελεί την ουσία της ανθρώπινης δράσης και την άποψη αυτή την υποστήριξε σε ολόκληρη τη ζωή του συμμετέχοντας ενεργά στην πολιτική ζωή της χώρας του. Υπήρξε πρώϊμος πολέμιος της αμερικανικής στρατιωτικής επέμβασης στο Βιετνάμ, ήδη από το 1967. Πολλές είναι περιπτώσεις που εναντιώθηκε σε αμερικανικά ιδεολογικά «ρεύματα». Παραδείγματος χάρη, υπήρξε υπέρμαχος της καταπολέμησης της ανεργίας, στις ΗΠΑ με κρατικά κονδύλια. Υπήρξε, επίσης, υπέρμαχος του απελευθερωτικού γυναικείου κινήματος, της συντομότερης εβδομαδιαίας εργασίας. Επίσης, πρότεινε ένα «Διεθνές Συμβούλιο» να παρακολουθεί τα αιτήματα ομάδων ανθρώπων που έχει πληγεί από τις καταστροφές για τις οποίες την ευθύνη έχει ο άνθρωπος. Στην Ελλάδα ήταν από τους πλέων γνωστούς οικονομολόγους και προσωπικός φίλος του Ανδρέα Παπανδρέου.



 Ο Τζον Κένεθ Γκαλμπρέιθ ως οικονομολόγος ανήκει στην Αμερικανική Θεσμική Σχολή (American Institutionalist School) και μάλιστα μετά το θάνατο του Robert Heilbroner,  θεωρείται από πολλούς ως ο τελευταίος Αμερικανός Θεσμικός Οικονομολόγος. Η τοποθέτηση του αυτή τον κατατάσσει αυτομάτως στους εχθρούς και αρνητές της κυρίαρχης νεοκλασικής σχολής. Η Αμερικανική Θεσμική Σχολή [1]αναπτύχθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1880 στις ΗΠΑ κάτω από την επίδραση της Γερμανικής Ιστορικής Σχολής και των Άγγλων Ιστοριστικιστών. Αντιτιθέμενη , η σχολή αυτή, στην αφαιρετική  θέση  της κλασικής και νεοκλασικής σχολής η οποία υποστηρίζει ότι οι  οικονομικές μεταβλητές που χρησιμοποιούνται για τη μελέτη της οικονομικής δραστηριότητας ισχύουν ανεξαρτήτως χρόνου και τόπου (δηλαδή την πίστη στην α-ιστορικότητα  των οικονομικών μεταβλητών) επέμεινε στη μεγάλη σπουδαιότητα των ιστορικών , κοινωνικών και θεσμικών παραγόντων στην κατανόηση των οικονομικών φαινομένων. Η στειρότητα της Οικονομικής Επιστήμης οφείλεται αφενός στην απαγωγική μεθοδολογία που χρησιμοποιεί το κυρίαρχο νεοκλασικό υπόδειγμα και αφετέρου στη στατική ανάλυση των οικονομικών μεταβλητών που το συνθέτουν. Θα πρέπει  ως εκ τούτου να απορριφθούν οι αυταπόδεικτες και εξ αρχής δεδομένες υποθέσεις του νεοκλασικού υποδείγματος όπως,  το ιδεολόγημα του   homo economicus, η μεγιστοποίηση της χρησιμότητας, καθώς και κάθε άλλη a priori υπόθεση για την ανθρώπινη δράση που κατευθύνεται σε συγκεκριμένο σκοπό . Σκοπός της Οικονομικής Επιστήμης  αντιθέτως είναι να κατανοηθεί ο τρόπος με τον οποίο συμπεριφέρονται τα δρώντα οικονομικώς άτομα Για να επιτευχθεί αυτό θα πρέπει να ληφθούν  υπόψη  οι ατομικές αξίες των ατόμων , οι συνήθειες τους καθώς και οι επιδράσεις που δέχονται από κάθε ιστορική , κοινωνική και θεσμική μεταβολή. Θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί συνεπώς μια μεθοδολογία η οποία να θεωρεί τους θεσμούς όχι ως δεδομένους a priori , αλλά ως συνεχώς μεταβαλλόμενους παράγοντες που επιδρούν αναλόγως του περιεχομένου τους στην οικονομική συμπεριφορά των ατόμων. Η ιστορία , ο πολιτισμός και το θεσμικό πλαίσιο αποτελούν τους πυλώνες μιας δυναμικής επιστημονικής ερμηνείας των οικονομικών φαινομένων. Κύριοι εκπρόσωποι  της  Αμερικανικής Θεσμικής Σχολής (American Institutionalist School) είναι οι : Thorstein Veblen (1857- 1929),John Commons (1862-1945), Wesley Clair Mitchell (1874-1948), Simon Kuznets (1901-) , Robert Heilbroner (1919-) , John Kenneth Galbraith (1908-)

Η οικονομική σκέψη του Τζον Κένεθ Γκαλμπρέιθ συνεπώς  αποτελεί ένα δημιουργικό συγκερασμό των απόψεων του Thorstein Veblen που υπήρξε ένας από τους δασκάλους του και των σύγχρονων εξελίξεων στην οικονομική θεωρία κυρίως μετά την κευνσιανή προβληματική και την παρεμβατική κρατική πολιτική που αυτή υιοθετούσε. Από τον πρώτο αναμφισβήτητα διδάχθηκε το ρόλο που οι θεσμοί κατέχουν στην κοινωνική και  οικονομική πραγματικότητα του σύγχρονου καπιταλισμού γεγονός που τον οδήγησε στην ουσιαστική μελέτη των θεσμικών υποκειμένων που δρουν στο σύγχρονο καπιταλισμό . Στο πλέον διάσημο βιβλίο του , The Affluent Society  ,«Η Κοινωνία της Αφθονίας» (1958),  επιτίθεται στο βασικό μύθο της νεοκλασικής σχολής , «την κυριαρχία του καταναλωτή» και κατά ένα τρόπο και στον «Αμερικανικό τρόπο ζωής» που εξαπλωνόταν ταχύτατα την περίοδο αυτή. Δείχνει ότι όχι μόνο δεν υφίσταται η κυριαρχία του καταναλωτή αλλά αντιθέτως η χειραγώγηση των καταναλωτών από το μοντέρνο marketing των επιχειρήσεων είναι απόλυτη. Στο  New Industrial State , «Το Νέο Βιομηχανικό Κράτος»(1967), επεκτείνει τη θεωρία του για την Μοντέρνα Επιχείρηση κριτικάροντας συγχρόνως τη νεοκλασική θεωρία της Επιχείρησης του Τέλειου Ανταγωνισμού. Σύμφωνα με τον Γκαλμπρέιθ η μοντέρνα επιχείρηση αποτελεί Ολιγοπώλιο , είναι παντελώς αποδεσμευμένη από τους Ιδιοκτήτες της ( είτε πρόκειται για κλασικούς ιδιοκτήτες είτα για μετόχους), αγωνίζεται πρωτίστως για την απόκτηση αυτού που ονομάζεται στρατηγικό κομμάτι της αγοράς, επηρεάζει τους καταναλωτές με διάφορους τρόπους, εξυπηρετεί τους στόχους και τα συμφέροντα των διοικητικών συμβουλίων και των διευθυνόντων  συμβούλων. Ο μόνος τρόπος αντίδρασης των κοινωνικών υποκειμένων στις επιβουλές των ολιγοπωλιακών επιχειρήσεων είναι οι οργάνωση σε συνδικάτα και σε καταναλωτικές ενώσεις , ενώ παράλληλα η πίεση στο κράτος για την υιοθέτηση σαφούς αντιμονοπωλιακής και αντιολιγοπωλιακής νομοθεσίας. 

Στο τελευταίο βιβλίο του The Economics of Innocent Fraud , ελληνική μετάφραση  «Τα Οικονομικά της Αθώας Απάτης»  , εκδόσεις ΑΑ.ΛΙΒΑΝΗ 2006 , διερευνά πολλά σύγχρονα θέματα  όπως  την εύστοχη μετονομασία του καπιταλιστικού συστήματος σε «οικονομία της αγοράς» ,  την εξάπλωση του μύθου περί «απόλυτης κυριαρχίας του καταναλωτή», τη συνεχώς αυξανόμενη ισχύ των μεγάλων επιχειρήσεων , τις υπερβολικές αμοιβές των διευθυντικών στελεχών και ιδιαιτέρως των διευθυνόντων συμβούλων , την απόλυτη κυριαρχία των τελευταίων σε οποιαδήποτε διαδικασία λήψης αποφάσεων που αφορά στην επιχείρηση σε πλήρη αντίθεση με την παντελή αδυναμία των μετόχων , την γραφειοκρατικοποίηση των μεγάλων επιχειρήσεων  η οποία επιμελώς αποσιωπάται , την παραμυθία για τη δυνατότητα των σύγχρονων χρηματοοικονομικών να προβλέπουν τις μελλοντικές εξελίξεις , την γενική οικονομοποίηση της κοινωνικής ζωής , τον πόλεμο στο Ιράκ και το ρόλο του δημόσιου τομέα στη σημερινή συγκυρία του καπιταλιστικού συστήματος. Μέσα από τις λιγοστές σελίδες του βιβλίου του , ο Τζον Κένεθ Γκαλμπρέιθ επιχειρεί να αναδείξει την «αθώα απάτη» που κρύβεται στις σύγχρονες αντιλήψεις για τα οικονομικά. Η Οικονομία και γενικά τα Πολιτικά και Οικονομικά Συστήματα καλλιεργούν τη δικιά τους αλήθεια είτε για λόγους πολιτικών ή οικονομικών πιέσεων είτε για λόγους μόδας υποστηρίζει. Οι περισσότεροι άνθρωποι αγνοούν τον τρόπο μέσω του οποίου διαμορφώνουν τις απόψεις που πιστεύουν. Οι επιδράσεις του marketing, των ΜΜΕ και η πολιτική των μονοπωλίων είναι καταλυτικές στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης και στο σχηματισμό συμβατικών «αληθειών» που αντέχουν στο χρόνο. Φαίνεται δια γυμνού οφθαλμού ότι στο βιβλίο αυτό συμπυκνώνονται σχεδόν όλες οι θέσεις που υποστήριξε με πάθος σε ολόκληρη τη ζωή του , αποδεικνύοντας με σαφή τρόπο ποιος πρέπει να είναι ο ρόλος ενός διανοουμένου και ενός δασκάλου στο σύγχρονο κατακερματισμένο κόσμο που ζούμε.

Monthlyreview.gr 01.05.2006
  


[1] W.C.Mitchell (επιμέλεια) What Veblen Taught, Selected writing of Thorstein Veblen, Εκδόσεις A.M.Kelley 1964.
J.Commons, Institutional Economics, The MacMillan Company 1934.