Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2005

Η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας. Μερικές σκέψεις.



1.Στην ιστορική εποχή που ζούμε , για λόγους που έχουν πολλάκις αναλυθεί[1] ,υπάρχει μία σαφής προσπάθεια το οικονομικόν να καταλάβει την πρώτη σελίδα της διεθνούς επικαιρότητας σε καθημερινή βάση. Το οικονομικόν, μάλιστα στη νεοφιλελεύθερη εκδοχή του, έχει ανακηρυχθεί σε δεσπόζουσα ερμηνευτική και καθοδηγητική μεθοδολογία όλων των στιγμών του κοινωνικού και πολιτικού βίου. Στο σημείο αυτό , χρειάζεται να υπογραμμισθεί με έμφαση, ότι ο όρος οικονομία ακόμα και αν χρησιμοποιηθεί  με το εξής νόημα :” πρόκειται για ένα  σύστημα αφηρημένων και μετρήσιμων σχέσεων ,το οποίο βάσει ενός  ορισμένου τύπου ιδιοποίησης των παραγωγικών πόρων ,καθορίζει τον σχηματισμό ,την ανταλλαγή και την κατανομή των αξιών”, δεν μπορεί να αποτελέσει αυτονομημένη περιοχή του κοινωνικού. Η οικονομία στο καπιταλιστικό σύστημα  «παρότι τείνει να αυτονομηθεί» περισσότερο, ως στιγμή της κοινωνικής δραστηριότητας, δεν μπορεί να υψωθεί ως αυτόνομο σύστημα ,διεπόμενη από ιδιαίτερους νόμους ανεξάρτητους από τις υπόλοιπες κοινωνικές σχέσεις. Η οικονομία παραμένει μία αφαίρεση. Η κοινωνία ακόμα και αν ευρίσκεται στην πλέον αναπτυγμένη καπιταλιστική φάση ,δεν μπορεί ποτέ να γίνει μία οικονομική κοινωνία υποβιβάζοντας τις άλλες κοινωνικές σχέσεις σε δευτερεύουσες. Ως εκ τούτου ,μόνο κατά παράβαση της αλήθειας που περικλείεται στον προηγηθέντα συλλογισμό,  μπορούμε να δεχθούμε την πραγματικότητα  των οικονομικών σχέσεων ως αυτόνομων .Έχουμε επομένως σαφή αδυναμία της δυνατότητας του οικονομικού να εκφράζεται αυτόνομα , ως αντιπρόσωπος του εαυτού του , απλούστατα διότι ο εαυτός δεν υφίσταται. Η μεθοδολογία με βάση την οποία πρέπει να πραγματοποιείται η μακροοικονομική και η μακροκοινωνική ανάλυση  θα πρέπει να προσλαμβάνει  τα προβλήματα ως πτυχές ενός ενιαίου κοινωνικο-οικονομικού συνόλου και να επιχειρεί τη συσχέτιση των εξελίξεων που συντελούνται στην παραγωγή ,στην απασχόληση, στην κατανομή του εισοδήματος, στις εργασιακές σχέσεις , στην αποτελεσματικότητα της κοινωνικής δικαιοσύνης…  Παρόλα αυτά όμως , η νεοκλασική εκδοχή της οικονομικής σκέψης, έχει  σχεδόν επιβάλλει την άποψή της , κατά τρόπο ολοκληρωτικό ,κατισχύοντας έναντι των υπολοίπων σχολών .
Στην προσπάθεια αυτή έχουν επιστρατευθεί τρομακτικού μεγέθους μηχανισμοί , σημαντικότερος των οποίων είναι χωρίς αμφιβολία  ο επικοινωνιακός . Το γεγονός αυτό έχει ως συνέπεια ο αριθμός  των εντύπων αλλά και των ηλεκτρονικών μέσων που μεταφέρουν πληροφορίες οικονομικού περιεχομένου να έχει αυξηθεί υπέρμετρα. Όμως παρά την τρομακτική αύξηση του όγκου των πληροφοριών που αφορούν στα οικονομικά γεγονότα ,έχω την εντύπωση ,ότι σε γενικές γραμμές , υπάρχει μεγαλύτερη σύγχυση και αδυναμία κατανόησης των όσων συμβαίνουν ή πρόκειται να συμβούν στο οικονομικό επίπεδο. Είμαι βέβαιος ότι έχει αυξηθεί η ημιμάθεια η οποία τις περισσότερες φορές είναι χειρότερη   της πλήρους αμάθειας .Μέρος της ευθύνης για τη διαμορφωθείσα κατάσταση έχουν οι ειδικοί του χώρου, οι οικονομολόγοι. Σύμφωνα  με τον Π.Κρούγκμαν[2]  οι οικονομολόγοι γράφουν με τρεις τρόπους: «γράφουν με ελληνικά γράμματα, γράφουν με ανεβαίνουν/πέφτουν και γράφουν για τα αεροδρόμια» .Το γράψιμο με χρήση γραμμάτων του ελληνικού αλφαβήτου αποτελεί τον τρόπο επικοινωνίας των καθηγητών (πρόκειται για θεωρητικό ,μαθηματικό γράψιμο).Τα οικονομικά του ανεβαίνουν/πέφτουν τα συναντούμε στις οικονομικές εφημερίδες και στον ηλεκτρονικό  τύπο και ασχολούνται με ημερήσιες ή και ωριαίες μεταβολές διαφόρων μεγεθών που υποτίθεται είναι σημαντικότατες για τις διακυμάνσεις των χρηματιστηριακών δεικτών. Τα οικονομικά  του αεροδρομίου είναι οι απλοϊκές οικονομικές μελλοντολογικές  μυθοπλασίες με τις οποίες τελευταία έχουμε κατακλυσθεί. στο Το συμπέρασμα είναι ότι κανένας από τους παραπάνω τρόπους με τους οποίους γράφουν οι οικονομολόγοι προσφέρεται για την ουσιαστική ενημέρωση του πολίτη σχετικά με την πραγματική κατάσταση της οικονομίας της χώρας στην οποία κατοικεί ή της διεθνούς οικονομίας στο πλαίσιο της οποίας λειτουργεί. 
Τα πράγματα δεν είναι καθόλου διαφορετικά στην Ελλάδα. Η ίδια ακριβώς κατάσταση επικρατεί  και εδώ ,για να μην ισχυριστούμε ότι σε πολλά σημεία είναι ακόμα χειρότερη. Προς επίρρωση αυτής μας της θέσεως ,φθάνει να αναφέρουμε την αδυναμία των ελλήνων πολιτών αλλά και οποιουδήποτε μελετητή, να αναφέρονται σε αξιόπιστες ,πλήρεις και αποδεκτές στατιστικές μετρήσεις όλων των οικονομικών μεγεθών στη βάση των οποίων καλείται ,αφού τις μελετήσει να εξάγει τα απαραίτητα συμπεράσματα. Η οικονομική απογραφή που πραγματοποίησε η κυβέρνηση της Ν.Δημοκρατίας με την ανάληψη των καθηκόντων της,  αποτελεί  αδιάψευστο μάρτυρα της αδυναμίας  των πολιτών να γνωρίζουν την οικονομική πραγματικότητα. Βρισκόμαστε συνεχώς αντιμέτωποι ως πολίτες με το απλό αλλά ουσιαστικό ερώτημα  : ποια είναι η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας ; Υπάρχει τρόπος να απαντηθεί το ερώτημα αυτό  υπό μίαν έννοια ,αντικειμενικά; Ποιος θα αναλάβει την ευθύνη για μια καθαρή και ευθεία απάντηση; Το δημοκρατικό παιχνίδι είναι πρωταρχικά πρόβλημα ενημέρωσης των πολιτών , ζήτημα διάχυσης της γνώσης και απλής κατανόησης των προβλημάτων έτσι ώστε να υπάρχει η δυνατότητα της σωστής επίλυσής τους.












2)Η σύγχρονη περίοδος που συμπίπτει με την τελευταία δεκαπενταετία στην χώρα μας, χαρακτηρίζεται  από νέες εξελίξεις και νέα φαινόμενα στην οικονομική και κοινωνική ζωή .Οι εξελίξεις αυτές συντελούνται  υπό το καθεστώς της συνθήκης του Μάαστριχ, την οποία αποδέχτηκε  η κυβέρνηση Μητσοτάκη ,την υιοθέτησαν ασμένως  οι κυβερνήσεις  του ΠΑΣΟΚ (Παπανδρέου ,Σημίτη ) και συνεχίζει χωρίς ενδοιασμούς η κυβέρνηση Καραμανλή. Η ασκηθείσα ολόκληρη την συγκεκριμένη  περίοδο οικονομική πολιτική , εξυπηρέτησε αποκλειστικά την επίτευξη του βασικού και κυρίαρχου στόχου , της ένταξης της χώρας στο «σκληρό πυρήνα» της Ευρώπης και του εθνικού νομίσματος στη ζώνη του ευρώ. Έτσι οι εξελίξεις στην ελληνική οικονομία συντελούνται σ’ένα θεσμοποιημένο ευρωπαϊκό πλαίσιο  νεοφιλελεύθερης  έμπνευσης (πλήρης απελευθέρωσης των αγορών προϊόντων , κεφαλαίων και εργασίας, σε εθνικό και διεθνές επίπεδο) σε συνδυασμό με  ποσοτικές αγκυλώσεις (Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης) που επιβαρύνουν περαιτέρω τις αρνητικές επιπτώσεις της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής.    Η επιλογή αυτή αναγορεύθηκε σε υπέρτατη αξία από την οποία ούτε λίγο ούτε πολύ εξαρτάται η ίδια η ύπαρξη του έθνους και του κράτους. Αξίζει να ανατρέξει κανείς σε όσα υποστήριζαν αλλά και στον τρόπο που τα υποστήριζαν , οι κυβερνήσεις Σημίτη, ο έντυπος και ηλεκτρονικός τύπος , αλλά και κάθε λογής διανοούμενοι στην προσπάθειά τους να πείσουν για την ορθότητα των επιλογών τους. Η ευρωπαϊκή στρατηγική της δημιουργίας του κοινού νομίσματος  προβλήθηκε από τις ευρωπαϊκές ελίτ ως απάντηση στις προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης και της ανάγκης για περαιτέρω ισχυροποίηση του ενιαίου ευρωπαϊκού χώρου. Δικαιολογήθηκε ως  η αναγκαία προσαρμογή της ευρωπαϊκής οικονομίας στις νέες συνθήκες διεθνοποίησης του πολυεθνικού κεφαλαίου, με την παράλληλη υπόσχεση της διατήρησης των κατακτήσεων των εργαζομένων έστω και υπό νέα μορφή.  Όμως ,για όλους εκείνους που αντιπάλεψαν τη συγκεκριμένη στρατηγική, εξαρχής υπήρχε  βεβαιότητα για τη κατάληξη του εγχειρήματος στη σημερινή αδιέξοδη κατάσταση. Η αποδοχή εκ μέρους των ευρωπαίων των κανόνων του παιχνιδιού  μίας διεθνοποιημένης οικονομίας ,όπως επιβλήθηκαν από το αμερικανικό οικονομικό υπόδειγμα ,ήταν εξαρχής βέβαιον ότι θα οδηγούσε  με μαθηματική ακρίβεια στην υιοθέτηση της συνολικής αμερικανικής κοινωνικής και οικονομικής φιλοσοφίας .Δημιουργήθηκε συνεπώς ένα ενιαίο διεθνές περιβάλλον στο οποίο κυριαρχεί η νεοφιλελεύθερη πρόταση οικονομικής πολιτικής τα χαρακτηριστικά της οποίας είναι , ο περιορισμός της κρατικής παρέμβασης και των αναδιανεμητικών λειτουργιών του κράτους με συνέπεια την ακύρωση  βασικών χαρακτηριστικών  της νομισματικής και δημοσιονομικής  πολιτικής , «απελευθέρωση των αγορών», μείωση των πραγματικών μισθών ,ευελιξία  και απορρύθμιση της αγοράς εργασίας , των εργασιακών σχέσεων και του συστήματος κοινωνικής προστασίας , απολύσεις κ.τ.λ .με βασική επιδίωξη τη σταθερότητα των μακροοικονομικών μεγεθών του πληθωρισμού και των δημοσίων ελλειμμάτων , τη μείωση του κόστους παραγωγής , τη βελτίωση του επιπέδου ανταγωνιστικότητας με διαρθρωτικές αλλαγές μείωσης του κόστους εργασίας τον περιορισμό και την κατάργηση ασφαλιστικών δικαιωμάτων και τελικά την ουσιαστική  απαλλαγή του συστήματος από οποιαδήποτε συλλογική διαπραγμάτευση. Στην κατεύθυνση αυτή κινήθηκε και εξακολουθεί να κινείται η ελληνική οικονομική πολιτική πιστεύοντας ότι με τον τρόπο αυτό θα αναβαθμίσει τη θέση της χώρας στο συγκεκριμένο περιβάλλον της διεθνούς και ευρωπαϊκής οικονομίας. Η προσαρμογή της ελληνικής οικονομίας ολόκληρη την περίοδο 1992-2005 , έχει ως αποτέλεσμα σημαντικό κοινωνικό κόστος ,δηλαδή ,υψηλή ανεργία, συρρίκνωση εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων , ένταση των εισοδηματικών ανισοτήτων σε βάρος της εργασίας , περιθωριοποίηση , κοινωνικούς αποκλεισμούς και συγχρόνως υψηλή κερδοφορία των επιχειρήσεων .Οι ιδιωτικοποιήσεις αποτέλεσαν(ούν) τις βασικές διαρθρωτικές αλλαγές , τις οποίες και τα δύο κυβερνητικά κόμματα όχι μόνον υιοθέτησαν αλλά τις πρόβαλλαν και ως πανάκεια για κάθε πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας. Ο δημόσιος τομέας αφού υπέστη τα πάνδεινα από τους εκάστοτε κυβερνώντες τώρα παραδίδεται βορά στα χέρια του ιδιωτικού κεφαλαίου του οποίου ,ειδικά στην Ελλάδα, διαγράφεται εν μια νυκτί η ιστορική του διαδρομή . Όλη η δόξα στους σημερινούς νικητές , η λήθη στους ηττημένους.







3. Θα πρέπει να τονισθεί με έμφαση ότι για κάθε οικονομία τα μεγέθη που έχουν πρωταρχική σημασία είναι : η παραγωγικότητα της εργασίας, η ανεργία και η διανομή του εισοδήματος. Είναι σχεδόν αδύνατον αν τα παραπάνω σημαντικά μεγέθη δεν πάνε καλά η οικονομία να επιτελέσει θετικά βήματα. Όμως ελάχιστα η ασκούμενη σήμερα οικονομική πολιτική απασχολείται με τα παραπάνω μεγέθη. Για του λόγου το αληθές ,η Ευρωπαϊκή Ένωση ασκεί οικονομική πολιτική θέτοντας στόχους στους οποίους κανένα από τα αναφερθέντα μεγέθη δεν συμπεριλαμβάνονται. Σύμφωνα με τη συνθήκη του Μάαστριχ, η οποία αποτελεί το ανελαστικό μακροοικονομικό πλαίσιο λειτουργίας των οικονομιών της ευρωζώνης, έχουν ποσοτικοποιηθεί οι εξής στόχοι : ο πληθωρισμός, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και το εξωτερικό δημόσιο χρέος. Στα οικονομικά της ευημερίας ,τα οποία αποτελούν βασικό πυλώνα της οικονομικής θεωρίας και σκοπίμως έχουν τεθεί στο περιθώριο από τους σύγχρονους νεοκλασικούς οικονομολόγους , στόχος της κάθε κυβέρνησης είναι η επίτευξη της μέγιστης δυνατής κοινωνικής ευημερίας. Η θέση αυτή ,παρά των όσων περί του αντιθέτου υποστηρίζονται, οδηγεί ευθέως στην αξιολογική πλευρά της οικονομίας. , θέτοντας σε βαθιά κρίση τα όσα υποστηρίζονται περί οικονομίας ως θετική επιστήμη.  Στο πλαίσιο της μακροοικονομικής  ανάλυσης η επίτευξη της κοινωνικής ευημερίας συγκεκριμενοποιείται στους γνωστούς στόχους της οικονομικής πολιτικής:
  • -πλήρης απασχόληση του εργατικού δυναμικού.
  • -υψηλός ρυθμός οικονομικής μεγένθυσης
  • -σταθερότητα του γενικού επιπέδου τιμών
  • -προσαρμογή του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών(ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών).
  • -μείωση των ανισοτήτων στην κατανομή του εισοδήματος.
Ακόμα και στο μακροοικονομικό επίπεδο διαχείρισης της οικονομίας διακρίνεται εμφανώς η απόσταση που χωρίζει την οικονομική θεωρία από όσα έχουν υιοθετηθεί στο Μάαστριχ. Η επικέντρωση στους τρεις ανελαστικά ποσοτικοποιημένους  στόχους  , αν στην αρχή της υιοθέτησής τους αποτελούσε μία  μη οικονομική πολιτική ,πρωτοφανή στα παγκόσμια οικονομικά δρώμενα , μετά από την πάροδο δεκατριών ετών με προφανή τα αρνητικά αποτελέσματα  στις ευρωπαϊκές οικονομίες, το να επιμένεις στην ίδια πολιτική είναι όχι μόνο καταστροφικό , αλλά  και απροκάλυπτα  ταξικό.
Η ελληνικές κυβερνήσεις του Κ.Σημίτη (1996-2004) στο πλαίσιο του «εκσυγχρονιστικού πειράματος» στην οικονομία όχι μόνο υιοθέτησαν πλήρως τις ευρωπαϊκές επιλογές αλλά και υπερέβαλε πολλάκις υπερακοντίζοντας σε κομπορρημοσύνη και σε ψεύτικες υποσχέσεις .Δυστυχώς στο ίδιο και σε πολλά σημεία χειρότερο δρόμο βαδίζει σήμερα και η κυβέρνηση του Κ.Καραμανλή. Ο όρος «ισχυρή οικονομία» , υποστηρίζει ο Κ.Βεργόπουλος[3]  « προέκυψε ως προϊόν αλαζονικής έπαρσης, αλλά  και ως επιχείρηση πολιτικού αντιπερισπασμού απέναντι στις συγκεκριμένες διεκδικήσεις των κοινωνικών τάξεων   κατά την οκταετία 1997-2004…Η κομπορρημοσύνη περί «ισχυρής οικονομίας» κληροδότησε επίσης τους ισχυρισμούς ότι η Ελλάδα εξήλθε από τη χρόνια «ευρωπαϊκή υστέρηση», από την «εργασιακή οπισθοδρόμηση» και τα παραδοσιακά κοινωνικά αδιέξοδα, ότι υλοποίησε επί τέλους την «επαναθεμελίωση του κοινωνικού κράτους». Θα διερευνήσουμε στη συνέχεια με βάση τα τρία πρωταρχικά κριτήρια  τους ισχυρισμούς περί ισχυρής οικονομίας  και ακολούθως θα αναφερθούμε στους υπόλοιπους στόχους της οικονομικής πολιτικής.






4)Η παραγωγικότητα συνδέεται άμεσα με το βιοτικό επίπεδο κάθε χώρας. Ο μόνος τρόπος για να επιτευχθεί συνεχής και μακροπρόθεσμη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου είναι η αύξηση της παραγωγικότητας. Μια ισχυρή και αποτελεσματική οικονομία επιτυγχάνει τη συνεχή άνοδο του κατά κεφαλή πραγματικού Α.Ε.Π. Η αύξηση της παραγωγικότητας συμβάλλει στην αύξηση του πραγματικού κατά κεφαλή Α.Ε.Π (ceteris paribus). Αν μετακινηθεί η υπόθεση ceteris paribus, το πραγματικό κατά κεφαλή Α.Ε.Π αυξάνεται αν συμμετάσχει στην παραγωγική διαδικασία μεγαλύτερο ποσοστό του ενεργού οικονομικού πληθυσμού.(Νόμος του Okun). Επομένως σύμφωνα με τα παραπάνω, η ύπαρξη  ανεργίας προκαλεί αρνητικές επιδράσεις στη δυνητική αύξηση του κατά κεφαλή πραγματικού Α.Ε.Π , με την προϋπόθεση ότι υπάρχει αργούσα κεφαλαιακή παραγωγική δυναμικότητα.  Ο πρώτος απόλυτος περιορισμός , θα έλεγα ,είναι ότι δεν πρέπει με την αύξηση της παραγωγικότητας να αυξάνουμε την ανεργία.  Συγχρόνως  η επιδίωξη αύξησης της παραγωγικότητας θα πρέπει να συμβαδίζει με την αύξηση της συμμετοχής των απασχολουμένων ως ποσοστό του συνολικού πληθυσμού , διότι  όσο  περισσότεροι εργαζόμενοι  συμμετέχουν τόσο  περισσότερο προϊόν  παράγεται , τόσο μεγαλύτερο είναι το ΑΕΠ ,  με την προϋπόθεση ότι η παραγωγικότητα παραμένει τουλάχιστον σταθερή . Αυτός είναι ο δεύτερος περιορισμός που πρέπει να τηρείται. Επομένως η συμμετοχή των απασχολουμένων ως ποσοστό του πληθυσμού έχει μεγάλη σημασία για την εκτίμηση της αύξησης του κατά κεφαλή πραγματικού προϊόντος . Συνεπώς η μεταβολή  του κατά κεφαλή εισοδήματος (προϊόν προς τον πληθυσμό) θα πρέπει να συναρτάται με την παραγωγικότητα της εργασίας , με την συμμετοχή της εργασίας και με την ανεργία
Η παραγωγικότητα της εργασίας είναι ο βασικός μοχλός ανάπτυξης των οικονομιών .Όλες οι ενέργειες μας , οποιαδήποτε μέτρα πάρουμε, οποιαδήποτε επιλογή κάνουμε ,είτε αφορά στη δημοσιονομική πολιτική, είτε στη νομισματική, είτε στην εκπαίδευση του εργατικού  δυναμικού, είτε στην τεχνολογική αναδιάρθρωση κτλ, στην ουσία επιδρούν στην παραγωγικότητα. Όπως γνωρίζουμε, παραγωγικότητα  είναι το παραγόμενο προϊόν προς τον αριθμό των απασχολουμένων. Η παραγωγικότητα είναι ο βασικός άξονας στον οποίο συγκλίνουν τα πάντα σε μια οικονομία, γιατί η παραγωγικότητα της εργασίας και το βιοτικό επίπεδο συνδέονται στενά.
Πως μπορεί να αυξηθεί; Μπορεί να αυξηθεί με τρεις τρόπους: ο πρώτος τρόπος είναι να μεγαλώσει ο αριθμητής (το παραγόμενο προϊόν) , ενώ ο παρανομαστής παραμένει σταθερός.( ο αριθμός των απασχολουμένων). Ο δεύτερος τρόπος είναι να παραμείνει σταθερός ο αριθμητής (παραγόμενο προϊόν) και να μειωθεί ο παρανομαστής (αριθμός εργαζομένων). Δηλαδή μπορεί να γίνει αύξηση της παραγωγικότητας με μείωση του αριθμού των εργαζομένων και διατήρηση του ύψους παραγωγής. Η λύση αυτή μας δημιουργεί πρόβλημα. Επιδιώκουμε να αυξήσουμε την παραγωγικότητα της εργασίας , άρα και το πραγματικό κατά κεφαλή εισόδημα αλλά εις βάρος της απασχόλησης. Δεν μπορούμε να αυξάνουμε την παραγωγικότητα μέσω της μείωσης των απασχολουμένων γιατί έτσι αυξάνουμε την ανεργία Ο τρίτος τρόπος είναι ο ρυθμός μεταβολής του παραγόμενου προϊόντος (αριθμητής) να είναι μεγαλύτερος από το ρυθμό μεταβολής των απασχολουμένων(παρανομαστής).Η αλγεβρική αντιμετώπιση  του ζητήματος μας παρέχει μόνο το αναλυτικό πλαίσιο που είναι χρήσιμο για την οικονομική διερεύνηση του ζητήματος της μεταβολής της παραγωγικότητας. Αυτό πρόκειται να κάνουμε στη συνέχεια.
Τώρα πρέπει να διερευνήσουμε την εξέλιξη της παραγωγικότητας της εργασίας στην Ελλάδα. Η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα από το 1975 αρχίζει να έχει μια φθίνουσα πορεία. Φτάνει στο κατώτατο σημείο τα έτη 1988 και  1990[4]. Από το 1990 και μετά  αρχίζει και ανεβαίνει, μέχρι και σήμερα ξεπερνώντας τα επίπεδα του 1975.Το ζητούμενο για την ελληνική οικονομία, είναι η πραγματική σύγκλιση με την ευρωπαϊκή οικονομία. Επομένως το μέτρο σύγκρισης είναι ο μέσος όρος παραγωγικότητας των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Από το 1996 και μετά  η παραγωγικότητα εργασία στην ελληνική οικονομία αυξάνει ταχύτερα από τον αντίστοιχο μέσο όρο των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.(Πίνακας 1) , ο οποίος παρουσίασε συρρίκνωση.













                   Πίνακας 1   Παραγωγικότητα της Εργασίας (% ετήσιες μεταβολές)

Παραγωγικότητα
εργασίας
1961-90
1991-95
1996-00
2000
2001
2002
2003
2004
2005προβλέψεις
Ελλάδα
4.2
0.7
2.5
4.2
4.6
3.7
3.2
2.0
1.3
Ζώνη ευρώ
3.2
1.7
1.1
1.3
0.2
0.4
0.4
1.6
1.4
Ε.Ε-15
2.9
1.9
1.3
1.6
0.5
0.6
1.9
1.6
1.4
ΗΠΑ
1.6
1.4
2.0
1.4
0.8
2.7
3.1
3.3
3.3
Ιαπωνία
5.1
0.8
1.3
2.5
0.8
1.1
1.7
3.2
2.5
ΠΗΓΗ :  European Economy  No2/2005.


Ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας ανά απασχολούμενο στην Ελλάδα έχει επιταχυνθεί σημαντικά, από 0,8% την περίοδο 1980-89 και 0,4% την περίοδο 1990-95, σε 2,7% την περίοδο 1996-2004. Οι παραπάνω  εξελίξεις έχουν οδηγήσει το σημερινό επίπεδο της παραγωγικότητας της ελληνικής οικονομίας στο 85% του μέσου όρου της ΕΕ , για το 2003 σύμφωνα με τα στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδος[5] και στο 88% για το 2004 σύμφωνα με τα στοιχεία του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ[6]. Η παραγωγικότητα της εργασίας είναι κατά 12-13% χαμηλότερη από ό’τι στην ΕΕ των 15. Από την ανάλυση της παραγωγικότητας της εργασίας κατά προσδιοριστικούς παράγοντες προκύπτει ότι η ενίσχυση των ρυθμών ανόδου της παραγωγικότητας στην Ελλάδα από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 αντανακλά αφενός τον υψηλότερο ρυθμό αύξησης του λόγου κεφαλαίου-εργασίας την περίοδο 1996-2004 και αφετέρου τους ταχύτερους ρυθμούς ανόδου της «συνολικής παραγωγικότητας των συντελεστών παραγωγής»[7].Ο πρώτος παράγοντας μπορεί να συσχετιστεί με την ανάκαμψη των επιχειρηματικών επενδύσεων , οι οποίες αυξήθηκαν με μέσο ετήσιο ρυθμό 10,5%την ίδια περίοδο. Σημαντικό ρόλο , στην ίδια κατεύθυνση , διαδραμάτισαν και οι δημόσιες επενδύσεις συμβάλλοντας στη βελτίωση των υποδομών.  Όμως η αύξηση αυτή της παραγωγικότητας δε συνοδεύτηκε από παράλληλη αύξηση της απασχόλησης .Στην Ελλάδα παρατηρείται στασιμότητα της απασχόλησης στη διάρκεια των ετών1994-2004, δηλαδή σε μια περίοδο ανάκαμψης της οικονομίας(Πίνακας 2). Το γεγονός αυτό αποτελεί ελληνική ιδιαιτερότητα που χρειάζεται προσεκτική θεωρητική αντιμετώπιση. Η στασιμότητα  της απασχόλησης  έχει ως αποτέλεσμα τη διατήρηση της ανεργίας σε υψηλά επίπεδα. Το 2004 διαμορφώθηκε στο 10,5%, ποσοστό από τα υψηλότερα της Ευρώπης των 15, ήταν το δεύτερο υψηλότερο μετά την Ισπανία, και κατά πολύ υψηλότερο από το μέσο όρο της ΕΕ-15 που διαμορφώθηκε στο 8% περίπου. Όλα  τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν αύξηση της ανεργίας και για το 2005 ,διαψεύδοντας τις προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του ΙΝΕ[8]. Η παραπάνω εξέλιξη παρουσιάζει με σαφή τρόπο ότι η αύξηση της παραγωγικότητας στην Ελλάδα  προκύπτει ως αποτέλεσμα του πρώτου τρόπου αύξησης ,σύμφωνα με την τυπολογία που έχουμε παρουσιάσει προηγουμένως. Επομένως στο δεύτερο μέγεθος που έχει πρωταρχική σημασία για την οικονομία μίας χώρας και το οποίο θέσαμε στην αρχή της εργασίας μας ,έχουμε δυσμενείς εξελίξεις αναφορικά με την ελληνική οικονομία. Το τρίτο σημείο στο οποίο θα αναφερθούμε  αφορά στην κατανομή του εισοδήματος την συγκεκριμένη περίοδο. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία [9]το μερίδιο των μισθών στο ΑΕΠ(σε τιμές αγοράς) ακολούθησε πτωτική πορεία από τα πρώτα έτη της δεκαετίας του ’80. Το 1983 το μερίδιο της εργασίας είχε φθάσει στο ιστορικά υψηλότερο σημείο του (69% σε τιμές αγοράς) στο τέλος του 2004 βρισκόταν στο χαμηλό σημείο του (58,6% σε τιμές αγοράς).Το μερίδιο του κεφαλαίου ειδικά την δεκαετία του ’90 παρουσιάζει υψηλούς αυξητικούς ρυθμούς Ακόμη στο πεδίο της ανισοκατανομής του εθνικού εισοδήματος η Ελλάδα βρίσκεται στη δεύτερη θέση πίσω από την Πορτογαλία και μπροστά από την Ισπανία[10] .Eπίσης το ποσοστό των πολιτών στα όρια της φτώχειας στην Ελλάδα ανέρχεται στο 20% ΄(2003), έναντι του 16% στην ΕΕ-15 [11] . Επομένως και στο τρίτο κριτήριο – μέγεθος , η ασκηθείσα οικονομική πολιτική παρουσιάζεται αναποτελεσματική , οδηγώντας την οικονομία σε σημαντικές ανισορροπίες και την κοινωνία σε κατάσταση αδυναμίας και ανέχειας.
Συμπερασματικά και σύμφωνα με τα κριτήρια που κατά κοινή ομολογία είναι αποδεκτά, η ελληνική οικονομία παρουσιάζει έντονες ανισορροπίες  που οφείλονται στην ασκούμενη οικονομική πολιτική που επιβάλλεται σε μεγάλο βαθμό από την Ευρωπαϊκή Ένωση και γίνεται αποδεκτή χωρίς αιτιάσεις από τις ελληνικές κυβερνήσεις. Η άρση των ανισορροπιών επιβάλλει αλλαγή του μείγματος και των στόχων της οικονομικής πολιτικής . 























                                                                Πίνακας 2

                         Πληθυσμός , Εργατικό Δυναμικό και Απασχόληση

                                                         Ετήσια % μεταβολή


2004(χιλ.ατομ)
2000
2001
2002
2003
2004
Πληθυσμός ηλικίας 15 ετών και άνω
9057
0.9
0.8
Ο.7
0.6

Πληθυσμός
Ηλικίας 15-64
7127
0.5
0.3
0.2
0.1

Εργατικό
δυναμικό
4823
Ο.7
-0.8
1.5
1.6

Απασχόληση
4330
1.4
0.1
2.1
2.3

Πρωτογενής
Τομέας
546
1.2
-7.2
-2.0
1.1

Δευτερογενής
Τομέας
974
-0.2
2.0
1.0
1.2

Τριτογενής
Τομέας
2811
2.1
1.5
3.6
3.0

%συμμετοχής
στο εργατικό
δυναμικό
4742
63.9
63.2
64.2
65.1
66.5
%απασχόλησης
4250
56.6
56.5
57.7
58.9
59.6
Ανεργία ως %
Του εργατικού
δυναμικού
493
11,2
10.4
9.9
9.3
10.2














Πηγή: Έκθεση του Διοικητή (2005) Τράπεζα της Ελλάδος.





    Monthlyreview.gr    29-06-2005




















      .


[1] Κ .Μελάς (1999) Παγκοσμιοποίηση ,Εξάντας
   Κ.Μελάς – Γ.Πολλάλης(2005) Παγκοσμιοποίηση και Πολυεθνικές Επιχειρήσεις , Παπαζήση

[2] Π.Κρούγκμαν (1995) Η εποχή  των μειωμένων προσδοκιών . Πόλις.
[3] Κ.Βεργόπουλος(2005) Η αρπαγή του πλούτου , Α.Α.Λιβάνης
[4] Β.Βοsworth-T.Κολλίντζας(2002) Η οικονομική ανάπτυξη στην Ελλάδα , Τράπεζα της Ελλάδος.
[5] Έκθεση του Διοικητή (2005) ,Τράπεζα της Ελλάδος
[6] Η Ελληνική οικονομία και η απασχόληση (2004) , ΙΝΕ ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ.
[7] Έκθεση του Διοικητή (2005) , Τράπεζα της Ελλάδος.
[8] Η Ελληνική Οικονομία και η απασχόληση (2004) ΙΝΕ,ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ,Κεφ.4.
[9] Η Ελληνική Οικονομία και η Απασχόληση (2000,2001,2002,2003,2004) ΙΝΕ ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ
[10] Eurostat, New Cronos Database.
[11] Το ποσοστό των πολιτών στα όρια της φτώχειας ορίζεται ως το ποσοστό των ατόμων (επί του συνόλου του πληθυσμού) των οποίων το χρηματικό εισόδημα (αφού ληφθούν υπόψη οι κοινωνικές μεταβιβάσεις) βρίσκεται κάτω από τη «γραμμή της φτώχειας», δηλαδή το 60% της διαμέσου της κατανομής ολόκληρου του πληθυσμού.