Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2005

. Πορεία των Άμεσων Ξένων Επενδύσεων (ΑΞΕ) στην Ελλάδα


Η υιοθέτηση του νόμου 2687/53 αποτελεί την πρώτη συνειδητή προσπάθεια της Ελλάδας για την προσέλκυση ξένων κεφαλαίων, καθώς θωράκισε τα εισρέοντα κεφάλαια από τον κίνδυνο ανεπιθύμητων κρατικών παρεμβάσεων. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’60 επεβλήθησαν δυο νόμοι, ο 89/67 και 378/68 για την εγκατάσταση στην Ελλάδα αλλοδαπών εμποροβιομηχανικών  εταιριών. Επίσης, στη δεκαετία του ’70 τέθηκαν σε εφαρμογή οι νόμοι 27/75 και 814/78, οι οποίοι περιλαμβάνουν κίνητρα για τις offshore δραστηριότητες ξένων επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένες στην Ελλάδα.
            Την περίοδο 1953-1973 βάσει του νόμου 2687/53 υπεβλήθησαν περίπου 1000 αιτήσεις για επενδύσεις, συνολικού ύψους 3δις δολ. από τις οποίες πραγματοποιήθηκαν οι 215. Το 86% περίπου των επενδύσεων έγινε σε  τέσσερις κλάδους, ήτοι στη χημική βιομηχανία η οποία απορρόφησε το 375 του συνόλου των ΑΞΕ, στη ναυπηγοεπισκευαστική, στη μεταλλουργική και στα ηλεκτρικά και ηλεκτρονικά είδη.
            Στη δεκαετία του ’70 η εισροή επιχειρηματικών ιδιωτικών κεφαλαίων παρουσιάζει συνεχή και έντονα ανοδική τάση με μέσο ετήσιο ρυθμό ύψους 22%. Αυτή η εξέλιξη, σύμφωνα με σχετικές Εκθέσεις της Τράπεζας της Ελλάδας, οφειλόταν στην επενδυτική δραστηριότητα σε παραγωγικούς κλάδους της οικονομίας, λόγω της εμπιστοσύνης των ξένων κεφαλαίων στο οικονομικό μέλλον της χώρας. [1]Επίσης, οι προσδοκίες ένταξης της χώρας στην ΕΟΚ, δημιούργησαν θετικές προϋποθέσεις για την αύξηση των εισροών ΑΞΕ.
            Στα μέσα της δεκαετίας του ’80, το ελληνικό κράτος υιοθέτησε πολιτικές για την απελευθέρωση του τραπεζικού συστήματος, τη μείωση του πληθωρισμού, του εξωτερικού και δημοσιονομικού ελλείμματος, συμβάλλοντας έτσι στην αύξηση των εισροών ΑΞΕ, ίση με 27,4% ετησίως.
            Η εισροή ξένων επενδύσεων τη δεκαετία του ’90, με εξαίρεση τα δυο πρώτα έτη, παρουσιάζει πτωτική τάση μέχρι το 1998, όταν υποχώρησε απότομα σε ένα από τα χαμηλότερα με διαφορά επίπεδα της περιόδου 1970-1990, για να επανακάμψει δυναμικά τη διετία 1999-2000 με μεταβολή 91% συγκριτικά με το επίπεδο του 1999 και να ανέλθει στα 1,1δις δολ το 2000. Αυτή η ανάκαμψη συνεχίστηκε και το 2001, παρόλο που διεθνώς παρατηρήθηκε κάμψη των ΑΞΕ (βλ Πίνακα 6).[2] Όμως, η Ελλάδα δεν απέφυγε τις επιπτώσεις αυτής της κάμψης, αφού το 2002 καταγράφεται δραματική μείωση των εισροών ΑΞΕ ίση με 96% και το μέγεθος τους φτάνει στα 50εκ δολ., που αποτελεί το χαμηλότερο ιστορικό επίπεδο των ΑΞΕ στην Ελλάδα. Η εξέλιξη αυτή είναι ιδιαίτερα ανησυχητική, αν ληφθεί υπόψη ότι με την υιοθέτηση του νόμου 2601/98 [3]τα επενδυτικά κίνητρα και οι επιδοτήσεις δεν έπαιξαν πολύ σημαντικό ρόλο.
            Για τους λόγους που παρουσιάστηκαν παραπάνω, η Ελλάδα ως χώρα υποδοχής ξένων επενδύσεων καταλαμβάνει την τελευταία θέση μεταξύ των

χωρών- μελών της Ε.Ε. τόσο σε όρους απόλυτων μεγεθών, όσο και σε όρους συμμετοχής των ΑΞΕ στο ΑΕΠ.
            Η εξέλιξη και το μέγεθος των εισροών ΑΞΕ σε διεθνές επίπεδο προσδιορίζονται και από τις εκτεταμένες εξαγορές και συγχωνεύσεις που έλαβαν χώρα το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’90. Όμως, η Ελλάδα είχε χαμηλή συμμετοχή σ’ αυτή τη  διεθνή κινητικότητα, με μοναδική εξαίρεση το 1999. Η διαφοροποίηση αυτή ανάμεσα στην τάση των εξαγορών και των συγχωνεύσεων διεθνώς και στην Ελλάδα μπορεί να αποδοθεί στο ότι το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων δεν ενθάρρυνε την προσέλκυση στρατηγικών επενδυτών, προτιμώντας την πώληση μεριδίων των υπό ιδιωτικοποίηση εταιριών σε ξένους θεσμικούς επενδυτές.[4]
Περισσότερο από το 90% των ΑΞΕ  στην Ελλάδα προήλθε την περίοδο 1960-2001, από τα κράτη- μέλη της ΕΕ και τις ΗΠΑ. Μέχρι το 2000, το συνολικό επενδυμένο ξένο κεφάλαιο στην Ελλάδα ανήλθε σε 17δις ευρώ, το οποίο προέρχεται από την Ολλανδία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Αγγλία, την Ιρλανδία και τις ΗΠΑ, ενώ αρκετές επενδύσεις γίνονται μέσω Λουξεμβούργου.[5]
Μεγάλο μέρος των ξένων επιχειρήσεων (περίπου το 40%) που λειτουργούν στην Ελλάδα δραστηριοποιούνται στην παραγωγή καταναλωτικών αγαθών, ένα άλλο 34% παράγει χημικά προϊόντα και μηχανήματα –εξοπλισμό.
Οι υπόλοιπες εισροές ΑΞΕ στην ελληνική βιομηχανία απορροφούνται σε διάφορους επιμέρους κλάδους, με αυτόν των βασικών μετάλλων να πρωτοστατεί με 8% του συνόλου. Επενδυτική δραστηριότητα παρατηρείται τα τελευταία χρόνια και στον τομέα υψηλής τεχνολογίας. Στον τραπεζικό τομέα οι συμμαχίες με τράπεζες του εξωτερικού υιοθετήθηκαν ως ένα αναγκαίο βήμα για τη διατήρηση της ανταγωνιστικής θέσης του κλάδου μετά την ένταξη της
Ελλάδας στην ΟΝΕ.Σύμφωνα με στοιχεία της UNCTAD, στο τέλος του 2000, λειτουργούσαν στην Ελλάδα 674 θυγατρικές επιχειρήσεις ξένων συμφερόντων  με 87.600 εργαζομένους και με πωλήσεις 20,5εκ δολ.[6]
Όσον αφορά τις εκροές ΑΞΕ, η Ελλάδα, έχοντας την πιο ανεπτυγμένη οικονομία στη Νοτιοανατολική Ευρώπη απέκτησε προβάδισμα έναντι των άλλων χωρών των Βαλκανίων και διαδραμάτισε ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της ευρύτερης περιοχής. Περισσότερες από 3500 επιχειρήσεις ελληνικών συμφερόντων δραστηριοποιούνται σήμερα στα Βαλκάνια, έχοντας επενδύσει περίπου 6δις δολ. την τελευταία δεκαετία.
Το μεγαλύτερο μέρος των εκροών ΑΞΕ της Ελλάδας κατευθύνεται κυρίως προς τις χώρες της Βαλκανικής, αλλά και στις αγορές της Β.Αφρικής και των ΗΠΑ. Το 2000, για πρώτη φορά, η αξία των ελληνικών επενδύσεων στο εξωτερικό ξεπέρασε αυτή των εισροών, ενώ το 2001 καταγράφεται κάμψη
στις εκροές ΑΞΕ ίση με 71%. Το 2002 οι εκροές ΑΞΕ της Ελλάδας αυξήθηκαν κατά 8% σε σχέση με το 2001, με αποτέλεσμα η χώρα, δεδομένου του ιδιαίτερα χαμηλού όγκου εισροών ξένων επενδύσεων, να αποτελεί καθαρό εξαγωγέα.
Με βάση τα αποτελέσματα τα οποία προέκυψαν από την εμπειρική- οικονομετρική μελέτη Mardas και Varsakelis (1996), ανεξαρτήτως κλάδου στο οποίο επενδύουν οι ξένοι επενδυτές, το μέγεθος της εγχώριας αγοράς αποτελεί γι’ αυτούς τον κυρίαρχο παράγοντα των αποφάσεων τους. Οι ξένες πολυεθνικές επιχειρήσεις εισήλθαν στην ελληνική αγορά για να εκμεταλλευτούν το μονοπωλιακό ή ολιγοπωλιακό πλεονέκτημα, το οποίο εμφανίστηκε στον ιδιωτικό τομέα και στην αγορά που ελέγχονταν από το δημόσιο τομέα. Επίσης, το 90% των ξένων επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνταν στους κλάδους καουτσούκ, χημικών και πλαστικών και πάνω από το 50% των ξένων επενδύσεων στους κλάδους μηχανημάτων και μετάλλων ήταν προσανατολισμένες στη ζήτηση της εγχώριας αγοράς (βλ. Πίνακα 8).
          


 Η αγορά τίτλων του Δημοσίου


 Η πρωτογενής αγορά


            Το 2003 η πρωτογενής αγορά τίτλων του Δημοσίου χαρακτηρίστηκε από αύξηση της αξίας των τίτλων που εκδόθηκαν. Στην εξέλιξη αυτή συνέβαλαν η σημαντική άνοδος των ακαθάριστων δανειακών αναγκών του δημόσιου τομέα, η αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας, καθώς και οι συνθήκες που επικράτησαν στις διεθνείς αγορές ομολόγων και τις χρηματιστηριακές αγορές στη διάρκεια του έτους. Αναλυτικότερα, η ονομαστική αξία του συνόλου των τίτλων του Δημοσίου που εκδόθηκαν το 2003 αυξήθηκε στα 36,5 δισεκ. ευρώ, από 32,1 δισεκ. ευρώ το 2002 και 24,2 δισεκ. ευρώ το 2001 (βλ. Πίνακα 21). Η άντληση των κεφαλαίων αυτών έγινε τόσο μέσω νέων εκδόσεων όσο και μέσω επανεκδόσεων.
            Εξάλλου, η προσφορά κεφαλαίων από τους επενδυτές στην πρωτογενή αγορά στη διάρκεια του 2003 ήταν σημαντικά μεγαλύτερη από την αντίστοιχη ζήτηση εκ μέρους του Δημοσίου. Συγκεκριμένα, η προσφορά αυτή τόσο για έντοκα γραμμάτια όσο και για ομόλογα ήταν το 2003 υπερτριπλάσια της ζήτησης, αν και μειώθηκε ελαφρά σε σχέση με το 2002. Πράγματι, ο δείκτης κάλυψης των εκδόσεων ανήλθε σε 3,3 το 2003, φανερώνοντας ότι το ενδιαφέρον των Ελλήνων και ξένων επενδυτών για τους τίτλους αυτούς διατηρήθηκε σε υψηλά επίπεδα.
            Οι τίτλοι που προσφέρθηκαν από το Δημόσιο το 2003 ήταν κυρίως ομόλογα με διάρκεια από 1 έως 23 έτη και, σε πολύ μικρότερο βαθμό, έντοκα γραμμάτια διάρκειας 3, 6 και 12 μηνών. Από τον Πίνακα 21 διαπιστώνεται ότι οι εκδόσεις των έντοκων γραμματίων κάλυψαν μόλις το 4,8% του συνόλου των εκδόσεων του 2003, δηλαδή περίπου όσο και τα δύο προηγούμενα έτη. Ειδικότερα, οι εκδόσεις αυτές αφορούσαν κυρίως 3μηνα έντοκα γραμμάτια, των οποίων η συμμετοχή ανήλθε στο 44% περίπου της συνολικής αξίας των έντοκων γραμματίων που εκδόθηκαν. Τέλος, η αξία των ομολογιακών τίτλων που διέθεσε το Δημόσιο το 2003 διαμορφώθηκε στα 34.784 εκατ. ευρώ, έναντι 30.563 εκατ. ευρώ το 2002 και 22.984 εκατ. ευρώ το 2001.

 Η δευτερογενής αγορά


            Τα κύρια χαρακτηριστικά της δευτερογενούς αγοράς ομολογιακών τίτλων του Δημοσίου το 2003 ήταν η αξιόλογη άνοδος των συναλλαγών και η σημαντική διακύμανση των αποδόσεων κατά τη διάρκεια του έτους. Στις εξελίξεις αυτές συνέβαλαν οι συνθήκες που διαμορφώθηκαν το 2003 στις διεθνείς αγορές ομολόγων, η αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας, καθώς και οι βελτιώσεις που έγιναν στη λειτουργία της αγοράς. Συγκεκριμένα, αντανακλώντας παρόμοιες εξελίξεις στις αποδόσεις των ομολογιακών τίτλων του Δημοσίου στη ζώνη του ευρώ, οι αποδόσεις των αντίστοιχων τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου, αφού υποχώρησαν μέχρι τα μέσα Ιουνίου σε ιστορικώς χαμηλά επίπεδα, στη συνέχεια άρχισαν να αυξάνονται και διαμορφώθηκαν στο τέλος του 2003 περίπου στο ίδιο ύψος όπως στο τέλος του 2002. Στις εξελίξεις αυτές συνέβαλαν, σε διεθνές επίπεδο, αρχικά η επιδείνωση των γεωπολιτικών εντάσεων στο Ιράκ και η παρατεινόμενη αβεβαιότητα για την ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας, οι οποίες έστρεψαν το ενδιαφέρον των επενδυτών σε τοποθετήσεις χαμηλού κινδύνου, όπως τα κρατικά ομόλογα. Στη συνέχεια ωστόσο, η υποχώρηση των γεωπολιτικών κινδύνων και η διαφαινόμενη ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας και κυρίως της οικονομίας των ΗΠΑ συνέβαλαν στη σταδιακή στροφή των επενδυτών από τις αγορές τίτλων σταθερού εισοδήματος προς τις χρηματιστηριακές αγορές.
            Αναλυτικότερα, η μέση ημερήσια αξία των συναλλαγών στο Σύστημα  Άυλων Τίτλων της Τράπεζας της Ελλάδος αυξήθηκε σε 24 δισεκ. ευρώ το 2003, από 19,7 δισεκ. ευρώ το 2002, ενώ το πρώτο τρίμηνο του 2004 παρουσίασε περαιτέρω άνοδο. (βλ. Πίνακα 22). Η μέση ημερήσια αξία των συναλλαγών μέσω της Ηλεκτρονικής Δευτερογενούς Αγοράς Τίτλων (ΗΔΑΤ) ανήλθε σε 2,7 δισεκ. ευρώ το 2003, έναντι 2,3 δισεκ. ευρώ το 2002. Η άνοδος αυτή των συναλλαγών αντανακλά την αυξημένη ζήτηση ομολόγων κυρίως από επενδυτές του εξωτερικού, αλλά και του εσωτερικού. Σύμφωνα με τα στοιχεία της στατιστικής του ισοζυγίου πληρωμών, η καθαρή εισροή κεφαλαίων από το εξωτερικό για τοποθετήσεις σε ομόλογα του ελληνικού Δημοσίου ανήλθε σε 18,8 εκατ. ευρώ και ήταν αυξημένη κατά 58% σε σχέση με το 2002. Ανοδική πορεία ακολούθησαν οι συναλλαγές στην ΗΔΑΤ και κατά τους πρώτους 3 μήνες του 2004 (βλ. Πίνακα 23 και Πίνακα 22). Οι συναλλαγές σε τίτλους μακροχρόνιας διάρκειας (10 ετών και άνω) αποτέλεσαν  το 76% του συνόλου των συναλλαγών που διενεργήθηκαν μέσω της ΗΔΑΤ το 2003, έναντι 59% το 2002 (βλ. Πίνακα 22).
            Η άνοδος των συναλλαγών στη δευτερογενή αγορά συνέβαλε στην περαιτέρω ενίσχυση της ήδη υψηλής ρευστότητας της αγοράς αυτής, όπως διαπιστώνεται από τη μείωση της διαφοράς μεταξύ προσφερόμενων και ζητούμενων τιμών για τίτλους με διάρκεια μεγαλύτερη των τριών ετών, και, έτσι, στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας της αγοράς ομολόγων.

 Η χρηματιστηριακή αγορά μετοχών


            Αισθητή ανάκαμψη σημείωσαν το 2003 όλα τα μεγέθη της χρηματιστηριακής αγοράς, ύστερα από τις αρνητικές αποδόσεις των τριών τελευταίων ετών. Συγκεκριμένα, οι τιμές των μετοχών, οι χρηματιστηριακές συναλλαγές και η άντληση κεφαλαίων από τη χρηματιστηριακή αγορά παρουσίασαν άνοδο σε σύγκριση με τα χαμηλά επίπεδα στα οποία είχαν διαμορφωθεί το 2002. 
            Οι εξελίξεις στην ελληνική χρηματιστηριακή αγορά το 2003 επηρεάστηκαν από ανάλογες εξελίξεις στις χρηματιστηριακές αγορές της ζώνης του ευρώ και των ΗΠΑ. Ειδικότερα, κατά το πρώτο τρίμηνο του έτους οι τιμές των μετοχών ακολούθησαν διεθνώς πτωτική πορεία με υψηλή μεταβλητότητα, που αντανακλούσε τις συνθήκες αβεβαιότητας σε σχέση με τον πόλεμο στο Ιράκ και την παγκόσμια οικονομική ανάκαμψη. Στη συνέχεια όμως οι τιμές των μετοχών παρουσίασαν σημαντική άνοδο. Στην εξέλιξη αυτή συνέβαλαν η υποχώρηση των γεωπολιτικών εντάσεων στο Ιράκ, καθώς και οι αισιόδοξες προβλέψεις για την ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας (κυρίως στις ΗΠΑ) και τη βελτίωση των επιχειρηματικών κερδών.
            Η ελληνική χρηματιστηριακή αγορά επηρεάστηκε θετικά από τους παράγοντες που προαναφέρθηκαν, αλλά και από τη σημαντική βελτίωση της κερδοφορίας των περισσότερων επιχειρήσεων με μετοχές εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (ΧΑΑ), ύστερα από τη συνεχή υποχώρηση που είχε σημειωθεί την τριετία 200-2002. Συγκεκριμένα, τα προ φόρων κέρδη των εισηγμένων εταιριών αυξήθηκαν με ρυθμό 35% περίπου το 2003, έναντι μείωσης κατά 17% το 2002 και 19% το 2001.
            Η αξία του συνόλου των συναλλαγών σε μετοχές στη χρηματιστηριακή αγορά αυξήθηκε σε 34.854 εκατ. ευρώ  το 2003, από 24.759 εκατ. ευρώ το 2002 (Βλ. Πίνακα 24). Η εξέλιξη αυτή οφειλόταν στη μεγάλη άνοδο που σημείωσαν οι συναλλαγές σε μετοχές επιχειρήσεων όλων των κλάδων, κυρίως όμως του χρηματοπιστωτικού τομέα (τράπεζες, εταιρίες χρηματοδοτικής μίσθωσης, ασφαλιστικές και επενδυτικές επιχειρήσεις) και των εμποροβιομηχανικών επιχειρήσεων. Από τη σύγκριση της διάρθρωσης της αξίας των συναλλαγών σε μετοχές κατά κλάδο δραστηριότητας διαπιστώνεται ότι το 2003 αυξήθηκε το ποσοστό συμμετοχής των συναλλαγών σε μετοχές των τραπεζών, των εμποροβιομηχανικών επιχειρήσεων και των επιχειρήσεων των λοιπών κλάδων , ενώ αντίθετα το αντίστοιχο ποσοστό των επιχειρήσεων που ανήκουν στους κλάδους των κατασκευών, των τηλεπικοινωνιών και των συμμετοχών παρουσίασε πτώση.
            Η μέση ημερήσια αξία των συναλλαγών αυξήθηκε το 2003 και διαμορφώθηκε στα 141 εκατ. ευρώ, από 100 εκατ. ευρώ το 2002, ενώ άνοδο παρουσίασε και το πρώτο τρίμηνο του 2004 (βλ. Πίνακα 25). Ανάλογη ήταν και η εξέλιξη του δείκτη εμπορευσιμότητας των μετοχών, ο οποίος ανήλθε σε 4,7% το Δεκέμβριο του 2003 από το 3,5% το Δεκέμβριο του 2002, αν και, στο τέλος Μαρτίου του 2004 σημείωσε μικρή υποχώρηση (βλ. Πίνακα 25).
            Η χρηματιστηριακή αξία των εισηγμένων στο ΧΑΑ μετοχών αυξήθηκε σε 84.547 εκατ. ευρώ ή του 56% του ΑΕΠ στο τέλος του 2003, από το 65.760 εκατ. ευρώ ή 47% του ΑΕΠ στο τέλος του 2002 (βλ Πίνακα 26). Άνοδο παρουσίασε η χρηματιστηριακή αξία του συνόλου των μετοχών της κύριας και της παράλληλης αγοράς. Το γεγονός αυτό αντανακλά κυρίως τη σημαντική ενίσχυση των τιμών των μετοχών, καθώς ήταν περιορισμένη η επίδραση που άσκησαν στη χρηματιστηριακή αξία το 2003 η εισαγωγή μετοχών νέων εταιριών και η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου εταιριών με μετοχές εισηγμένες στη χρηματιστηριακή αγορά.
            Η επενδυτική συμπεριφορά των εγχώριων θεσμικών επενδυτών επηρέασε θετικά τις συνθήκες που διαμορφώθηκαν στη χρηματιστηριακή αγορά από τον Απρίλιο του 2003 και μετά. Ωστόσο, στο τέλος του 2003 οι τοποθετήσεις των αμοιβαίων κεφαλαίων και των εταιριών επενδύσεων χαρτοφυλακίου σε μετοχές εισηγμένες στο ΧΑΑ παρουσίασαν άνοδο κατά 21% σε σχέση με το τέλος του 2002, δηλαδή αυξήθηκαν με ρυθμό μικρότερο εκείνου των τιμών των μετοχών.
            Αντίθετα, πολύ ενισχυμένες ήταν οι τοποθετήσεις μη κατοίκων στην ελληνική χρηματιστηριακή αγορά. Σύμφωνα με στοιχεία της στατιστικής του ισοζυγίου πληρωμών, η καθαρή εισροή κεφαλαίων από το εξωτερικό για τοποθετήσεις σε μετοχές εισηγμένες στο ΧΑΑ αυξήθηκε κατά 55% και ανήλθε σε 2.240 εκατ. ευρώ το 2003, έναντι 1.442 εκατ. ευρώ το 2002.
            Ελαφρά ανάκαμψη σημείωσε το 2003 η άντληση κεφαλαίων μέσω της χρηματιστηριακής αγοράς. Συγκεκριμένα, τα  συνολικά κεφάλαια που αντλήθηκαν ανήλθαν σε 378 εκατ. ευρώ, έναντι 353 εκατ. ευρώ το 2002. Τα κεφάλαια αυτά άντλησαν 48 εταιρίες (2002:37), από τις οποίες οι 13 εισήγαγαν για πρώτη φορά τις μετοχές τους στο χρηματιστήριο και άντλησαν 61 εκατ. ευρώ (2002: 14 εταιρίες, 86 εκατ. ευρώ- βλ Πίνακα 26). Ειδικότερα, 53% περίπου των συνολικών κεφαλαίων αντλήθηκε από εταιρίες  του κλάδου των τραπεζών και των ασφαλειών και 21% από βιομηχανικές εταιρίες.
            Μεταξύ του τέλους Δεκεμβρίου του 2002 και του τέλους Δεκεμβρίου του 2003, ο δείκτης τιμών των τραπεζικών μετοχών αυξήθηκε κατά 58%, ακολουθώντας ανοδική πορεία με διακυμάνσεις στη διάρκεια του έτους, ενώ ελαφρά άνοδο σημείωσε και τους τρεις πρώτους μήνες του 2004 (βλ Πίνακα 26 και Πίνακα 25). Εντυπωσιακή άνοδο (92%) παρουσίασε η ημερήσια αξία των συναλλαγών σε μετοχές του κλάδου, η οποία διαμορφώθηκε σε 26 εκατ. ευρώ το 2003, από το 2002. Ανάλογη πορεία ακολούθησε και η μέση μηνιαία εμπορευσιμότητα των τραπεζικών μετοχών, η οποία ανήλθε σε 2,3% το Δεκέμβριο του 2003, από 0,8% το Δεκέμβριο του 2002 (βλ. Πίνακα 25). Ο λόγος των τιμών των τραπεζικών μετοχών προς τα κέρδη ανά μετοχή (Ρ/Ε) αυξήθηκε  σε 15 στο τέλος Δεκεμβρίου του 2003, από 13 στο τέλος Δεκεμβρίου του 2002, ενώ η μερισματική απόδοσή τους μειώθηκε σε 3% στο τέλος του 2003, από 3,4% στο τέλος του 2002. Γενικά, τα χρηματιστηριακά μεγέθη του τραπεζικού κλάδου βελτιώθηκαν το 2003 περισσότερο από ό,τι εκείνα του συνόλου της αγοράς. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται, σε μεγάλο βαθμό, εκτός από γενικότερους λόγους που προαναφέρθηκαν, με το αυξημένο επενδυτικό ενδιαφέρον  για μετοχές του κλάδου αυτού από ξένους και εγχώριους θεσμικούς επενδυτές, αλλά και με σημαντική άνοδο της κερδοφορίας των τραπεζών το 2003. Αναλυτικότερα, τα προ φόρων κέρδη των ελληνικών τραπεζών με μετοχές εισηγμένες στο ΧΑΑ, τα οποία είχαν μειωθεί κατά 47% το 2002 και 11% το 2001, αυξήθηκαν κατά 34% το 2003. Η άνοδος αυτή προέρχεται κυρίως από τη σημαντική ενίσχυση των οργανικών εσόδων (καθαρών εσόδων από τόκους) των τραπεζών και τη συγκράτηση του λειτουργικού κόστους. Επίσης, άνοδο, σε μικρότερο όμως βαθμό, σημείωσαν τα κέρδη από χρηματοοικονομικές πράξεις, καθώς και τα έσοδα από προμήθειες και τίτλους.\
            Οι τιμές των μετοχών των εταιριών επενδύσεων αυξήθηκαν κατά 54,2% μεταξύ του τέλους του 2002 και του τέλους του 2003. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με το γεγονός ότι το υψηλό ποσοστό (67%) του χαρτοφυλακίου των εταιριών αυτών αποτελείται από μετοχές εισηγμένες στη χρηματιστηριακή αγορά, ενώ και η κερδοφορία των εν λόγω εταιριών παρουσίασε εντυπωσιακή ανάκαμψη (190%).
            Όσον αφορά τις κατασκευαστικές εταιρίες, οι τιμές των μετοχών τους υποχώρησαν κατά 5%, παρά την αξιόλογη άνοδο της κερδοφορίας (21%) των εταιριών αυτών το 2003. Η υποχώρηση των τιμών των μετοχών του κατασκευαστικού κλάδου οφείλεται στα προβλήματα ρευστότητας που αντιμετώπισαν πολλές από τις επιχειρήσεις του κλάδου λόγω του υπερδιπλασιασμού των βραχυπρόθεσμων δανειακών τους υποχρεώσεων το 2002 (109%), του πολύ υψηλού ποσοστού των υποχρεώσεων αυτών στις συνολικές δανειακές τους υποχρεώσεις, καθώς και του πολύ μικρού ύψους των κεφαλαίων (7,5 εκατ. ευρώ) που αντλήθηκαν τα τελευταία δύο έτη από το χρηματιστήριο.
            Τέλος, οι τιμές των μετοχών των βιομηχανικών επιχειρήσεων παρουσίασαν άνοδο κατά 15% περίπου στο τέλος του 2003, σε σύγκριση με το τέλος του 2002. Στην εξέλιξη αυτή συνέβαλε, εκτός από τους γενικότερους παράγοντες που προαναφέρθηκαν, και η ανάκαμψη της κερδοφορίας (16%) των βιομηχανικών επιχειρήσεων με μετοχές εισηγμένες στο χρηματιστήριο. Όλοι οι επιμέρους κλάδοι της μεταποίησης σημείωσαν αύξηση των κερδών τους, με εξαίρεση, τους κλάδους των προϊόντων ξύλου και φελλού, προϊόντων χάρτου, ναυπηγείων, βασικών μετάλλων, μεταλλικών προϊόντων και καπνού, οι οποίοι παρουσίασαν πτώση.
            Εξάλλου, κατά το προηγούμενο έτος συνεχίστηκε η εναρμόνιση του θεσμικού πλαισίου οργάνωσης και λειτουργίας της ελληνικής αγοράς κεφαλαίων με το αντίστοιχο ευρωπαϊκό και τέθηκε σε εφαρμογή σειρά μέτρων για την εξυπηρέτηση και προστασία του επενδυτικού κοινού, την ενίσχυση της διαφάνειας στην αγορά, τη βελτίωση του πλαισίου εποπτείας που διέπει την εισαγωγή εταιριών στο χρηματιστήριο, καθώς και την εύρυθμη λειτουργία των φορέων της αγοράς κεφαλαίων. Επισημαίνεται ότι το 2003 τέθηκε σε εφαρμογή ο Ν. 3152/2003, ο οποίος ρυθμίζει την ίδρυση και λειτουργία χρηματιστηρίων ως ανώνυμων πολυμετοχικών εταιριών και θεσπίζει όρους και προϋποθέσεις για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας τους, ενώ διαχωρίζονται πλήρως οι αρμοδιότητες της  Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς από αυτές του Χρηματιστηρίου. Επίσης, ψηφίστηκε και εφαρμόζεται ο Ν. 3156/2003 για την έκδοση εταιρικών ομολογιακών δανείων, ο οποίος βελτιώνει το ισχύον καθεστώς στην αγορά των δανείων αυτών και αναμένεται να ενισχύσει τη ρευστότητα και τις δυνατότητες χρηματοδότησης των επιχειρήσεων. Εξάλλου, στο πλαίσιο της εισαγωγής των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων (ΔΛΠ) στην Ελλάδα, συγκροτήθηκε με τον Ν. 3148/2003 η Επιτροπή Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων, η οποία θα έχει την εποπτεία και την ευθύνη του έργου των ορκωτών ελεγκτών. Τέλος, σημαντική εξέλιξη θεωρείται η ολοκλήρωση (το 2003) του Κώδικα της Κεφαλαιαγοράς, που έχει στόχο να συστηματοποιήσει και να ενοποιήσει την υπάρχουσα νομοθεσία για την ελληνική αγορά κεφαλαίων. Σημειώνεται ότι ο κώδικας αυτός ενσωματώνει, μεταξύ άλλων, τις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Οδηγίας για την κατάχρηση εμπιστευτικών πληροφοριών και τη χειραγώγηση των τιμών στο χρηματιστήριο.

 

 Η αγορά αμοιβαίων κεφαλαίων


            Η δραστηριότητα στην αγορά των αμοιβαίων κεφαλαίων παρουσίασε άνοδο το 2003, μετά τη συνεχή κάμψη των τριών τελευταίων ετών (βλ. Πίνακα 27). Συγκεκριμένα, η αξία του ενεργητικού των αμοιβαίων κεφαλαίων αυξήθηκε κατά 5 δισεκ. ευρώ ή 19,5% σε 30,4 δισεκ. ευρώ στο τέλος του 2003, από 25,4 δισεκ. ευρώ το 2002 (βλ. Πίνακα 28). Η εξέλιξη αυτή οφείλεται κυρίως στην άνοδο των τιμών, αλλά και του αριθμού των κυκλοφορούντων μεριδίων. Η αύξηση των τιμών αφορούσε τα μερίδια των μετοχικών αμοιβαίων κεφαλαίων λόγω της ανάκαμψης των τιμών των μετοχών στη χρηματιστηριακή αγορά και, σε μικρότερο βαθμό, τις υπόλοιπες τρεις κατηγορίες αμοιβαίων κεφαλαίων. Ο αριθμός των κυκλοφορούντων μεριδίων παρουσίασε σημαντική άνοδο στην περίπτωση των αμοιβαίων κεφαλαίων διαθεσίμων και των ομολογιακών αμοιβαίων κεφαλαίων, μικρή αύξηση στα μετοχικά και πτώση στα μικτά αμοιβαία κεφάλαια. Εξάλλου, μικρή περαιτέρω άνοδο σημείωσε το ενεργητικό των αμοιβαίων κεφαλαίων κατά το πρώτο τρίμηνο του τρέχοντος έτους.
            Η ζήτηση μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων καλύφθηκε κυρίως από τα αμοιβαία κεφάλαια που υπήρχαν στην αγορά στα τέλη του 2002 και, σε μικρότερη έκταση, από τη διάθεση μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων τα οποία άρχισαν τη λειτουργία τους εντός του 2003. Αναλυτικότερα, το 2003 ιδρύθηκαν 22 νέα αμοιβαία κεφάλαια (8 μετοχικά, 7 μικτά, 6 ομολογιακά και 1 διαθεσίμων), η αξία του ενεργητικού των οποίων ήταν 702 εκατ. ευρώ στο τέλος του 2003 και αντιπροσώπευε το 2,3% περίπου της αξίας του ενεργητικού του συνόλου των αμοιβαίων κεφαλαίων. Εξάλλου, 20 αμοιβαία κεφάλαια έπαυσαν να λειτουργούν το 2003, ενώ ένα αμοιβαίο κεφάλαιο άλλαξε επενδυτικό σκοπό και υπάγεται πλέον στην κατηγορία των αμοιβαίων κεφαλαίων διαθεσίμων. Με βάση αυτές τις εξελίξεις, ο αριθμός των αμοιβαίων κεφαλαίων ανήλθε σε 265 στο τέλος του 2003, από το 263 το 2002 και 272 το 2001. Επισημαίνεται ότι το 2003 δραστηριοποιήθηκαν δύο νέες Ανώνυμες Εταιρίες Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων (ΑΕΔΑΚ), ενώ μία ΑΕΔΑΚ διέκοψε τη λειτουργία της, με αποτέλεσμα ο αριθμός τους να ανέλθει σε 29 στο τέλος του 2003, από 28 το 2002 και 26 το 2001.
            Η επενδυτική συμπεριφορά των αμοιβαίων κεφαλαίων το 2003 είχε ως κύριο χαρακτηριστικό τις αυξημένες τοποθετήσεις σε προϊόντα της ελληνικής αγοράς χρήματος, σε ομόλογα εξωτερικού και σε μετοχές εισηγμένες στο ΧΑΑ. Συγκεκριμένα, η άνοδος του ενεργητικού κατά 5 δισεκ. ευρώ μεταξύ τέλους Δεκεμβρίου του 2002 και τέλους Δεκεμβρίου του 2003 προήλθε από την αύξηση των τοποθετήσεων σε repos εσωτερικού (1.972 εκατ. ευρώ), σε ομόλογα εξωτερικού (1800 εκατ. ευρώ), σε μετοχές εισηγμένες στο ΧΑΑ (1.123 εκατ. ευρώ), σε τίτλους του Ελληνικού Δημοσίου (290 εκατ. ευρώ) καθώς και σε σύνθετες πράξεις ανταλλαγής νομισμάτων (154 εκατ. ευρώ) (βλ Πίνακα 29). Αντίθετα, πτώση παρουσίασαν οι τοποθετήσεις σε καταθέσεις και μετρητά (-322 εκατ. ευρώ) και σε repos εξωτερικού (-106 εκατ. ευρώ).
 





[1] Έκθεση του Διοικητή(1977), Τράπεζα της Ελλάδας
[2] Για τα αποθέματα των εισροών ΑΞΕ στην Ελλάδα (1980-2002), βλέπε Πίνακα 7.
[3] Ο Ν. 2601/98, έχει τροποποιηθεί με τον Ν.3299/04 αναφορικά με τα κίνητρα ιδιωτικών επενδύσεων για την οικονομική ανάπτυξη και την περιφερειακή σύγκλιση.
[4] Παλάσκας Θ.- Πεχλιβάνος Λ.- Στοφόρος Χ.(2004), « Ο ρόλος των ξένων επενδύσεων στην Ελληνική οικονομία», Περιοδικό Τάσεις
[5] Από τη γεωγραφική κατανομή των ΑΞΕ φαίνεται ότι η Βόρεια- Ανατολική Ελλάδα και η Βόρεια- Δυτική είναι οι κύριοι δέκτες ΑΞΕ, ενώ ο μεγαλύτερος όγκος των τουριστικών ΑΞΕ γίνονται στην Κρήτη, στην Κέρκυρα, στη Ρόδο και τη Χίο.
[6] Νικολαϊδου Έλενα (2002), « Ο πιο αδύναμος επενδυτικός προορισμός της Ευρώπης », Περιοδικό Επιλογή, σελ.55
[7] Η ανάλυση που ακολουθεί βασίζεται στην Έκθεση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (2003).